Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

Οι πρώτοι δήμαρχοι του Βόλου (1881-1925)


Η διεξαγωγή των αυτοδιοικητικών εκλογών επιτρέπει πιστεύω μια, σύντομη έστω , αναδρομή στους πρώτους δημάρχους της πόλης του Βόλου από το 1881 έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όπως και στις αντίστοιχες εκλογικές αναμετρήσεις για την ανάδειξη τους. Η επίκαιρη αναφορά προτίθεται να υπενθυμίσει κάποιες πτυχές από παλιά δημοτικά- εκλογικά δρώμενα, με την αποτύπωση προσώπων και γεγονότων. Επιπλέον ετούτη η μνημονική επιστροφή στο συγκεκριμένο παρελθόν, ίσως συμβάλει θετικά στις επικείμενες εξελίξεις με την αποτίμηση καταστάσεων και δραστηριοτήτων από τους πρώτους δημάρχους του Βόλου, που έθεταν ως κύρια προτεραιότητα την αναβάθμιση του τόπου και την διευκόλυνση των δημοτών. Υπήρξαν προσωπικότητες με αίσθημα ευθύνης και διάθεση προσφοράς που αναμόρφωσαν την νέα, αναπτυσσόμενη πόλη του Βόλου σε σύγχρονο, για την εποχή, εμποροβιομηχανικό κέντρο, με αξιόλογο λιμάνι στο βόρειο τμήμα του κολοβού ακόμη ελληνικού κράτους, παρά τις όποιες αστοχίες τους από ενδεχόμενες λανθασμένες εκτιμήσεις και αντικειμενικές δυσκολίες.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΤΑΛΗΣ (1881-1891)

Η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην ελληνική επικράτεια ολοκληρώθηκε με την είσοδο του ελληνικού στρατού στο Βόλο στις 2/11/81. Στη θέση του δημοτικού άρχοντα βρισκόταν τότε ο Γεώργιος Καρτάλης (1833-1898) από το 1878 και παρέμεινε στη θέση του ως διορισμένος από το κράτος, έως τη διενέργεια των πρώτων αυτοδιοικητικών (δημοτικών) εκλογών. Ετούτες διεξήχθησαν στις 29/5/1883 και ο Γεώργιος Καρτάλης επανεξελέγη δήμαρχος Παγασών -πρώτος εκλεγμένος- όντας πρόσωπο δημοφιλές και καταξιωμένο με σπουδαίο αγωνιστικό παρελθόν και επιτυχή ενασχόληση με τα κοινά. Το εγνωσμένο κύρος του αλλά και το έργο του, κατά την πρώτη τετραετία , οδήγησαν στην επανεκλογή του στις επόμενες δημαιρεσίες (5/7/1887). Η δεκαετής και πλέον παρουσία του Γ. Καρτάλη ως δημάρχου χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα εποικοδομητική για την πόλη με την εκτέλεση έργων που συνέβαλαν ουσιαστικά στην αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό της, οδεύοντας με συντονισμένους ρυθμούς στη μετάλλαξη της σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Επιγραμματικά μνημονεύουμε: α) οργάνωση σχεδίου πόλης, β) αντιπλημμυρική θωράκιση (διευθέτηση κοίτης χείμαρρων κ.α.), γ) ίδρυση Λιμενικού Ταμείου, δ) φορολογικά φυλάκια στις εισόδους της πόλης, ε) νέο νεκροταφείο στον Ξηρόκαμπο, στ) δημιουργία σφαγείων, ζ) οικοδόμηση εκκλησιών κ.α. Επίσης επί των ημερών του Γ. Καρτάλη εγκαινιάστηκε η σιδηροδρομική σύνδεση με τη Λάρισα και την υπόλοιπη Θεσσαλία, ιδρύθηκαν εργοστάσια και γενικά παρατηρείται η πρώτη μεταπελευθερωτική ανάπτυξη, με την αύξηση του πληθυσμού και την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΟΠΑΛΗΣ (1891-1895)

Ο Γεώργιος Καρτάλης ως επιτυχημένος δήμαρχος διεκδίκησε και τρίτη φορά το αξίωμα με πολλές πιθανότητες επανεκλογής, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εποχής. Ο συγγραφέας Ανδρέας Καρκαβίτσας στο οδοιπορικό του κείμενο: «Η Πατρίς του Ρήγα», όπου περιγράφει επίσκεψή του στο Βελεστίνο, τον Ιούνιο του 1891, καθώς μεταβαίνει ως έφεδρος στρατιωτικός γιατρός με μετάθεση στη Λάρισα, μέσω Βόλου, μνημονεύει σε διάλογο που είχε με κάποιον ντόπιο συνταξιδιώτη του και το ερώτημα για ενδεχόμενη επανεκλογή του Καρτάλη στις επικείμενες δημοτικές εκλογές:

«-Πούθε κοπιάζεις καπ’τάνιε;

-Απ’ το Βόλο

-Πως παν τα πράμματα…».

Ο Καρκαβίτσας εννόησε ότι ο συνομιλητής του ρωτάει για τα εθνικά ζητήματα και απογοητεύτηκε όταν εκείνος διευκρίνισε ότι ενδιαφέρονταν για τις δημοτικές εκλογές:

«-Δε σε μιλάω για τέτοια σε ρωτάω για τς’ εκλογές. Θα τον βγάλουν πάλι τον Καρτάλη;

Διεκόπην κατησχυμένος. Ελησμόνησα ότι επέκειντο δημοτικαί εκλογαί και ο χωρικός ήθελε να μάθη πως πηγαίνουν τα εκλογικά πράγματα εν Βόλω όπου εγίνετο φοβερά κομματική πάλη, όπου νέοι γίγαντες ανεστάτουν το Πήλιον εναντίον του Διός…».

Στις εκλογές της 7ης Ιουλίου του 1891 όπου, υπήρχε, όπως φαίνεται, δυναμική αντιπαράθεση, εξελέγη δήμαρχος, ο αντίπαλος του Γ. Καρτάλη, Αλέξανδρος Τοπάλης με εμφανή διαφορά 204 ψήφων, αν λάβουμε υπόψη τον συνολικό αριθμό των ψηφοφόρων δημοτών τότε. Επρόκειτο για μία ξεκάθαρη αντιπαράθεση υποψηφίων των δύο πολιτικών οικογενειών Καρτάλη και Τοπάλη, όπως άλλωστε συνέβαινε και στις βουλευτικές εκλογές. Εδώ παρατηρείται και ο ρόλος των τοπικών εφημερίδων που συνήθως η κάθε μια υποστήριζε συγκεκριμένο υποψήφιο. (Η εφ. Παγασαί υποστήριζε τον νεοεκλεγέντα δήμαρχο).

Ο Αλ. Τοπάλης (1857-1936) αδερφός του βουλευτή και υπουργού Κωστή Τοπάλη, υπήρξε επίσης επιτυχημένος δήμαρχος που συνέχισε τη δημιουργική πορεία των προηγούμενων ετών. Επι της θητείας του πραγματοποιήθηκαν σημαντικά έργα όπως η λειτουργία του εργοστασίου αεριόφωτος (φωταερίου) που παρείχε ικανοποιητικό δημοτικό και ιδιωτικό φωτισμό, αλλά και η ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου το οποίο εγκαινιάστηκε στα 1897. Επίσης στα 1895 λειτούργησε και το τρενάκι του Πηλίου αρχικά ως τα Λεχώνια. Συνεχίστηκαν βέβαια και τα άλλα έργα που είχαν ξεκινήσει πρωτύτερα (ρυμοτομικά- αντιπλημμυρικά, ανέγερση εκκλησιών κ.α.): Επίσης ιδρύονται νέα εργοστάσια, επιχειρήσεις και υποκαταστήματα τραπεζών που συμβάλλουν σημαντικά στην περαιτέρω ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας. Με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου εγκρίνεται η διεξαγωγή ετήσιας εμποροπανήγυρης και ζωοπανήγυρης (παζάρι) τον Αύγουστο, από το 1894. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει για την έναρξη των λιμενικών έργων που ξεκίνησαν το 1892 και διάρκεσαν περισσότερο από μία δεκαετία, αναμορφώνοντας σε σύγχρονα πρότυπα το λιμάνι της πόλης. Η αυξανόμενη εμπορευματική και επιβατική κίνηση απαιτούσαν λιμάνι συγκεκριμένων προδιαγραφών και αυξημένων απαιτήσεων.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗΣ (1895-1899)

Τον Αλ. Τοπάλη διαδέχτηκε ο Ιωάννης Χατζηαργύρης, γιατρός από την Πορταριά, η θητεία του οποίου συνέπεσε με τα οδυνηρά γεγονότα του 1897-98 και την δεκατριών μηνών προσωρινή επανακατάληψη της περιοχής από τους Τούρκους. Ο Ιω. Χατζηαργύρης, στις δύσκολες εκείνες στιγμές χειρίστηκε την κατάσταση με σύνεση και αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας ανεπιθύμητες καταστάσεις, καταστροφικές για την πόλη και τους κατοίκους της. Αν και ο πάντοτε οξύς κι αιχμηρός στις εκτιμήσεις του ιστορικός Γιάνης Κορδάτος τον χαρακτηρίζει «τουρκόφιλο ως το κόκκαλο», καταλογίζοντάς του εμφανή ενδοτικότητα και υποταγή. Όμως οι περισσότερες μαρτυρίες συμφωνούν ότι με την πολιτική κατευνασμού που προτίμησε, εξασφάλισε την αποφυγή ακροτήτων από τους προσωρινούς κατακτητές, έως ότου περάσει το κακό και επανέλθει η ηρεμία στον τόπο, έστω κι αν είχε πλέον περιορισμένες αρμοδιότητες και παρέμενε «τύποις άρχων της πόλης».

