Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023

Η Νέα Ιωνία τότε και τώρα- Στο «Φαρδύ» των 99 χρόνων (φωτογραφίες)

Οι πρώτοι πρόσφυγες που ήρθαν στον Βόλο ήταν από τη Νικομήδεια το 1921. Το 1922, ήρθε το «μαύρο κύμα» από τη Μικρά Ασία και τη Σμύρνη και περί τις 13.000 που δημιούργησαν τεράστια προβλήματα στην πόλη του Βόλου, στον γηγενή πληθυσμό, αλλά και τον προσφυγικό, με άλλη κουλτούρα, άλλα ήθη και έθιμα, άλλη μουσική, άλλη σκέψη.

Η πρώτη αγορά που δημιουργήθηκε από τους πρόσφυγες, ήταν δίπλα από το Δημοτικό Θέατρο Βόλου, η οποία καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1936. Η αγορά του συνοικισμού της Νέας Ιωνίας δημιουργήθηκε με το χτίσιμο των πρώτων σπιτιών, μετά το 1924. Η πρώτη εμπορική αγορά δημιουργήθηκε στην είσοδο της συνοικίας, μετά τον ποταμό Κραυσίνδωνα, το ποτάμι- σύνορο με τον Βόλο. Κανείς δεν θυμάται την οδό Προποντίδος, που ήταν το πρώτο όνομα της οδού, που έφθασε μέχρι την πρώτη εκκλησία της Ευαγγελίστριας.

Οι πρόσφυγες έλεγαν το «Φαρδύ» και έτσι έμεινε μέχρι τις ημέρες μας που ονομάστηκε Λεωφόρο Ειρήνης. Στο «Φαρδύ» (οδός Προποντίδος), στήθηκαν τα πρώτα καταστήματα με ό,τι πρόχειρο έβρισκαν οι επαγγελματίες.

Στο βιβλίο «Τα χρονικά της Νέας Ιωνίας 1924-1994» του Δημήτρη Κωνσταντάρα- Σταθαρά, διαβάζουμε την περιγραφή που μας δίνει η εφημερίδα «ΣΗΜΑΙΑ», παραμονές των Χριστουγέννων, του έτους 1927.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι τότε (το 1927 το Δεκέμβριο) στη Νέα Ιωνία είχαν χτιστεί μόνο τα Τετράγωνα, τα Τσιμεντένια και τα Τζαμαλιώτικα προσφυγικά σπίτια, δηλαδή ζούσαν 1.250 οικογένειες.

Στις 14 Μαρτίου 1926, θεμελιώνεται ο παλιός Ναός της Ευαγγελίστριας, από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό. Οι πιστοί, κυρίως πρόσφυγες, έχουν κατακλύσει τον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού. Ένας Ναός που χτίστηκε για να στεγάσει την πίστη και τα ιερά κειμήλια που έφεραν μαζί με τα λίγα υπάρχοντά τους οι μάρτυρες της Μικρασιατικής Καταστροφής

Στο φύλλο της ημέρας των Χριστουγέννων, η εφημερίδα «ΣΗΜΑΙΑ», Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 1927, έχει ένα οδοιπορικό στην αγορά του Βόλου με την κίνηση στα διάφορα καταστήματα, αρτοπωλεία, κρεοπωλεία, κουρεία, κλπ και καταλήγει:

Και τώρα στον προσφυγικό συνοικισμό «Νέα Ιωνία»

Εδώ η κίνησις είναι αλλοία της πόλεως. Άλλην εντελώς όψιν παίρνουν εδώ τα πράγματα. Νέοι, γέροι, κόρες, γυναίκες, παιδιά χαρούμενοι σαν πουλάκια που ξαναβρίσκουν το ταίρι τους, τερατίζουν. Φωνούλες γλυκές κι αρμονικές παντού σκορπίζονται.

Ένας κόσμος ολόκληρος έχει μεταφερθεί εδώ. Η Ανατολή! Η φλογερή, η χαρούμενη και ηδυπαθής Ανατολή, όπως εγνωρίσαμε τότε…

Η Μικρασία ολόκληρος από τον Πόντον, την Κίον και τα Μουδανιά μέχρι της όμορφης τότε Σμύρνης. Κι απ’ τη Σμύρνη ως την Αττάλεια και κάτω την Αλεξανδρέττα. Βαθειά ως την Καισάρεια, στο Ικόνιο, στην Προύσσα και στην Άγκυρα. Ένας κόσμος  ολόκληρος με σβυσμένες ελπίδες, με χαμένα όνειρα, δόξες και μεγαλεία.

