Επετειακό έτος, για τον Giorgio de Chirico, (Τζόρτζιο ντε Κίρικο),
εκατόν τριάντα χρόνια από τη γέννησή του και σαράντα χρόνια από τον
θάνατο του Ιταλού ζωγράφου, που γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1888 στον Βόλο
και πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1978.
Ο μεγάλος ζωγράφος έγινε παγκόσμια γνωστός για τη Μεταφυσική Ζωγραφική,
ρεύμα που διαμόρφωσε με τον Carlo Cara, αλλά και για την επιρροή που
άσκησε σε καλλιτεχνικά ρεύματα του εικοστού αιώνα, όπως ο υπερρεαλισμός
και η Νέα Αντικειμενικότητα. Τα θεμέλια της μεταφυσικής οπτικής και του
προσωπικού ύφους του Ντε Κίρικο τέθηκαν χωρίς αμφιβολία κατά τη διάρκεια
της παραμονής του στο Μόναχο, όπου ήρθε σε επαφή με τον μαγικό ρεαλισμό
του Arnold Boecklin, τον συμβολισμό του Max Klinger, τη φιλοσοφία του
Arthur Schopenhauer και τις ψυχολογικές θεωρίες του Otto Weiniger. Οι
πίνακες του διέπονται από οραματικά και ποιητικά στοιχεία, ενώ
χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερη έμφαση του Ντε Κίρικο σε αινιγματικές
συνθέσεις και στην αμφισημία των αντικειμένων. Το νεοκλασικό ύφος που
υιοθέτησε μετά το 1919, όπως και σχεδόν το σύνολο των έργων του μετά την
περίοδο της Μεταφυσικής Ζωγραφικής του, θεωρήθηκε από πολλούς κριτικούς
υποδεέστερο, ωστόσο η παραγωγή του κατά την περίοδο 1911-19
αναγνωρίζεται από την πλειοψηφία τους ως σημαντική και ξεχωριστή στην
ιστορία της μοντέρνας τέχνης. Πώς όμως και γεννήθηκε στον Βόλο ο Ντε Κίρικο;
Toν Σεπτέμβριο του 1881 υπογράφηκε μεταξύ της κυβέρνησης Κουμουνδούρου
και του Evaristo De Chirico (Εβαρίστο ντε Κίρικο), μηχανικού, εκπροσώπου
του τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης Θεοδ. Μαυρογορδάτου, σύμβαση
κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής από Βόλο στη Λάρισα. Ο Evaristo De
Chirico ήταν ο πατέρας του μεγάλου ζωγράφου Giorgio De Chirico και μαζί
με άλλους μηχανικούς ίδρυσε κατασκευαστική εταιρεία και ανέλαβε την
κατασκευή των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων.
Στις 22 Απριλίου του 1884 έγιναν στον Βόλο τα εγκαίνια του Σιδηροδρόμου, με την παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α’.
Στα εγκαίνια έγιναν τα αποκαλυπτήρια του καλλιτεχνικού μνημείου της
Αθηνάς με την προτομή του Γεωργίου Α’, έργα και τα δύο του Ιταλού γλύπτη
Previsan. Και τα δύο αυτά αγάλματα υπάρχουν σήμερα στον χώρο μπροστά
στον σιδηροδρομικό σταθμό του Βόλου.
Έτσι δημιουργήθηκε ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, ο οποίος, όπως μας
πληροφορεί ο Μιχ. Γρηγορόπουλος, στο βιβλίο του «Περιήγησις εν Ελλάδι»,
«εν μέσω των περιβαλλόντων αυτόν αμφιλαφών δένδρων προσομοιάζει ωραία
εξοχική επαύλει».
Στη συνέχεια το 1893 άρχισε η κατασκευή του της σιδηροδρομικής γραμμής
Βόλου – Λεχωνίων – Μηλεών, η οποία αποπερατώθηκε τον Ιούλιο 1903.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής στον Βόλο, του Εβαρίστο ντε Κίρικο με τη
σύζυγό του επίσης Iταλίδα Τζέμα ντε Κίρικο, γεννιέται στην πόλη μας ο
μεγάλος ζωγράφος.
Τόσο για το ζωγράφο Ντε Κίρικο, όσο και για τους Θεσσαλικούς
Σιδηροδρόμους έχουν γίνει επανειλημμένα εκδηλώσεις και το 1995
διοργανώσαμε ως ΔΗΚΙ (Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας του Δήμου Βόλου),
ημερίδα*, επί Δημαρχίας Δημ. Πιτσιώρη.