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ (1899-1907)

Οι εκλεγόμενοι δήμαρχοι στις πρώτες δεκαετίες του ελεύθερου Βόλου προέρχονταν απ τα δύο τοπικά κόμματα (Καρταλικό και Τοπαλικό), είτε ως πρόσωπα των ίδιων των πολιτικών οικογενειών (τζακιών), είτε ως προτεινόμενοι από αυτά. Στις δημοτικές εκλογές του 1895 όμως, υπήρξε η δυναμική εμφάνιση ενός προσώπου, πέρα από το τοπικό πολιτικό κατεστημένο, που διεκδίκησε με αξιώσεις το Δήμο Παγασών. Επρόκειτο για τον δικηγόρο Γεώργιο Λαναρά που ξεσήκωνε τις ευρείες λαϊκές μάζες απέναντι στους μεγαλοαστούς αντιπάλους του. Παρ’ ότι θεωρούνταν δημαγωγός με ανέφικτες πολιτικές προτάσεις, ο φιλολαϊκός του λόγος έβρισκε ευήκοα ώτα και λίγο έλειψε να κερδίσει τις εκλογές. Ο εμφανής κίνδυνος απώλειας της εξουσίας, οδήγησε τα δύο οικογενειακά κόμματα σε συνεργασία προτείνοντας κοινό υποψήφιο για τις εκλογές στις 5/9/1899 τον επίσης πορταρίτη γιατρό Νικόλαο Γεωργιάδη (1830-1923), πρόσωπο ικανό κι ευρείας αποδοχής. Σε σχετικό δημοσίευμα της εφ. Θεσσαλία (14/8/1899) προβάλλεται η κοινή υποψηφιότητα με εκτενή αναφορά στο πρόγραμμά της. Επισημαίνεται ότι δεν πρόκειται απλά για ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, αλλά για μια προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και καθολικής προτίμησης που προτίθεται να διοικήσει ανιδιοτελώς και με εξαιρετική διάθεση για προσφορά. Στον αντίποδα λοιδορείται ο εκ νέου διεκδικητής του δημαρχιακού θώκου, Γ. Λαναράς, στο βωμό της αρνητικής διαφήμισης των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ακόμη γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στον απερχόμενο δήμαρχο Ιωάννη Χατζηαργύρη, ο οποίος δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει δημιουργικό έργο επειδή η θητεία του συνέπεσε με την περιπέτεια του 1897. Μολαταύτα εκτιμάται η ορθή στάση του στη διάρκεια της πρόσκαιρης τουρκικής κατοχής και χαρακτηρίζεται ως συνετός διαχειριστής, έντιμος και ανιδιοτελής. Επιβάλλονταν λοιπόν η εκλογή ενός προσώπου κατάλληλου για την επαναφορά της πόλης στους προηγούμενους ρυθμούς ανάπτυξης. Την παραμονή των εκλογών παρατίθεται στην ίδια εφημερίδα εκτενές αφιέρωμα στον Νικ. Γεωργιάδη με φωτογραφία του, που συμπληρώνεται με λόγο του Αντ. Καρτάλη για την αναγκαία εκλογή του νέου Δημάρχου. Νωρίτερα είχε δημοσιευτεί και η δήλωση- στήριξη του Κ. Τοπάλη. Ο Ν. Γεωργιάδης εξελέγη άνετα, χάρη στη σύμπραξη των δύο κομμάτων, αλλά δεν έλειψαν και οι κατηγορίες για εξαγορά ψήφων από τις πολυπληθείς ομάδες τσιγγάνων που συχνά γίνονταν ρυθμιστές του αποτελέσματος, όπως σημειώνει ο Γιάνης Κορδάτος.

Κατά γενική ομολογία ο Νικ. Γεωργιάδης που επανεξελέγη, όπως θα δούμε και για δεύτερη θητεία, υπήρξε ίσως ο πλέον δημιουργικός κι επιτυχημένος δήμαρχος των πρώτων δεκαετιών του Δήμου Παγασών. Πέρα από τα διάφορα έργα που συνεχίστηκαν επί της θητείας του, σημαντική προτεραιότητα δόθηκε στην κοινωνική πρόνοια και υγεία με την λειτουργία του νοσοκομείου Βόλου και του βρεφοκομείου, αλλά και την εκπαίδευση (οικοδόμηση διδακτηρίων), την εργατική ασφάλιση (ταμείον εργατών) και την εν γένει βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στην πόλη. Γι αυτό και απασχόλησε σοβαρά τη δημοτική αρχή και το ζήτημα της ύδρευσης με γεωτρήσεις, εκμετάλλευση πηγών και δίκτυο μεταφοράς και διανομής. Επίσης εφαρμόστηκε επέκταση του σχεδίου πόλης με συντονισμένες επεμβάσεις και προσεγμένες ρυμοτομήσεις που άλλαξαν το οικιστικό τοπίο.

Στο μεταίχμιο του αιώνα η πόλη του Βόλου κατέγραφε αναπτυξιακή τροχιά.

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Η φημισμένη παραλία του Βόλου που μαγεύει ντόπιους και τουρίστες στο πέρασμα των δεκαετιών (φωτογραφίες)

 

Μία παραλία γεμάτη με ιστορία και αναμνήσεις

Μία παραλία γεμάτη με ιστορία και αναμνήσεις είναι ο Άναυρος, μία πλαζ που το ξεκίνημά της, μας γυρίζει στα τέλη του 19ου αιώνα, λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και την ένταξη του Βόλου στην ελληνική επικράτεια. Ήταν τα χρόνια που τα ήθη ήταν εξαιρετικά συντηρητικά.

Ο Άναυρος υπήρξε και εξακολουθεί να είναι, η πιο «αστική πλαζ» σε μία μεγάλη πόλη, κυριολεκτικά μέσα στην καρδιά της. Εξακολουθεί να σφύζει από ζωή, να αποτελεί αγαπημένο σημείο συνάντησης των Βολιωτών και να την προτιμούν άνθρωποι κάθε ηλικίας για να κολυμπήσουν, να αθληθούν, να δροσιστούν, να διασκεδάσουν, ακόμη απλώς και για να ξαποστάσουν.

AD
AD
AD
AD
AΚάποτε γύρω από την παραλία υπήρχαν χαμηλές μονοκατοικίες, λουσμένες στα γιασεμιά και τα πολύχρωμα καλοκαιρινά λουλούδια, ενώ σήμερα γύρω από τον Άναυρο υπάρχουν πολυκατοικίες-μεγαθήρια, «προνομιούχα διαμερίσματα» με απέραντη θέα στον Παγασητικό. Από το μπαλκόνι τους «αγγίζεις» το γαλάζιο και εισπνέεις τη θαλασσινή αύρα ανεμπόδιστα .

Κάποτε έφθαναν οι Βολιώτες με το αστικό τραμ που έκανε τέρμα στη συγκεκριμένη παραλία ή με τον θρυλικό «Μουτζούρη» που συνέχιζε ως την Αγριά, τα Λεχώνια ή ανηφόριζε μέχρι τις Μηλιές.

Αυτή η θρυλική για τους Βολιώτες παραλία, ήταν το «must» του καλοκαιριού και τα μαγαζιά που μεσουράνησαν, ειδικά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, διατηρούνται ως σήμερα κρύβοντας μεγαλεία και μοναδικές στιγμές που μόνο στις μνήμες των μεγαλύτερων σε ηλικία έχουν καταγραφεί. Στον Άναυρο διοργανώνονταν ανεπανάληπτες βραδιές με κρασί και τσιπουράκια, με μουσικές και διασκέδαση μέχρι τα ξημερώματα.

Η πλαζ του Αναύρου που έφθασε στο απόγειο της δόξας της, αμέσως μετά τον πόλεμο, και όταν η φτωχή Ελλάδα έβγαινε «βαριά τραυματισμένη» από τις εσωτερικές περιπέτειές της, αποτελούσε μία όαση ξεγνοιασιάς και αλλαγής εικόνων, χωρίς αυτοκίνητα και θορύβους.

Οι τοπικές εφημερίδες της εποχής διαφήμιζαν τα τρία παραλιακά κέντρα διασκέδασης που υπήρχαν «πάνω στο κύμα», το ένα καλύτερο από το άλλο. Πρώτη ήταν η «Καλλιθέα» του Ζαχείλα με ωραία παραλία μπροστά της, αμέσως μετά ήταν το «Ακταίον» και στη συνέχεια με μεγάλη άπλα μπροστά της και βαθιά αμμουδιά η θρυλική «Αύρα» της οικογένειας Νικοβιώτη που συνεχίζει ως και σήμερα να δημιουργεί ιστορία, 140 χρόνια από το ξεκίνημά της το 1883.

Πολύ κοντά στην καθαυτή παραλία του Αναύρου και αμέσως μετά τον ομώνυμο χείμαρρο, υπήρχε και εξακολουθεί να υφίσταται ως σήμερα και η «Ακτή ΝΟΒ» του Ναυτικού Ομίλου Βόλου με τις ονειρικές μουσικές της επιλογές σε έναν χώρο που αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο συνάντησης για την ελίτ της πόλης.