Γκρέμιοι Ρωμιοί…Γκρέμια τρόπαια…

Εν τούτοις όμως. Οι Ανατολίτες γλεντούν και διασκεδάζουν. Και φαίνονται πάντα χαρούμενοι. Ποιος ξέρει όμως τι μαύρα και σκοτεινά Χριστούγεννα γιορτάζουν κατά βάθος οι γεμάτες μυστικοπάθεια Ανατολίτικες ψυχές…

Ας ευχηθούμε καλή χρονιά. Καλά Χριστούγεννα. Και του χρόνου καλλίτερα αγαπητοί συμπολίται…

(Υπογραφή: Συμπολίτης)

Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «ΣΗΜΑΙΑ» «Συμπολίτης» που έκανε τον γύρο της Χριστουγεννιάτικης αγοράς του Βόλου, άλλα περίμενε και άλλα είδε, μόλις πέρασε την γέφυρα του Κραυσίδωνα και μπήκε στη Νέα Ιωνία, στο «Φαρδύ».

Του έκανε εντύπωση η χαρούμενη διάθεση των ανθρώπων στην αγορά και η γραφίδα του ξεσπάει σε μια λυρική, ρομαντική περιγραφή.

Η Νέα Ιωνία όμως μεγαλώνει χρόνο με χρόνο και, όπως θυμόμαστε, η απογραφή που έγινε το 1928, έβγαλε 6.186 ψυχόμετρα κι ασφαλώς και τα μαγαζιά πληθαίνουν. Ο Αστυνομικός σταθμός της Νέας Ιωνίας παρακολουθεί την υγειονομική κατάσταση των καταστημάτων της δικαιοδοσίας του και προβαίνει σε επιθεωρήσεις.

Στη «ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ» στις 26 Ιουνίου 1931 διαβάζουμε σχετικά:

ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΝ

Παρά της αστυϊατρικής υπηρεσίας και του διοικητού του σταθμού χωροφυλακής Νέας Ιωνίας, ενεργήθη χθες υγειονομική επιθεώρησις εις τα κατωτέρω καφενεία, παντοπωλεία κλπ καταστήματα του συνοικισμού:

Ιωάννη Καμπουρογιάννη, Σπ. Παπάζογλου, Νικ. Μαυρομάτη, Νικ. Λεφάκη, Ιωαν. Καρκαβιζίδη, Κυρ. Βαρβαγιάννη, Αρχ. Δήμου, Φ. Τοπάλη, Κων. Κατσιούρα, Νικ. Βούλη, Ιωαν. Ξάνθη, Κων. Καρυώτη, Μιχ. Τίκογλου, Νικ. Καρακώστα, Εμμαν. Σταμπουλούν, Νικ. Χατζηαποστόλου, Γ. Γεωργιάδου, Ν. Χρηστίδου, Βασ. Τσιλιγκίρογλου, Ι. Λαμπρίδου, Δημ. Δημοσθένους, Ν. Καρακουλάκη, Γ. Πλεύρη, Νικ. Βαρχαλαμά, Ν. Αθηναίου, Γ. Συνανίδου, Α. Πατούχη, Δ. Βαλαχή, Θ. Γαλανάκη και Δ. Δημητριάδη.

Πάντα τα ανωτέρω ευρέθησαν καθαρά.

Πλην τούτων επεθεωρήθησαν και μερικά εισέτι, άτινα ευρέθησαν ακάθαρτα.

Ο «ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ» του Γ. Χ. Γαβριηλίδη που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1933 αναφέρει τα καταστήματα που υπήρχαν τότε στη Νέα Ιωνία (σελ. 201 του ΟΔΗΓΟΥ).

Τα διαβάζουμε, όπως τα έχει κατά κατηγορίες και στο δρόμο που βρίσκονται:

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΙ

Αρτοποιία: Αλεξανδρίδης Παν. Γερμανικά Αρίτσογλου Μαρ. οδ. Σινώπης, Αρώνης Α.

οδ. Νικομηδείας, Γιαντζής Ν. οδός Προύσσης, Δαρδαμανέλλης Ν. οδός Σινώπης, Καλαϊτζής Κ. οδ. Χαλκηδόνος, Ξάνθης Ιωάννης  οδ. Σινώπης, Φραγκάκης Μ. οδ. Χαλκηδόνος, Ν. Βούλη- Μιχ. Καραφύλλογλου (λειτουργούσε από το 1927, αλλά ο «ΟΔΗΓΟΣ» δεν το ανέφερε).