«Αρχαιολόγο»,
«Έκτωρ και Ανδρομάχη» από την πρώτη βόλτα στην Corso Mazzini, τον
κεντρικότερο δρόμο της Κοζέντσα. Η πόλη της Ν. Ιταλίας βρίσκεται στην
Καλαβρία, όπου και τα ελληνόφωνα χωριάΠόσο όμως ως πόλη έχουμε αξιοποιήσει τους Ντε Κίρικο;
Αν κάποιος ξένος επισκεφθεί την πόλη πού θα δει τους Ντε Κίρικο;
Α. Τρενάκι. Επαναλειτουργία στη γραμμή Βόλος – Λεχώνια- Μηλιές.
Μεγάλη η κληρονομιά που μας άφησε ο πατέρας Ντε Κίρικο, το τρενάκι του
Πηλίου, το οποίο αφού η χούντα το κατήργησε το 1971, επανήλθε σε
λειτουργία με τις προσπάθειες του συλλόγου «Φίλοι του Τραίνου»,
(Δαμίγος, Καραθάνου, Σκυργιάννης κ.ά.) που συνέβαλαν και ανέστησαν το
τρενάκι.
Ο «πολιτισμός» και πάλι δεν άντεξε το τρενάκι να περνά μέσα από την πόλη
και την οδό Δημητριάδος και έτσι το εξοβελίσαμε στα βουνά, ώστε να μην
ενοχλεί και να κάνει την «ουδέτερη» διαδρομή Λεχώνια – Μηλιές.
Ήταν λάθος μας που επικαλύψαμε τις γραμμές της Δημητριάδος και δεν
αξιοποιήσαμε το τρενάκι, ώστε αυτό να περνά μέσα από την πόλη, ακόμη και
ως τραμ, που λειτουργούσε παλιότερα.
Σήμερα, όπου βλέπουμε στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις κεντρικά τμήματα να
πεζοδρομούνται, και το αυτοκίνητο να εκδιώκεται από το κέντρο των
πόλεων, ακόμη και η Πανεπιστημίου στην Αθήνα πρόκειται να πεζοδρομηθεί,
είναι η ώρα να δούμε με άλλη ματιά το τρενάκι, το οποίο έχει
χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο μνημείο τέχνης.
Από μόνο του το τρενάκι θα μπορούσε να κάνει παγκοσμίως γνωστό το Βόλο,
διότι η πολιτιστική κληρονομιά που λέγεται τρενάκι Πηλίου έχει ήδη
προκαλέσει το παγκόσμιο ενδιαφέρον, απλά εμείς δεν φροντίσαμε να το
αξιοποιήσουμε όσο του αξίζει, μια και στην ιστορία των σιδηροδρόμων το
τρενάκι κατέχει πρωτεύουσα θέση.
Είναι βέβαιο ότι τα επόμενα χρόνια το τρενάκι θα καθιερωθεί ως ζωντανό
στοιχείο της πόλης αν θέλουμε να ονομάζεται η πόλη μας ευρωπαϊκή και όχι
οπισθοδρομική, μία πόλη που πρέπει να στηριχθεί στο τετράπτυχο Βόλος –
Πήλιο – Ντε Κίρικο – Αργώ.
Β. Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Βόλου.
Είναι γεγονός ότι όταν δημιουργήθηκε το κτίριο του Σιδηροδρομικού
Σταθμού έμοιαζε με έπαυλη και η αρχιτεκτονική του αξία αναγνωρίζεται και
σήμερα. Πού είναι όμως οι Ντε Κίρικο;
Όταν έρχεται ένας ταξιδιώτης ή φεύγει από το σιδηροδρομικό σταθμό δεν αντιλαμβάνεται καμία παρουσία των Ντε Κίρικο.
Το στρογγυλό ρολόι «σήμα κατατεθέν» των απανταχού σιδηροδρομικών σταθμών του κόσμου στην πόλη μας δεν υπάρχει.
Είναι το ρολόι που έχει αποτυπώσει σε πολλούς πίνακες ο ζωγράφος Ντε Κίρικο, όπως αποτύπωσε και το τρενάκι.
Ούτε επίσης μία αφίσα με ένα έργο του Ντε Κίρικο θα δει κανείς στην αίθουσα αναμονής ή στα γραφεία των υπαλλήλων.