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, που οργανώθηκαν οι Αστικές Συγκοινωνίες στον Βόλο, είχαν σαν κατάληξη τον Άναυρο τρεις αστικές λεωφορειακές γραμμές που διαπερνούσαν όλο τον Βόλο απ άκρου εις άκρον και έφερναν χιλιάδες Βολιώτες από κάθε γωνιά. Ήταν τα χρόνια εκείνα που μανάδες, παπούδες και γιαγιάδες έπαιρναν τα πιτσιρίκια και μέσα σε ένα ατελείωτο πανζουρλισμό από παιδικές φωνές κατέφθαναν στην παραλία για να δροσιστούν και να παίξουν ανέμελα. Ήταν οι εποχές που οι άνθρωποι εφορμούσαν στα λεωφορεία για να εξασφαλίσουν μία θέση στα καυτά πλαστικά καθίσματα, που οι μικροί κατέφθαναν με φουσκωμένες τις σαμπρέλες στην παραλία και οι πιο μεγάλοι-«υποψήφιοι γαμπροί» δεν δίσταζαν να τσακωθούν για μια λοξή ματιά προς τα κορίτσια της εποχής.

Στον Άναυρο γράφτηκαν ιστορίες έρωτα και αγάπης για χιλιάδες νέους του Βόλου, που έδιναν το ραντεβού τους για συνάντηση και φλερτ και η Σωτηρία Νικοβιώτη, τρίτη γενιά της οικογένειας που δημιούργησε την «Αύρα» θυμάται και περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «γινόταν χαμός τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 από τα γυμνασιόπαιδα. Ο τόπος γέμιζε και από τις ημερήσιες σχολικές εκδρομές.

Πολλοί άλλοι έκαναν σκασιαρχείο και έδιναν ραντεβού εδώ. Οι καρδιές σκιρτούσαν τότε και τα ρομαντικά ραντεβού έδιναν και έπαιρναν. Και ξαφνικά έκαναν έφοδο ο γυμνασιάρχης με καθηγητές και τότε γινόταν το έλα να δεις. Το έβαζαν στα πόδια και κρύβονταν τα παιδιά μέσα στο μαγαζί και ο πατέρας μου τους φυγάδευε όλους από την πίσω πόρτα και μέσα από τις καλαμιές ή έμπαινε μπροστά και απαγόρευε την έρευνα μέσα στο μαγαζί του. Απίστευτες εικόνες πλημμυρισμένες από νιάτα και ανέμελες φωνές».

Η «Αύρα» είναι συνώνυμη με την οικογένεια Νικοβιώτη. Τέσσερις γενιές από το 1883 ως τις μέρες μας και ο Νίκος Νικοβιώτης μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον θρύλο της «Αύρας» αναφέρει: «Ο προπάππος μου Νίκος Νικοβιώτης ήταν εκείνος που έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά για να ανοίξει το κέντρο διασκέδασης.

Ήταν το 1883.Ακολούθησαν ο Χρήστος, ο Δημήτρης, η Σωτηρία και σήμερα πάλι ο Νίκος, δηλαδή εγώ. Μεγαλώσαμε όλοι δίπλα στο Jukebox ακούγοντας τα τραγούδια της εποχής και στην πίστα χορού που υπάρχει ως και σήμερα και που φιλοξένησε μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου.

Πέρασαν από εδώ ο Πάνος Γαβαλάς, η Ρία Κούρτη, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Ανθούλα Αλιφραγκή και πολλοί ακόμα. Εδώ κατά καιρούς με τα συγκροτήματά τους, έδωσαν το παρόν οι δικοί μας Βαγγέλης Παπαθανασίου και Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και τα νιάτα της εποχής τους αποθέωναν πριν ξεκινήσουν τις μεγάλες καριερες τους. Πολλές φορές ο Τάσος Μητρογώγος, επική φωνή της ΕΡΤ, με σπουδαία φωνή έπαιρνε το μικρόφωνο και ξεσήκωνε τον κόσμο».

Στον Άναυρο εμφανίσθηκε και το πρώτο Juke Box στον Βόλο, στα μαγαζιά της εποχής ο ανταγωνισμός είχε φτάσει στα ύψη και ο Γιώργος Καφενταράκης έγραφε στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος» τον Ιούλιο του 1959 ότι «τότε ακούστηκαν στον Βόλο τα καινούργια τραγούδια του Κώστα Καπλάνη “Ζωή σερέτισσα” ,”Άδικο”, “Άπιστη ξεμυαλισμένη” και φυσικά ο θρύλος “Βολιώτισσα” με την Ανθούλα Αλιφραγκή μαζί με πολλά άλλα, ενώ από το “ηλεκτρόφωνο” (τζούκ – μπόξ) του “Ακταίου” και του διπλανού κέντρου “Αύρα”, η νεολαία του ΄60 ρίχνοντας τις δραχμές τους στο μηχάνημα, ακούγανε το “Apache” από τους Shadows, το “Διαβατήριο” του Καζαντζίδη, το “Oh Carol” του Neil Sedaka και άλλα. Τώρα ας πάμε λίγα χρόνια πίσω. Ας βρεθούμε στη χρονιά 1946 μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄50, τους καλοκαιρινούς μήνες η παραλία γέμιζε με πασατεμπάδες, καραμελατζίδες, (μαλλί της γριάς) φωτογράφους και αρκετούς άλλους πλανόδιους επαγγελματίες».

Στην ακτή του Αναύρου σύμφωνα με το αρχείο του μέλους της Εταιρείας Θεσσαλικών Ερευνών Γρηγόρη Καρταπάνη, αλλά και από δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου αναφέρεται ότι «Στο κέντρο “Ακταίον” του Αναύρου, τραγούδησε ο Πάνος Γαβαλάς, με παρτενέρ τη νεαρή τότε Δούκισσα και μπουζούκι τον βιρτουόζο Χ. Λεμονόπουλο».

Τον περασμένο αιώνα, στη θάλασσα ίσχυαν «σκληροί περιορισμοί» ιδίως για τους κολυμβητές και τις κολυμβήτριες. Πριν από εκατό χρόνια, γύρω στη δεκαετία του ’20 υπήρχαν τα περίφημα λουτρά θαλάσσης του Αναύρου. Υπήρχαν δύο σειρές από καμπίνες αυστηρά διαχωρισμένες σε ανδρών και γυναικών, μία ξύλινη σκάλα που έμπαινε μέσα στη θάλασσα και στην άκρη ήταν στημένο ένα φυλάκιο-παρατηρητήριο που επιτηρούσε τους λουόμενους να μην πλησιάζουν οι μεν τους δε. Όταν κάποιος πλησίαζε «επικίνδυνα» την άλλη πλευρά, ο ήχος της σφυρίχτρας των επιτηρούντων έσκιζε τον αέρα και ακουγόταν ως απέναντι στα Πευκάκια, ενώ μία βάρκα με τους επιτηρητές, πλησίαζε και έδιωχνε τους παραβάτες.

Άναυρος, όμως, εκτός από αμμουδερή και εκτεταμένη παραλία, σημαίνει και μυθολογία για τον τόπο. Δίπλα ακριβώς από την «Αύρα», περνά ο χείμαρρος Άναυρος, όπου σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ιάσονας, επιστρέφοντας από το Πήλιο στην Ιωλκό, έχασε στον ποταμό το σανδάλι του, την ώρα που μετέφερε την Ήρα στην πλάτη του, μεταμφιεσμένη σε γριά. Από το σημάδι αυτό, τον αναγνώρισε ο παππούς του Πελίας, τον οποίο ο νέος συνάντησε την ώρα που εκείνος θυσίαζε στον Ποσειδώνα.

Σήμερα, ο Άναυρος είναι η αγαπημένη παραλία για τους Βολιώτες. Έχει μεγάλη ακτή, αμμουδερή, με ρηχά νερά, προστατευμένη, οργανωμένη και εύκολα προσβάσιμη. Για όσους δεν έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο είναι μία εξαιρετική λύση για να δροσιστούν. Εκεί φτάνει κάποιος με το ποδήλατό του ή ακόμη και με τα πόδια. Απολαμβάνει το τσιπουράκι του, τους θαλασσινούς μεζέδες, δροσίζεται και παρά το ατελείωτο τσιμέντο της μεγαλούπολης αισθάνεται σαν να επισκέφθηκε τον παράδεισό του. Μια παραλία στην καρδιά της πόλης.

Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

Σαν σήμερα… έγραψε ιστορία ο Ολυμπιακός


Ημέρα ένδοξης ιστορίας είναι η σημερινή για τον Ολυμπιακό Βόλου, καθώς στις 27/4/1955, πριν από 68 χρόνια, επετεύχθη απίστευτη νίκη του Ολυμπιακού απέναντι στην ΑΕΚ στην Αθήνα, λίγες ημέρες μετά τον καταστροφικό σεισμό για την πόλη του Βόλου.

Οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού Βόλου έπαιξαν για τη φανέλα και την πόλη και συγκέντρωσαν τον θαυμασμό όλης της φίλαθλης Ελλάδας, ενώ τρεις μέρες ήταν πρωτοσέλιδο!

Σε σχετικό ρετρό αφιέρωμα πριν χρόνια γράφτηκαν τα εξής: Στις 27 Απριλίου 1955, οι πρόσφατα χτυπημένοι από τον σεισμό παίκτες του Ολυμπιακού Βόλου απέκλεισαν την ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια σε αγώνα για τους 16 του Κυπέλλου Ελλάδος!

Το χτύπημα του εγκέλαδου στον Βόλο στις 19 Απριλίου 1955 έχει μείνει στην ιστορία ως ένα από τα ισχυρότερα που έπληξαν τη χώρα μας. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: 37 νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, χιλιάδες άστεγοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 10.047 οικήματα που αριθμούσε τότε η πόλη, τα 8.352 υπέστησαν σοβαρές υλικές ζημιές και τα περισσότερα ήταν μη κατοικήσιμα, ενώ άλλα 459 καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Ανάμεσα στα κτίσματα που κατέρρευσαν ήταν και η λέσχη του Ολυμπιακού Βόλου. Η ομάδα που είχε προσφέρει μεγάλη χαρά στην πόλη με την πρόκρισή της στην τελική φάση του Πανελληνίου Πρωταθλήματος επί της ισχυρής Δόξας Δράμας, με δύο νίκες μάλιστα (3-2 και 2-1), είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα.

Πολλοί παίκτες της ήταν ανάμεσα στους χιλιάδες άστεγους της πόλης και, μοιραία, οι υποχρεώσεις τους είχαν περάσει σε δεύτερη μοίρα. Ακόμα κι αυτός ο μεγάλος αγώνας με την ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, για τη φάση των «16» του Κυπέλλου Ελλάδας. Εννέα ημέρες πριν τον σεισμό ο Ολυμπιακός είχε υποδεχθεί την «Ένωση» στον Βόλο και την είχε απειλήσει σοβαρά με αποκλεισμό.

Αν και προηγήθηκε με γκολ του Μιχάλη Βατάλα στο 13’, αλλά ακριβώς στην εκπνοή ο Λάκης Εμμανουηλίδης ισοφάρισε σε 1-1, οδηγώντας το ματς σε επαναληπτικό στην έδρα της ΑΕΚ (κατά τα αγγλικά πρότυπα). Παρά την ατυχία, στον Βόλο εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι η πρόκριση ήταν εφικτή με νίκη στην Αθήνα και προετοιμάζονταν σκληρά γι’ αυτήν. Μέχρι που ήρθε ο σεισμός…

Όπως ήταν λογικό, για κάποιες μέρες ήταν αβέβαιο ακόμα και το ταξίδι του Ολυμπιακού Βόλου στην Αθήνα για τη ρεβάνς. Όμως, στο μικρό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τις 27 Απριλίου, κατέστη εφικτή μία πρόχειρη ανασύνταξη, ώστε η ομάδα να εκπληρώσει την ανειλημμένη υποχρέωση. Ο προπονητής, Κώστας Ζώγας, και οι σπουδαίοι ποδοσφαιριστές που φορούσαν τότε τα ερυθρόλευκα, όπως ο Τσιγαρίδας, ο Δημητρακόπουλος, ο Παπαζήσης, ο Δημόπουλος και οι αδελφοί Βλαχάβα, προετοιμάστηκαν όπως-όπως για το μεγάλο παιχνίδι, το οποίο, μες στα προβλήματα που ξαφνικά είχαν αποκτήσει στο κεφάλι τους, παρέμενε γι’ αυτούς σπουδαίο.

Σπουδαία, όμως, ήταν και για τους Αθηναίους η παρουσία των Βολιωτών ποδοσφαιριστών στην πρωτεύουσα. Η περιπέτεια των κατοίκων του Βόλου είχε συγκινήσει όλη την Ελλάδα και η αποστολή τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης απ’ όλες τις γωνιές της χώρας προς τους σεισμοπαθείς συνεχιζόταν καθημερινά.

Η διοίκηση της ΑΕΚ υποδέχθηκε θερμά τους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού, ενώ οι εφημερίδες καλούσαν τον κόσμο να πάει στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας, για να τους εμψυχώσει. Μόνο και μόνο για το γεγονός ότι είχαν αφήσει πίσω τους άστεγους συγγενείς τους, για να παίξουν μπάλα. Για τη φανέλα και την πόλη τους και όχι για τα χρήματα.

Ήταν πραγματικά από τις περιπτώσεις που η συμμετοχή και μόνο είχε τεράστια αξία, αλλά να που στο τέλος ήρθε και η νίκη! Το γκολ του Βασίλη Δημητρακόπουλου στο 82’ με κοντινό σουτ έδωσε προβάδισμα στον Ολυμπιακό Βόλου και προκάλεσε δέος στους 7.000 θεατές στη Νέα Φιλαδέλφεια.

Και οι εντυπωσιακές αποκρούσεις του τερματοφύλακα, Πάρη Τσιγαρίδα, έμελλε να το διατηρήσουν μέχρι τέλους. Μάλιστα, στο 70’ ο Βογιατζής πέτυχε και δεύτερο γκολ για τους Βολιώτες , το οποίο όμως κακώς ακυρώθηκε ως οφσάιντ από τον διαιτητή. Και το 0-1, όμως, ήταν αρκετό. Η μεγάλη ΑΕΚ των διεθνών Κώστα Πούλη, Γιάννη Κανάκη, Ανδρέα Σταματιάδη και Λάκη Εμμανουηλίδη, φιναλίστ του 1953 και νικήτρια του Κυπέλλου το 1956, είχε μείνει εκτός από τους ηρωικούς σεισμοπαθείς Βολιώτες, οι οποίοι είχαν γράψει μία από τις ομορφότερες ιστορίες του ελληνικού ποδοσφαίρου…

«Η ψυχολογία μας δεν ήταν καλή, λόγω της άσχημης κατάστασης που είχαμε αφήσει πίσω μας στον Βόλο. Όταν όμως έφτασε η ώρα να αρχίσει το παιχνίδι, σκεφτόμασταν μόνο τη νίκη», είχε δηλώσει ένας από τους έντεκα ήρωες του Ολυμπιακού, ο Βάιος Δημόπουλος, το 2005, για την επέτειο της ιστορικής νίκης. Νεοσύλλεκτος στο Πολεμικό Ναυτικό ο ίδιος, αισθανόταν ακόμα πιο άσχημα που ήταν μακριά από τους δικούς του.

Έπαιξε, όμως, στο ματς και ήταν από τους διακριθέντες. Η πρόκριση του Ολυμπιακού Βόλου επί της ΑΕΚ το ’55 φανέρωσε ίσως για πρώτη φορά τη δύναμη που ασκούσε το ποδόσφαιρο στην ελληνική κοινωνία.

Άνθρωποι που βίωναν δύσκολες στιγμές καθημερινά λόγω της καταστροφής, είχαν πάρει χαρά και κουράγιο από τη νίκη έντεκα συμπολιτών τους που κλοτσούσαν μία μπάλα με κοντά παντελονάκια. Οπωσδήποτε δεν άλλαξε κάτι εντυπωσιακά στη ζωή τους εκείνες τις μέρες, αλλά έστω κι ένα μικρό χαμόγελο να πρόσφερε στο βασανισμένο πρόσωπο κάθε Βολιώτη αυτή η νίκη, δεν ήταν και λίγο.

Τώρα 68 χρόνια μετά ο Ολυμπιακός Βόλου θυμάται τα ένδοξα και μπαίνει σε νέα μαύρη σελίδα με τον υποβιβασμό για πρώτη φορά στα τοπικά πρωταθλήματα, ενώ και στην σύγχρονη ιστορία έχει καταγράψει μια μεγάλη νίκη επί της ΑΕΚ.

Μάλιστα μέχρι τον Γενάρη του 2011 και το σπουδαίο 0-4 (12’ Σανκαρέ, 19’ Ουμπίντες, 61’ Μόνχε, 80’ Καπετάνος), παίζοντας με την ΑΕΚ στην Αθήνα στο πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός είχε μόνο ήττες…

Η περιγραφή του αγώνα από τον Ταχυδρόμο
Πρωτοσέλιδο της Αθλητικής Ηχούς μετά τον αγώνα
πηγή:taxydromos
Αθηναϊκό πρωτοσέλιδο πριν τον αγώναπηγή

Κυριακή 16 Απριλίου 2023

Βόλος 1965 – Πάσχα στο Κεραμοποιείο Ανετόπουλου (video)

 


“Βρισκόμαστε σε συνοικία του Βόλου στο Κεραμοποιείο Ανετόπουλου, Κυριακή του Πάσχα, όπου σύμφωνα με το έθιμο ψήνουν αρνιά στη σούβλα.
Ο κινηματογραφιστής με την οικογένεια του έχουν προσκληθεί για το παραδοσιακό γεύμα. Το αγοράκι του κινηματογραφιστή πλησιάζει χαμογελαστό την κάμερα και τη σούβλα με το αρνί – την οποία γυρνάει μια γυναίκα – και παρακολουθεί για λίγο την διαδικασία.
Στα επόμενα πλάνα τα παιδιά της συντροφιάς συγκεντρώνονται μπροστά σ’ ένα φορτηγό της εποχής, ώστε να τα καταγράψει η κάμερα, μια γυναίκα παραδίπλα, τα πέντε αγοράκια πλησιάζουν τον φακό. Οι σούβλες με το αρνί και το κοκορέτσι έχουν κατέβει απ’ τη φωτιά, όλοι τσιμπούν λίγο απ’ τα ψητά.
Τέλος μαζεύεται η συντροφιά ώστε να απαθανατιστεί αυτή η μνήμη κι μια νέα άφιξη φωτίζει το κάδρο, ένα κατάξανθο κοριτσάκι που μόλις άρχισε να περπατάει.
Αξίζει να σημειωθεί πως το Κεραμοποιείο Ανετόπουλου έχει ιστορία δύο αιώνων, καθώς κληροδοτήθηκε από τον ιδρυτή του Βασίλειο Ανετόπουλο, στις επόμενες γενιές που συνέχισαν το έργο του. Σήμερα καρπός αυτής της μακράς παράδοσης είναι το Μουσείο Αγγειοπλαστικής- Κεραμικής, στα Άνω Λεχώνια, λίγο έξω από τον Βόλο. Το Μουσείο λειτουργεί καθημερινά, έχει εκπαιδευτικά προγράμματα και οργανώνει εκθέσεις κεραμικής”.