Αυτό που άμεσα και χωρίς κόστος μπορεί να γίνει είναι να τοποθετηθούν
στην αίθουσα αναμονής του σιδηροδρομικού σταθμού (τώρα επισκευάζεται),
αλλά και στα γραφεία αφίσες με έργα του Τζόρτζιο ντε Κίρικο και μάλιστα
αυτά που να αποτυπώνουν το τρενάκι. Επίσης δύο φωτογραφίες μία του
Εβαρίστο Ντε Κίρικο και μία του Τζόρτζιο ντε Κίρικο σε κορνίζες και λίγα
λόγια βιογραφικά (δίγλωσσο) για τον καθένα και τη σύνδεσή τους με την
πόλη.
Επίσης θα μπορούσαμε να φιλοτεχνήσουμε δύο προτομές για τους Ντε Κίρικο και να τοποθετηθούν σε περίοπτη θέση του σταθμού.
Το
στρογγυλό ρολόι «σήμα κατατεθέν» των σιδηροδρομικών σταθμών του κόσμου
στην πόλη μας δεν υπάρχει. Το ρολόι έχει αποτυπώσει σε πολλούς πίνακες ο
ζωγράφος Ντε Κίρικο, όπως αποτύπωσε και το τρενάκιCozenza, κι… όμως δεν είναι Βόλος.
Με τύχη αγαθή και φιλοξενία των αγαπητών Ντάριο και Ελένης βρέθηκα, το
περασμένο καλοκαίρι, στη Κοζέντσα, μία πόλη στη Νότιο Ιταλία, στην
Καλαβρία, όπου και τα ελληνόφωνα χωριά.
Με την πρώτη βόλτα στον κεντρικότερο δρόμο της, στην Corso Mazzini,
εντυπωσιάζεται κανείς από τα μεγάλα και ψηλά μπρούντζινα αγάλματα,
αντίγραφα έργων του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Αναρωτήθηκα αν είχε σχέση ο Ντε
Κίρικο με την Κοζέντσα. Καμία, απλώς εκτίμησαν το έργο του και
διακόσμησαν το κεντρικότερο δρόμο τους με τους Αρχαιολόγους, Έκτωρ και
Ανδρομάχη, Μεγάλο Μεταφυσικό.
Και μάλιστα έκαναν και κάτι πιο ευρηματικό ανέβασαν στο You Tube βίντεο
με την Corso Mazzini, την κεντρική αγορά δηλαδή και τα αγάλματα του Ντε
Κίρικο, το οποίο μπορεί να δει κανείς.
Αυτό που δεν έκανε ο Βόλος το πραγματοποίησε η Κοζέντσα, κι ας μην είναι η γενέτειρα του Ντε Κίρικο.
Τέσσερα – πέντε μεγάλα αγάλματα του Ντε Κίρικο είναι επιβεβλημένο να
τοποθετηθούν στο πιο πολυσύχναστο σημείο της πόλης στην παραλία του
Βόλου, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, θα έπρεπε να αποκτήσει χαρακτήρα
πεζόδρομου και όχι εν δυνάμει οδού.
Είναι γεγονός ότι η πόλη τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιάσει μία
πολιτιστική κάμψη (λόγω οικονομικής κρίσης και Δημοτικής Αρχής) μέχρι
και τα μπρούντζινα αγάλματα αφαιρέθηκαν μπροστά από το Δημαρχείο για να
πωληθούν ως μέταλλο!, χωρίς φυσικά να αντικατασταθούν. Η πόλη χρειάζεται
ένα πολιτισμικό σοκ για να αρχίσει η πολιτιστική ανάκαμψη, και πάντως
αν και η σημερινή συγκυρία δεν βοηθά στα επόμενα χρόνια αυτό θα συμβεί. *βλ. σχετική έκδοση πρακτικών, Χρ. Φώτου, Ο Βόλος και οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι 1882 – 1906
Μια ζωή ολόκληρη, 72
συνεχόμενα χρόνια, συμπλήρωσε αισίως στην τοπική αγορά ο Ιωσήφ
Χριστοφορίδης, ο παλαιότερος παντοπώλης του Βόλου, ο οποίος βρίσκεται
πάντα στις επάλξεις, δεκαεννέα χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του. Ο
γνωστός επαγγελματίας του Βόλου, ο οποίος εργάζεται από την ηλικία των
12 ετών, δημιούργησε με πολύ δουλειά και διαρκή προσπάθεια την
επιχείρησή του, με τον γιο του Πρόδρομο να συνεχίζει επάξια την
οικογενειακή παράδοση.
Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ «Η οικογένειά μου ήρθε από το Ικόνιο της Καππαδοκίας το 1924 με την
ανταλλαγή. Ο πατέρας μου, Πρόδρομος, ήταν αργυραμοιβός στην Καππαδοκία
και όταν ήρθε στον Βόλο άνοιξε κρεοπωλείο, μια παράγκα μπροστά από το
Γυμναστήριο. Η μητέρα μου, Ελένη, διατηρούσε παντοπωλείο, παράγκα
επίσης, στην οδό Χατζηαργύρη», αρχίζει η αφήγηση του συνταξιούχου
παντοπώλη. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και η εικόνα του Βόλου τελείως διαφορετική, σε
σύγκριση με τη σημερινή εποχή. Ο Πρόδρομος και η Ελένη Χριστοφορίδη,
απέκτησαν πέντε παιδιά, τον Χριστόφορο, τον Πέτρο, πατέρα του γνωστού
Βολιώτη γιατρού Πρόδρομου Χριστοφορίδη, τον Ιωσήφ, την Ελισάβετ και την
Ευλαμπία. Η πατρική οικία βρισκόταν στην οδό Χατζηαργύρη με Αχιλλοπούλου, στην
περιοχή του Αγίου Βασιλείου, κι όπως θυμάται ο Βολιώτης παντοπώλης,
δίπλα υπήρχαν παράγκες και πίσω από το σπίτι, χωράφια. «Ο Βόλος ήταν μια
μικρή πόλη, με πολλά χωράφια. Μετά από το δικό μας σπίτι υπήρχαν πολλά
χωράφια, όπου βοσκούσαν πρόβατα και γίδια. Τώρα έγιναν μεγάλες
πολυκατοικίες στο ποτάμι, ενώ παλιά φοβόσουν να πας εκεί το βράδυ». Σε κάθε γειτονιά υπήρχαν μικρά μαγαζάκια, παντοπωλεία και
ψιλικατζίδικα, μικρές παράγκες που πουλούσαν τα αναγκαία της κάθε μέρας,
μακαρόνια, όσπρια, ζάχαρη, λάδι, πατάτες, κρεμμύδια, όλα χύμα. Ο κόσμος
ψώνιζε με φειδώ, όπως και σήμερα, με τα όσπρια να βρίσκονται τακτικά
στο τραπέζι των περισσότερων οικογενειών που μοχθούσαν για το
μεροκάματο. Ο κόσμος ψώνιζε βερεσέ και το θρυλικό τεφτέρι, που επανήλθε
στο προσκήνιο λόγω ύφεσης, βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη. «Πουλούσαμε
και βερεσέ. Δούλευε τότε ο κόσμος στα εργοστάσια, άλλοι σε οικοδομικές
εργασίες και μας πλήρωναν το Σάββατο. Εμείς τους βοηθούσαμε, γιατί τους
γνωρίζαμε χρόνια και υπήρχε εκτίμηση και εμπιστοσύνη με τους πελάτες»
συνεχίζεται η αφήγηση. Ηταν άλλες εποχέςΟ Βολιώτης παντοπώλης θυμάται με συγκίνηση και νοσταλγία το παλιό
μπακάλικο της οικογένειας, μια παραγκούλα γεμάτη από την καλή αύρα των
ανθρώπων που της έδωσαν ζωή. «Βάζαμε κρεμμύδια στα ψηλά ράφια, για να τα
πουλήσουμε τον χειμώνα, και θυμάμαι σαν τώρα τα κρεμμυδόφυλα πάνω στη
ζυγαριά», αναφέρει. Οι μνήμες των παιδικών χρόνων και μιας άλλης εποχής, που φαντάζει
μακρινή, ζωντανεύουν μέσα από την παραστατική αφήγηση του παλιού
παντοπώλη, ο οποίος υπογραμμίζει: «Μόλις τελείωσα το δημοτικό, ήμουν στο
μπακάλικο, άρχισα να βοηθάω και σιγά - σιγά αγόραζα μόνος μου το
εμπόρευμα, συνεχίζοντας μέχρι σήμερα να έρχομαι στο κατάστημα τα πρωινά,
γιατί δεν θέλω να κάθομαι στο σπίτι». Πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό, ο Ιωσήφ Χριστοφορίδης έδειξε από
μικρή ηλικία το εμπορικό του ταλέντο, το οποίο εξελίχθηκε σταδιακά. Δεν
είναι τυχαίο το γεγονός ότι πρόκοψε, ανελίχθηκε επαγγελματικά και
κατέλαβε μια από τις κορυφαίες θέσεις στον κλάδο των παντοπωλών. «Μετά
το δημοτικό, ακόμη κι όταν πήγαινα στο σχολείο, ήμουν στο μαγαζί και