“Η οικογένεια μαζεύεται στην αυλή του Κεραμοποιείου Ανετόπουλου στον Βόλο για να ψήσει αρνί . Τα παιδιά στήνονται για την φωτογραφία και με βήμα βγαίνουν τελικά στο φιλμ. Το αρνί είναι έτοιμο. Όλο και κάποιοι τσιμπούν από το κοκορέτσι. Στο τέλος της ταινίας έρχεται η ξανθιά κούκλα της οικογενείας 13 μηνών.”

Τρίτη 4 Απριλίου 2023

Η Ομιλία του Χάρη Σαχίνη για την ελληνική εκπαίδευση στην Αραβία

Αύριο Τετάρτη, 5η Απριλίου 2023 και ώρα 6 μ.μ. θα πραγματοποιηθεί ομιλία στη Χριστιανική Στέγη Βόλου «Απόστολος Παύλος» (28ης Οκτωβρίου 98 – Κ. Καρτάλη), από τον συμπολίτη μας θεολόγο καθηγητή κ. Χαρίτωνα Σαχίνη, με θέμα: «Η ελληνική εκπαίδευση στην Τζέντα της Αραβίας». Ο ομιλητής αποσπάστηκε επί 6ετία και πλέον από το Υπουργείο Παιδείας για να διδάξει ελληνικά και θρησκευτικά στη Τζέντα της Ιορδανίας και στο Αμάν της Αραβίας από όπου συναπεκόμισε πλούσιες εμπειρίες. Τις εμπειρίες του αυτές για τη διδασκαλία και την εν γένει εκπαιδευτική παρουσία του εκεί, θα παρουσιάσει στην ομιλία του, η οποία θα περιλαμβάνει και πολυάριθμες φωτεινές προβολές.

πηγή:e-thessalia

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Οι Βολιώτες χιονοδρόμοι στο μέτωπο 1940-41 – Πάνω από 25 κατατάχθηκαν στο 1ο Τάγμα στο Αλβανικό μέτωπο


Στους πρώτους μήνες των πολεμικών επιχειρήσεων του 1940 εκδίδεται διαταγή με την οποία ανακοινώνεται η ίδρυση Τάγματος Χιονοδρόμων στα τέλη του έτους. Ζητείται από τα τμήματα του Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου να το στελεχώσουν με τρεις λόχους, ο πρώτος από χιονοδρόμους και οι άλλοι δύο από 200 στρατιώτες εμπειροπόλεμους από ορεινές επιχειρήσεις Ευζωνικούς Λόχους. Πάνω από 25 Βολιώτες χιονοδρόμοι κατατάσσονται στο 1ο Τάγμα Χιονοδρόμων. Η διαδικτυακή σελίδα «Η Μαγνησία στο πέρασμα του Χρόνου» τίμησε τους χιονοδρόμους του Βόλου με ένα αφιέρωμα.

Τις περισσότερες πληροφορίες για τη δράση του τάγματος έχουμε κοντά στο τέλος του πολέμου. Στη μάχη στο όρος Κάμια στις 4-5 Απριλίου 1941, «οι χιονοδρόμοι εχρησίμευσαν ως σύνδεσμοι μεταξύ των προκεχωρημένων τμημάτων αποσπάσαντες την ευαρέσκιαν των ανωτέρων τους για το θάρρος, την προθυμείαν και την ταχεία εκτέλεση των αποστολών. Επίσης ως τραυματιοφορείς, με την χρήση ελκύθρων μετέφεραν ταχέως τους τραυματίας εις τους Σταθμούς Επιδέσεως» λέει ο λοχαγός Εμμ. Μπαμιέρος.
Υπάρχει όμως μια συγκεκριμένη πτυχή της ιστορίας που αξίζει. Αφορά στους Γιώργο Παππά, Πλούτωνα Λογγίδη, Γιώργο Νικολούτσο και Μπάμπη Σοφιάδη.
Στις 4 Απριλίου 1941, οι Βολιώτες χιονοδρόμοι και το Τάγμα τους επιχειρούν στην περιοχή της Κορυτσάς στο ορεινό συγκρότημα της Κάμιας, συγκεκριμένα στην κορυφή το Μνήμα της Γριάς. Σε κάποια στιγμή έρχεται μήνυμα ότι πρέπει να παραλάβουν μερικούς Ιταλούς αιχμαλώτους. Ο επικεφαλής πετάει την ατάκα: «Δεν στέλνουμε αυτούς με τα σανίδια να τους πάρουν;» – εννοούσε προφανώς τα σκι. Στέλνονται ο Πλούτων Λογγίδης, ο Γιώργος Παππάς και ένας Πειραιώτης χιονοδρόμος ο Κώστας Καρατζάς. Πιθανότατα οι αιχμάλωτοι στάλθηκαν στα μετόπισθεν, αλλά οι Λογγίδης και Παππάς προσχωρήσαν και ενεπλάκησαν σε περαιτέρω συμπλοκή. Ο Ν. Στουρνάρας λέει ότι μετά από ανταλλαγές πυρών με ιταλική μονάδα, ο Λογγίδης που μιλούσε ιταλικά (είχε γεννηθεί στην Τεργέστη) έπεισε τους Ιταλούς να παραδοθούν. Αλλά η επιτυχία ήταν πρόσκαιρη γιατί εκδηλώθηκε μεγάλη ιταλική αντεπίθεση με βολές πυροβολικού και όλμων. Οι δύο Βολιώτες είναι καθηλωμένοι. Σε άλλη θέση σχετικά κοντά τους βρίσκεται ο Γιώργος Νικολούτσος. Μια από τις βολές εξερράγη ακριβώς ανάμεσα στους δύο φίλους. «Μας τίναξε ψηλά», θα πει ο Λογγίδης σε συνέντευξη του στην Θεσσαλία αρκετά χρόνια αργότερα.
«Τον Παππά τον βρήκε ένα βλήμα στον λαιμό. Το γενναίο παλικάρι κατάλαβε το τέλος του και κρατώντας με το ένα χέρι τον λαιμό του, σήκωσε το χέρι για να μας χαιρετήσει».

O Λογγίδης βαριά τραυματισμένος δεν μπορεί να μετακινηθεί. Ένας άλλος στρατιώτης-μάλλον ο Ανδρέας Μπάρτσιος, τον σκεπάζει με ένα κομμάτι από ιταλικό αντίσκηνο και γυρίζει για να στείλει τραυματιοφορείς να τον παραλάβουν. Οι τραυματιοφορείς βρίσκουν τον βαριά τραυματισμένο Λογγίδη, αλλά όχι τον Παππά. Την άλλη μέρα και αφού τα πυρά έχουν κοπάσει, φεύγει ακόμα μια αποστολή να περισυλλέξει τον Παππά. Μετά από λίγες ώρες-ο Μπάμπης Σοφιάδης μεταφέρει τα νέα στον Γιώργο Νικολούτσο που ήταν αδελφικός φίλος του Παππά. «Βρήκαμε τον Παππά στην θέση Κάμια νεκρό και τον θάψαμε. Βάλαμε για σταυρό ένα ζευγάρι σπασμένα σκι».Συγκλονισμένος από το χαμό του φίλου ο Νικολούτσος παίρνει διαταγή να μεταφέρει με τη βοήθεια τραυματιοφορέων τον Λογγίδη στη Θεσσαλονίκη. Ο Λογγίδης είχε δεχθεί συνολικά 17 θραύσματα – επτά από τα οποία έμειναν για πάντα στο σώμα του. Τον μεταφέρουν πρώτα σε ένα ορεινό χειρουργείο. Λέει ο ίδιος ο Λογγίδης στην συνέντευξη του στη Θεσσαλία: «Την νύχτα προσπαθήσαμε να κοιμηθούμε πλάτη-πλάτη και το πρωί ξημερωθήκαμε ευτυχώς ζωντανοί, ενώ από τους άλλους οι περισσότεροι τραυματίες είχαν κατά τη διάρκεια της νύχτας ξεψυχήσει. Οι βαριά τραυματισμένοι τόσο πολλοί και οι γιατροί λίγοι. Το δικό μου πόδι ετοιμάστηκε ώστε το πρωί να το κόψουν με το πριόνι». Ο Λογγίδης αρνούνταν πεισματικά να του κόψουν το πόδι, και ο Νικολούτσος συνεπικουρούσε. Οι γιατροί υπαναχωρούν και έτσι τον στέλνουν στην Κορυτσά. Συνεχίζει ο Λογγίδης: «Ακολουθεί η μεταφορά μου στην Κορυτσά όπου διανυκτερεύσαμε με τον Γιώργο Νικολούτσο. Εκεί βρήκα τον φίλο γιατρό Λάζαρο Σκούφο (χιονοδρόμος κι’ αυτός) που μου έβαλε επιτέλους το πόδι στο γύψο». Τελικά και ο Πλούτων Λογγίδης σώθηκε και το πόδι του. Σε λίγο μεταφέρεται στο νοσοκομείο της Φλώρινας. Από εκεί μαζί με 400 άλλους τραυματίες φορτώνονται σε ένα τραίνο για να μεταφερθούν στην Αθήνα.

Όμως το μέτωπο καταρρέει και οι Γερμανοί προελαύνουν. Έλληνες και Εγγλέζοι ανατινάζουν πολλές γέφυρες για να δυσκολεύσουν την προέλαση των Γερμανών. Έτσι το τρένο δεν φτάνει ποτέ στον προορισμό του. Οι τραυματίες και ο Λογγίδης μεταφέρονται στη Σκύδρα του Νομού Πέλλης. Εκεί οι ντόπιοι τους περιθάλπουν και σώζουν πολλούς από τους τραυματίες… Στο μεταξύ η Ελλάδα έπεσε. Αρκετά μετά τη συμφωνία με τους Γερμανούς, οι τραυματίες μεταφέρονται στη Θεσσαλονίκη. Ο Λογγίδης θα γυρίσει στον Βόλο αργότερα, αφού ανάρρωσε, αλλά με πολλά βλήματα στο σώμα του. Ο Νικολούτσος ακολούθησε τη δραματική πορεία της επιστροφής όπως και άλλοι ήρωες της Αλβανίας. Περπατώντας για μέρες κατάφερε να γυρίσει στον Βόλο.

Η βολιώτικη παρέα θα ξανανταμώσει και κάποιοι από «αυτούς με τα σανίδια» θα ξαναχαρούν τα βουνά όπως πριν. Όμως κομμάτι από την καρδιά τους έμεινε στα βουνά της Αλβανίας, θαμμένο κάτω από τον σταυρό με τα σκι. Τον νεκρό Γιώργο Παππά τιμήσε ο ΕΟΣ με προτομή κοντά στο καταφύγιο στις Αγριόλευκες στις 22-11-1980. 


Πηγή:e-thessalia

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Φέρνει αναμνήσεις το πρώτο κουδούνι


a

Διατηρητέα μνημεία δεκάδες σχολεία της Μαγνησίας, που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία

Τη δική τους ιστορία έχουν γράψει τα σχολεία του Βόλου και της Μαγνησίας στο πέρασμα του χρόνου, με δεκάδες να έχουν κηρυχτεί διατηρητέα μνημεία. Αμέτρητα στιγμιότυπα και αναμνήσεις της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, στιγμές ξεγνοιασιάς, καρδιοχτύπια αλλά και εποχές δύσκολες φέρνει στο νου το πρώτο κουδούνι, που αποτελεί την αφορμή για μια νοερή περιήγηση σε άλλες εποχές. Τότε που είχαν τον πρώτο λόγο οι πλάκες, οι κοντυλοφόροι, τα πηλίκια, οι μπλε ποδιές με τα λευκά γιακαδάκια, ο μαυροπίνακας, η ξυλόσομπα και τα μαθητικά συσσίτια.

Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ

Με αφορμή την αυριανή έναρξη της σχολικής χρονιάς, ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ επιχειρεί να καταγράψει το άρωμα άλλων εποχών, τότε που όλα ήταν διαφορετικά, με τις αυστηρές συστάσεις προς τους μαθητές να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, από την αρχή της σχολικής χρονιά.

Ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία για τις οδηγίες προς «ναυτιλλόμενος», παραθέτει η Αγγελική Σκορδά στο 11ο τεύχος του περιοδικού «εν Βόλω» που φέρει την σφραγίδα του ΔΗΚΙ και ήταν αφιερωμένο στην εκπαίδευση.

Ηδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα θεωρήθηκε ανάγκη η διδασκαλία και υπόδειξη τρόπων καλής συμπεριφοράς στους μαθητές και γι’ αυτό ορίστηκε στα σχολεία το μάθημα της «Αγωγής του πολίτη» ή «Εθνικής αγωγής». Μέσα από αυτό οι μαθητές καλλιεργούνται κοινωνικά και μαθαίνουν πως πρέπει να φέρονται. Υποδεικνύεται σε αυτούς πως πρέπει να χαιρετούν όταν μπαίνουν ή βγαίνουν σ’ ένα χώρο, πως πρέπει να στέκονται, να περπατούν, να μιλούν και να εκφράζουν το σεβασμό τους προς τους ανωτέρους, ιερωμένους, επιθεωρητάς, δασκάλους κλπ.

Παράλληλα, στέλνονταν σχετικές εγκύκλιοι στα σχολεία από τους επιθεωρητές, στις οποίες δίνονταν κατευθυντήριες οδηγίες για την συμπεριφορά των μαθητών. Μεταξύ άλλων, παρακαλούνταν οι μαθητές «μετά το πέρας των μαθημάτων να μην ξεχύνονται εις τους δρόμους ως να εξέφυγον από δεσμωτήριον». Επίσης υπογραμμίζονταν ότι πρέπει να αποφεύγονται τα «λυπηρά επεισόδια μεταξύ των μαθητών δια να μην δυσανασχετούν οι περιοικούντες και οι τυχαίως διερχόμενοι και οικτήρουν δασκάλους και εκπαίδευσιν».

 

«Βολιώτικαι αναμνήσεις»

Ενδιαφέροντα στοιχεία για τον παλιό Βόλο και τις συνθήκες που επικρατούσαν στην εκπαίδευση περιγράφονται στο βιβλίο «Βόλος, μια ιστορία», με επιλογή κειμένων από τον γνωστό Βολιώτη συγγραφέα Κώστα Ακρίβο.

Σε απόσπασμα του βιβλίου καταγράφονται «Βολιώτικαι αναμνήσεις» του Νικόλαου Γάτσου που είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Σημαία» το 1931, και έχουν καταγραφεί από τις εκδόσεις ΔΗΚΙ.

Εγραψε, λοιπόν, ο Νικόλαος Γάτσος: «Ησαν τότε τα ήθη απλά και απέριττα και οι πόθοι μας παιδικοί. Οι διδάσκαλοί μας και οι γονείς μας μας συνεβούλευον τότε εκτός των μαθημάτων να διαβάζωμεν την «Ευτέρπην», την «Χρυσαλλίδα», την «Πανδώραν», περιοδικά τα οποία έγραφαν ο Ραγκαβής, ο Καλλιγάς, ο Ευστάθιος Σίμος, ο Αγγελος Βλάχος και άλλοι μεγάλοι λόγιοι της εποχής εκείνης. Ησαν θαυμάσια περιοδικά με πλουσιωτάτην και ποικίλην ύλην, περιλαμβάνοντα τα τιμαλφέστερα των προϊόντων της παγκοσμίου πνευματικής παραγωγής.

Οταν επαίζαμε εις την παραλίαν οι διδάσκαλοι μας εδείκνυον μετά ιερού σεβασμού την Ελληνικήν Σημαίαν κυματίζουσαν εις τα ελλιμενισμένα υδραϊκά και σπετσιώτικα τρεχαντήρια. Μας εδείκνυον τούς βρακοφορούντας τότε ναύτας και μας έλεγαν σιγανή τη φωνή: «Να έτσι ήταν ντυμένος και ό Μιαούλης και ο Κανάρης και ο Παπανικολής και ο Σαχτούρης»».

 

Μαθητικά συσσίτια

Η ιστορία των μαθητικών συσσιτίων ξεκινά από τη δεκαετία του ’20, ενδεχομένως και παλαιότερα. Σε ζοφερές εποχές έσωσαν πολλά Ελληνόπουλα από την πείνα. Μεταπολεμικά, τα μαθητικά συσσίτια ξεκίνησαν και πάλι το 1946 και με διάφορες μορφές, τροποποιήσεις και παραλλαγές κράτησαν ως τα 1969 οπότε και καταργήθηκαν για να επανέλθουν, δυστυχώς , με τη μορφή «σχολικών γευμάτων», στην περίοδο των μνημονίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλλεξε ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους Μαγνησίας, υπάρχουν τεκμήρια από το ’38 και εντεύθεν, που υπογραμμίζουν ότι διενεργούνταν μέσω της σχολικής επιτροπής. Τα μαθητικά συσσίτια διατηρήθηκαν και στην δεκαετία του ’40, στην περίοδο του πολέμου και την δεκαετία του ’50. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Μαγνησίας υπάρχει μητρώο συσσιτούντων μέχρι και το σχολικό έτος 67 – 68.

Το σιτηρέσιο περιελάμβανε ποικιλία τροφίμων όπως πλιγούρι, ρύζι, μακαρόνια, γάλα σε σκόνη κάποιες φορές, γάλα με κακάο, βούτυρο, μέλι, μαρμελάδα, ψητές πατάτες, μπακαλιάρος και άλλα. Τα παιδιά έτρωγαν πρωινό και μεσημεριανό, με την φροντίδα των σχολικών επιτροπών, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες, σε ορισμένα σχολεία βοηθούσαν και οι μητέρες στην παρασκευή του φαγητού.

Οι παλιότεροι θυμούνται επίσης την βοήθεια της ΟΥΝΡΑ την δεκαετία του ’40, σε μια δύσκολη περίοδο για την χώρα, που περιελάμβανε δέματα με τρόφιμα και ρουχισμό.

 

Κοντύλι και πένα

 Εντελώς διαφορετικές οι παλαιότερες εποχές, τότε που οι μαθητές είχαν ένα κοντύλι και μία πένα και ίσως στην καλύτερη περίπτωση ένα τετράδιο και τα βιβλία, καινούρια ή μεταχειρισμένα, που δανειζόντουσαν από άλλα παιδιά ή μεγαλύτερα αδέλφια.

Οι τάξεις δεν είχαν πάντα θέρμανση και φως, ειδικά στην περιφέρεια. Επικρατούσε κρύο, γι’ αυτό ο δάσκαλος ζητούσε από κάθε παιδί να φέρνει κάθε μέρα από ένα κούτσουρο σαν καυσόξυλο για να ζεσταθούν με τη φωτιά.