ασχολούμουνα με διάφορες δουλειές. Για παράδειγμα, έφτιαχνα τυχερά και
καθόμουν την Κυριακή το απόγευμα έξω από την πόρτα του μαγαζιού και τα
πουλούσα. Τα παιδιά κέρδιζαν μια τόπα, ένα μικρό παιχνίδι, και για να
πουλήσω περισσότερα τυχερά, έδινα το μεγαλύτερο δώρο σε κάποιον που είχε
μεγάλη παρέα και τρέχαν όλα τα παιδιά, για να αγοράσουν τυχερά λαχεία»
θυμάται. Η δουλειά τον συντροφεύει μια ζωή, από τα παιδικά του χρόνια, κι όταν
άλλα παιδιά της ηλικίας του έπαιζαν τις Κυριακές, εκείνος πήγαινε με το
κασελάκι του λούστρου έξω από τον ναό του Αγίου Γεωργίου στην Αγριά κι
έβαφε παπούτσια. «Πήγαινα κάθε Κυριακή στην Αγριά με το λεωφορείο και
άφηνα το κασελάκι μου σε μια ταβέρνα της Αγριάς, το οποίο έπαιρνα κάθε
Κυριακή» αναφέρει με νοσταλγία. Σιγά - σιγά, δημιούργησε κεφάλαιο, δημιούργησε τη δική του οικοδομή
και παντοπωλείο, Χατζηαργύρη με Αχιλλοπούλου, απέναντι από το πατρικό
του σπίτι, και «σιγά – σιγά, αφού δυνάμωσα οικονομικά, πήρα μετά από
πολλά χρόνια το μαγαζί του Καρύδη, το μεγαλύτερο μπακάλικο του Βόλου,
που βρισκόταν Ιωλκού με Τάκη Οικονομάκη», υπογραμμίζει. Ο Ιωσήφ Χριστοφορίδης (δεξιά) με συγγενείς και γείτονες έξω από το παλιό μπακάλικο της οικογένειαςΕπιτυχημένος επαγγελματίαςΟι κόποι μιας ζωής απέδωσαν καρπούς κι ο νεαρός βιοπαλαιστής
αναδείχθηκε σε οικονομική δύναμη για την πόλη, με πολύ μεγάλη
επαγγελματική δράση. Δημιούργησε μια ευτυχισμένη οικογένεια με την
αξιαγάπητη σύζυγό του Βαγγελίτσα, κι απέκτησαν δύο παιδιά, τον Πρόδρομο
και τον Χρήστο, εκλεκτά μέλη, αμφότεροι, της τοπικής κοινωνίας. Μέσα από την αφήγηση του Ιωσήφ Χριστοφορίδη, ζωντανεύουν εικόνες του
παλιού Βόλου, με τα όμορφα σπίτια, τις αυλές, τις γειτονιές με τα μικρά
μαγαζάκια, τα εμπορικά της Ερμού, τη συμπαράσταση μεταξύ των γειτόνων. Ο
ίδιος συνέχισε, στο μεταξύ, την ανοδική του εμπορική πορεία, και το
1978 δημιούργησε μίνι μάρκετ στο ιδιόκτητο κατάστημα που διατηρεί μέχρι
σήμερα ο γιος του Πρόδρομος, που παρέλαβε τη σκυτάλη, στην οδό Γκλαβάνη
με Τάκη Οικονομάκη. Οι εποχές άλλαξαν για όλους τους επαγγελματίες, λόγω της κρίσης που
διαφοροποίησε τα δεδομένα στην τοπική αγορά. «Δεν υπάρχει σύγκριση
ανάμεσα στο τότε και το σήμερα. Υπάρχει μεγάλη διαφορά, γιατί και σήμερα
η κατάσταση είναι σφιχτή, αλλά δεν υπάρχουν δουλειές κι όλος ο κόσμος
έχει οικονομική δυσκολία. Ο κόσμος ψωνίζει τα απαραίτητα, περιορίζοντας
τις δαπάνες του, διότι κάνει περικοπές σε πολλά είδη. Οι περισσότεροι
περιορίζονται στο κυρίως φαγητό και αποφεύγουν τα ακριβά πράγματα»,
τονίζει. Νοσταλγεί τις παλιές, καλές εποχές, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι: «Και
τώρα καλά είμαι, δεν έχω παράπονο. Υγεία να έχουμε, κι ας βγάζουμε
λιγότερα. Αρκεί να μπορούμε να ζούμε και να κρατάμε το μαγαζί». Δηλώνει
ικανοποιημένος από τη ζωή του, κι όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πάλεψα
από παιδί για να κάνω προκοπή, να δημιουργήσω κεφάλαιο, για να μπορέσω
να κάνω κάτι καλύτερο στη ζωή μου και είμαι ικανοποιημένος».