Οι μαθητές έπρεπε να βρίσκονται από πολύ νωρίς στο σχολείο και πολλές φορές καλούνταν να διανύσουν μεγάλη απόσταση περπατώντας, με καλές αλλά και δύσκολες καιρικές συνθήκες, βροχές και χιόνια. Και μην ξεχνάμε πως δεν είχανε όλα τα παιδιά παπούτσια και ζεστά ρούχα εκείνη την εποχή. Μάλιστα, μερικά παιδιά έβγαζαν τα παπούτσια και περπατούσαν όλη τη διαδρομή ως το σχολείο ξυπόλυτα, για να μην χαλάσουν το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια που διέθεταν, ώσπου να μεγαλώσει το πόδι τους και να αγοράσουν καινούρια.

  Τα σχολεία που έχουν επισκευαστεί εξ ολοκλήρου από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων είναι του Αγίου Βλασίου, του Κεραμιδίου, της Αργαλαστής και το Καρτάλειο Ζαγοράς (στέγη), ενώ τα σχολεία που επισκευάστηκαν από άλλους φορείς με μελέτες της ίδιας υπηρεσίας είναι του Αλμυρού, του Λαύκου, της Σούρπης και η Αχιλλοπούλειος Εμπορική Σχολή Τσαγκαράδας. Κάθε σχολείο έχει γράψει τη δική του ιστορία και τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του, αποτελούν δείγμα της εποχής του, υπενθυμίζοντας στους μεταγενέστερους εποχές που πέρασαν αλλά δεν λησμονήθηκαν 

Διατηρητέα μνημεία 

Σύμφυτα με την ιστορία πολλών αιώνων είναι δεκάδες παλιά σχολεία της περιοχής μας, που γαλούχησαν γενιές και γενιές μαθητών και αναπαλαιώθηκαν με πρωτοβουλία της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Εργων Θεσσαλίας, συνεχίζοντας τη διαδρομή τους στο χρόνο. Τα σχολικά κτίρια της Μαγνησίας που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα μνημεία, με πρωτοβουλία της αρμόδιας Εφορείας, αναδεικνύουν το ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χρώμα της κάθε εποχής και αναδίδουν έντονο άρωμα νοσταλγίας.

Το παλιότερο σχολείο της Μαγνησίας και κορυφαίο ιστορικό μνημείο είναι η Σχολή του Ρήγα στη Ζαγορά που ανάγεται στον 18ο αιώνα, είναι προγενέστερο του 1830, καθώς κτίστηκε το 1776, ενώ τα υπόλοιπα σχολεία έχουν κτιστεί από το 1860 και εντεύθεν.

Συγκεκριμένα έχουν κηρυχθεί διατηρητέα μνημεία: το σχολείο του Αγίου Βλασίου, το σχολαρχείο του Αγίου Γεωργίου Νηλείας, το παλιό Δημοτικό Σχολείο του Αγίου Γεωργίου Νηλείας, το παλιό Γυμνάσιο Αλμυρού, το Σχολαρχείο Ανω Γατζέας, το παλιό Παρθεναγωγείο Αργαλαστής, το Δημοτικό Σχολείο Ευξεινούπολης, το παλιό Παρθεναγωγείο Κεραμιδίου, το παλιό Δημοτικό Σχολείο Λαύκου, το Δημοτικό Σχολείο Νέας Αγχιάλου, το παλιό Δημοτικό Σχολείο «Μπούρτζι» της Σκιάθου, το Δημοτικό Σχολείο Σούρπης, η Αχιλλοπούλειος Εμπορική Σχολή Τσαγκαράδας, το Καρτάλειο Δημοτικό Σχολείο Τσαγκαράδας, η Νανοπούλειος Σχολή Τσαγκαράδας και το Κανισκέρειο Παρθεναγωγείο Μακρυρράχης.


Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Οδοιπορικό στους δρόμους της Νέας Ιωνίας του 1960: Οδός Χρήστου Λούλη



Της Βασιλείας Γιασιράνη- Κυρίτση
Λίγο πιο πέρα από το μεταξουργείο συνέχιζαν τα Τζαμαλιώτικα με τη μεγάλη κοινόχρηστη αυλή ώς την οδό Μαγνησίας. Μετά άρχιζαν τα Γερμανικά από κάτω και τα τετράγωνα Ζ πάνω από τη Χρ. Λούλη.
Αυτά ήταν ο πυρήνας του προσφυγικού συνοικισμού, αφού έγιναν το 1924 και ήταν τα πρώτα που στέγασαν τους ταλαιπωρημένους πρόσφυγες. Το κομμάτι αυτό του δρόμου είχε κάτι το ιδιαίτερο. Τα πολύ μικρά σπιτάκια-δωμάτια, με την ελάχιστη σχεδόν καθόλου αυλίτσα με τις γραφικές γλάστρες βασιλικού στο πεζοδρόμιο, με τον παλιό βαμμένο καναπέ και τα σκαμνάκια στην άκρη, τις γαργαλιστικές μικρασιάτικες μυρωδιές ήταν το πιο αγαπημένο. Χρ. Λούλη 34. Εδώ σταματούσα μεγάλη πια, στο γυμνάσιο, να δω από το παράθυρο του προσφυγικού τον κυρ-Παναγιώτη Κατσιρέλο, καθισμένο στο ντιβανάκι, πίσω από την πρόχειρη βιβλιοθήκη, σκυμμένο πάνω σε χαρτιά ανακατωμένα να γράφει και δίπλα του ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα. Πιο πέρα η κυρά Χαρίκλεια Κουρελά σκυμμένη στον νεροχύτη ήταν ανύπαρκτη. Μόνο η παρουσία της υπήρχε.
Σταματούσα περισσότερο από περιέργεια να δω αυτά που ζωγράφιζε και να πω τα χαιρετίσματα από τη νονά μου τη Βασιλεία Γεωργαλαδάκη, που ήταν φίλη του, να μιλήσουμε για τα σχέδιά μου να γίνω φιλόλογος, να πούμε για τους νέους ρυθμούς ζωής. Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν ο πρώτος βραβευμένος λογοτέχνης της Νέας Ιωνίας. Γιος του Κων/νου και της Χάιδως, γεννημένος το 1915 στη Σμύρνη, ήλθε με την οικογένειά του στον Βόλο και εγκαταστάθηκε στο τετράγωνο Ζ. Μεγάλωσε στη μικρή καμαρούλα και μετά από πολλές αναζητήσεις έγινε τυπογράφος.
Δούλεψε στην εφημερίδα «Η Θεσσαλία» και από κει συνταξιοδοτήθηκε. Μετά άρχισε η δημιουργική περίοδος.
Παναγιώτης Κατσιρέλος
Χαρισματικός άνθρωπος, προικισμένος από τη φύση, κλειστός στον εαυτό του και στον κόσμο του, ελάχιστα κοινωνικός μέσα εκεί στο απομεινάρι των πρώτων εγκαταστάσεων των προσφύγων έγραφε συνέχεια. Έγραφε και έσβηνε. Αναθεωρούσε τη σκέψη του και επιχειρούσε πάλι με μια δεύτερη ματιά. Και έγραψε πολλά βιβλία. Η «στάση Μαυρομάτη» ήταν από τα πρώτα βιβλία που διάβασα μονορούφι κι ύστερα αναζητούσα και τα άλλα στη βιβλιοθήκη του Δήμου Νέας Ιωνίας. Τα βιβλία του ήταν η ζωντανή ιστορία της προσφυγιάς απλή και ανεπιτήδευτη, η αληθινή ιστορία της πρώτης δραματικής εγκατάστασης, ο αγώνας για την επιβίωση εκείνων των ανθρώπων…
Ευτυχώς τιμήθηκε από την Πολιτεία και από πολλούς μικρασιατικούς συλλόγους «εν ζωή», συγκινήθηκε, δάκρυσε, χάρηκε κρυφά, όσο και αν απέφευγε τη δημοσιότητα και τα χειροκροτήματα. Έφυγε το 2007 από κείνη την καμαρούλα, το άντρο του και η απανεμιά του.
Απέναντι από το προσφυγικό του Κατσιρέλου ήταν το σπίτι του Κων/νου και της Δέσποινας Σαρόγλου από τα Θείρα της Μ. Ασίας. Είχε τρία αγόρια και μια κόρη. Από τα αγόρια ο Ιωάννης είχε καφενείο στην οδό Χαλκηδόνος, μετέπειτα Λ. Ειρήνης και ήταν μέλος του Δ.Σ. της ΝΙΚΗΣ.
Οικογένεια Παν. Κατσιρέλου
Ο Αντώνιος ανήκε στον δημοκρατικό στρατό, τραυματίστηκε στο πόδι του, το έχασε και έμεινε ανάπηρος. Εξελέγη με τον συνδυασμό του Νικολάου Νικολόπουλου στις εκλογές της 17ης Οκτωβρίου 1982 δεύτερος τακτικός με ψήφους 231 και αργότερα με δήμαρχο τον Στέφανο Φούσκη στην πρώτη τετραετία, στις 14 Οκτωβρίου 1990 εξελέγη πάλι. Ήταν «σεβαστός φίλος, αγωνιστής, φίλος του περιβάλλοντος, Αριστερός στον τρόπο ζωής – όχι στα λόγια – ο ριζοσπάστης, ο ειλικρινής, ένας από όλους εκείνους που θέλουν τον κόσμο καλύτερο, δίκαιο σύγχρονο…».
Στο δεύτερο προσφυγικό από την πλευρά της εκκλησίας έμενε ο Χαράλαμπος Μυτιληναίος που είχε αδελφό του τον Γιώργο, φορτοεκφορτωτές και οι δυο από τα Βουρλά γι’ αυτό ήταν γνωστοί ως Βουρλιώτες. Ο Χαράλαμπος, γεννημένος το 1903, ξεκίνησε με ένα μικρό καΐκι στην αρχή, όταν ήρθε στον Βόλο να κάνει μεταφορές.
Μετά μπήκε στο σωματείο των Αγιωργητών και παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Παντρεύτηκε τη Μαρία από τη Σμύρνη και απόκτησε τέσσερα παιδιά: Τους Φραντζέσκο, Ελένη, Χρήστο και Ευαγγελία. Ο ένας του γιος, ο Φραντζέσκος, γεννήθηκε το 1933 στη Νέα Ιωνία. Με τις λιγοστές γραμματικές γνώσεις πήγε ένα χρόνο στο εργοστάσιο στου Μπουκουβάλα και μετά συνέχισε το νυχτερινό. Αρχικά δούλεψε σαν φανοποιός για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια και μετά εργάστηκε στο σωματείο Αγιωργητών ως επόπτης. Παντρεύτηκε την Ελένη από το Εγγλεζονήσι και είχε μια κόρη τη Μαρία. Η δουλειά στο σωματείο ήταν κουραστική. Ξεκινούσε από τις 7 το πρωί, σταματούσε λίγο το μεσημέρι και συνέχιζε ώς αργά το απόγευμα. Πέρασαν πολλά χρόνια για να γίνει το ωράριό τους 7 με 2. Δύσκολες συνθήκες εργασίας. Φόρτωναν τσουβάλια με αλάτι, θειάφι, σιτάρι, καλαμπόκια, λάδι και πολλές φορές γύριζε σπίτι πληγωμένος στην πλάτη και με μάτια που έτσουζαν από το θειάφι.
Περνώντας απέναντι, στη γωνία ακριβώς του δρόμου, ήταν το σπίτι της οικογένειας του Χρήστου και της Πολίνας Κορωναίου. Τέσσερα ήταν τα παιδιά τους: Ο Βαγγέλης, ο Γιώργος, ο Δημήτρης και ο Σπύρος. Ο Γιώργος ήταν ποδοσφαιριστής της ΝΙΚΗΣ και ασπριτζής, γνωστός με το παρατσούκλι «γκαλού». Παντρεύτηκε τη Χρύσα Μαντζαρίνου, κόρη της Μαρίτσας και του Βαγγέλη, που είχε καφενείο δίπλα από το κρεοπωλείο του Κοκόλη (σύμφωνα με άλλη πηγή παντρεύτηκε την κόρη του Γιαννόπουλου που είχε εστιατόριο δίπλα από το καθαριστήριο του Τάσου Μανιατάκη).
Λιλή Μακαρωνά αριστερά, στη Ν. Ιωνία, 1950
Δίπλα ήταν το ψιλικατζίδικο του Κων/νου Ψαριανού από τη Σμύρνη και της κυρίας Άρτεμης. Ήταν στενόμακρο με ξύλινο πάτωμα και δυο μεγάλες ξύλινες βιτρίνες γεμάτες κουμπιά, μολινέδες, καρούλια, μασουράκια, μπομπίνες όλων των χρωμάτων, παραμάνες, βελόνες ραψίματος, βελόνες πλεξίματος και πάνω στα ράφια του βόρειου τοίχου μαλλιά πλεξίματος όλων των χρωμάτων, όλων των εργοστασίων…
Η ταμπέλα πάνω από την είσοδο έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα «ψιλικά Κων/νος Ψαριανός». Ο Κων/νος, ψηλός, ευγενικός, αβάρετος, είχε το χάρισμα της επικοινωνίας, ιδιαίτερα με τις γυναίκες που συναναστρεφόταν λόγω επαγγέλματος, και πάντα έβρισκε τρόπο να εξυπηρετήσει την πελάτισσα, να μη φύγει με άδεια χέρια από το μαγαζί του. Αργότερα το ίδιο αποδείχθηκε και ο ένας γιος του Νίκος, ο οποίος ανέλαβε με τη γυναίκα του τη Δέσποινα, το μικρό μαγαζάκι μεγάλωσε, έγινε καλαίσθητο, γέμισε με περισσότερα πράγματα και άντεξε. Το κράτησαν μέχρι το 2018, όταν συνταξιοδοτήθηκαν για να ακολουθήσουν την κόρη τους Άρτεμη στην Αμερική. Ο Νίκος είχε και δυο αδελφές. Τη μία την έλεγαν Ελπίδα… και ήταν καθηγήτρια Αγγλικών.
Δεύτερος δεξιά Χαρ. Μυτιληναίος
Λίγο πιο πέρα ήταν το προσφυγικό της οικογένειας Νικολάου και Φανής Μακαρωνά από τη Μαγνησία της Μ. Ασίας.
Ο Νίκος, δραστήριο άτομο, μετείχε στη σχολική εφορεία των νέων σχολείων το 1933 και μέλος της Επιτροπής Ανεγέρσεως του ναού της Ευαγγελίστριας από το 1947 μέχρι το 1962, αλλά και επίτροπος του ναού από το 1949 ώς το 1966. Η Φανή ήταν πρόσχαρη, χαμηλών τόνων, γλυκύτατη και ευγενική. Από τον γάμο της είχε αποκτήσει την Αμαλία, τη Βασιλική, τη Λήδα (Λιλή), τον Βύρωνα και τον Μιχαήλ, γεννημένα όλα στη Μαγνησία. Την κυρία Φανή τη γνώρισα καλά, όταν πήγαινα στο σπίτι της να πάρω τη φίλη, συμμαθήτριά μου και εγγονή της Καίτη Μπαλή. Η μικρή αυλή με τα κάγκελα ήταν γεμάτη λουλούδια. Γλάστρες μικρές και μεγάλες πάνω σε τρίποδα ή και κάτω στόλιζαν τον χώρο. Μπαίνοντας από την κύρια είσοδο στο πρώτο δωμάτιο υπήρχε ένα σκαλιστό σερβάν στον τοίχο γεμάτο με ωραία παλιά αντικείμενα, ανθοδοχεία και παλιές φωτογραφίες, δυο ανθοστήλες στις γωνίες στολισμένες με πλεκτά ένα μικρό τραπεζάκι σαλονάκι με τις βελούδινες μικρές καρέκλες, στο μεγάλο παράθυρο μια πλεκτή διάφανη κουρτίνα με κόκκινο ριχτάρι και από την άλλη πλευρά του δωματίου προς τον βόρειο τοίχο ένα μπαουλοντίβανο με σκαλιστή πλάτη και βιτρίνα. Μαξιλάρια μικρά, μαξιλαράκια βελούδινα, κεντημένα, έργα χειροποίητα τοποθετημένα με σειρά και με τάξη στόλιζαν το ντιβάνι και έδειχναν την αξιοσύνη της. Στην ανοιχτή είσοδο που οδηγούσε στα μέσα δωμάτια κρεμόταν μια βελούδινη κουρτίνα με δυο φύλλα, μάλλον σκούρου κόκκινου χρώματος με φουντίτσες μικρές και άνοιγε μια θέα με ρούχα κρεμασμένα και ένα μπαούλο στην άκρη. Πιο πέρα η μικρή κουζίνα και έξω στην πλακόστρωτη αυλή η τουλούμπα και λουλούδια… πολλά λουλούδια σε ωραίες γλάστρες, γυάλινες ζαρντινιέρες και μεράκι…
Aμαλία Μπαλή στο πατρικό της με την κόρη της
Η Αμαλία έγινε σύζυγος του Γεωργίου Μπαλή, γνωστού ξυλογλύπτη, μετέπειτα δημάρχου, η Λιλή ήταν υπάλληλος περιθάλψεως, ο άνθρωπος που «έτρεχε για τα προβλήματα» της Ευαγγελίστριας και η πρώτη μαγείρισσα στο Σπίτι Γαλήνης για τους φτωχούς της ενορίας. Ανύπαντρη, αφιέρωσε τη ζωή της στην αγαθοεργία.
Καλοντυμένη, ευγενική, αγαπούσε πολύ την ανιψιά της και μαζί αγαπούσε και μένα με κείνο το ενδιαφέρον που δεν είναι πρόσθετο, αλλά αληθινό. Ο Βύρωνας και ο Μιχαήλ ήταν «αλευροπώλαι» και μετά εξελίχθηκαν σε σπουδαίους επιχειρηματίες. Το προσφυγικό το κληρονόμησε ο γιος της Αμαλίας Μάκης Μπαλής, βουλευτής, και το πούλησε με ενδεικτική τιμή, σχεδόν το χάρισε στους Ίωνες, πριν μερικά χρόνια για πολιτιστική εστία.
Πηγές: Προσωπικές μαρτυρίες, Γιάννη Κονταξή, Φιλιώς Φιλοσόγλου, Μανώλη Παρασκευά, Καίτης Μπαλή, Δημήτρη Βαλκαμελή, Ημερολόγιο 2014 «Μικρασιάτες Φορτοεκφορτωτές και συσκευαστές ξηράς» Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών «Το Εγγλεζονήσι», Δ. Κωνσταντάρα-Σταθαρά «Συναξάρι των πρώτων οικιστών της Ν. Ι από το 1924», 2013. Δ. Κωνσταντάρα-Σταθαρά «Το χρονικό της Ν. Ιωνίας, 1994» περ. Μαγνησία, Τ.9, 2007,thessalia