Γαλακτοπωλεία: Γαλλής Γεωρ. οδ. Δορυλαίου, Κουτίνας Αθ. Οδ. Χαλκηδόνος, Πατσέας Ιωαν. οδ. Σινώπης, Ρούστας Βας. οδ. Χαλκηδόνος.

Γανωτήρια: Καραθανασόπουλος Γιακουμής οδ. Χαλκηδόνος

Εστιατόρια- Ζυθεστιατόρια: Παντελίδης Π. οδ. Σινώπης, Χατζηαναστίου Ν. οδ. Χαλκηδόνος

Ζαχαροπλαστεία: Καρακώστας Ν. οδ. Χαλκηδόνος, Τσιλιγκίρογλου Β., οδ. Χαλκηδόνος, Χαραλμπίδης Αν. οδ. Χαλκηδόνος

Ηλεκτρικά είδη: Μαγουλάς Παντελής οδ. Χαλκηδόνος

Ιατροί: Αποστολίδης Λ. οδ. Δορυλαίου- Ραιδεστού, Σουγιουλτζόπουλος Μ. οδ. Βυζαντίου- Σινώπης

Καπνοπωλεία- Περίπτερα: Αλμπανόπουλος Α. οδ. Χαλκηδόνος, Βακαλούμης Α., οδ. Χαλκηδόνος, Βαρυπάτης Β. οδ. Χαλκηδόνος, Γεωργούδης Αθ. οδ. Χαλκηδόνος, Φιλιππίδης Παν. οδ. Χαλκηδόνος, Χαραλαμπίδης Αν. πρατήριο σιγαρέττων οδ. Χαλκηδόνος

Καφεκοπτεία:  Γρηγοριάδης Γρηγ. οδ. Χαλκηδόνος

Καφενεία: Αθηναίος Νικ. οδ. Χαλκηδόνος, Αλμπάνης  Θ. οδ. Σινώπης, Ασλάνης Ν. οδ. Χαλκηδόνος, Βαλαχής Γ. οδ. Σινώπης, Βαλαχής Δημ. οδ. Χαλκηδόνος, Γαλανάκης Θεμ. οδ. Χαλκηδόνος, Γεωργιάδης Γ. οδ. Χαλκηδόνος, Γιαννουλάκης Α. οδ. Σμύρνης, Γκίνου Μ.

οδ. Σινώπης, Δεμίρης Σωτ. οδ. Σμύρνης, Δημητριάδης Δ. οδ. Χαλκηδόνος, Δημοσθένους Δ. οδ. Χαλκηδόνος, Εμμανουηλίδης Χρ.

οδ. Χαλκηδόνος, Καλίκος Μ. Γερμανικά Καρακουλάκης Ν. οδ. Χαλκηδόνος, Μαυρομάτης Νικ. οδ. Χαλκηδόνος, Πατούχης Αλ. οδ. Χαλκηδόνος, Σαρόγλου Ι.

οδ. Χαλκηδόνος, Χατζηαναστασίου Ν. οδ. Χαλκηδόνος, Ψαρριανός Δ. οδ. Χαλκηδόνος

Κουρεία- Κομμωτήρια: Βαρχαλαμάς Ν. οδ. Χαλκηδόνος, Κρύσιλας Τάκης οδ. Χαλκηδόνος, Μαχαίρας Ι. οδ. Χαλκηδόνος, Νικολαΐδης Ι.

πλ. Χρυσοστόμου Σμύρνης, Νικολαΐδης και Βουγιούκας οδ. Χαλκηδόνος, Παπαδόπουλος Γ. οδ. Χαλκηδόνος, Σταμπουλού Εμμ. οδ. Χαλκηδόνος

Κρεοπωλεία: Δεβριάδης Π. οδ. Χαλκηδόνος, Μερτζιμέκης Ι. οδ. Χαλκηδόνος, Μποϊλής Αγγ. οδ. Χαλκηδόνος

Μαχαιροποιεία: Σωτηρίου Νικ. Γερμανικά

Ξυλάνθρακες- καύσιμος ύλη: Δρακόπουλος Κ. Γέφυρα

Οινοπωλεία- Ποτοποιεία: Γαρυφαλλίδης Θ. οδ. Χαλκηδόνος, Δημητριάδης Δ. οδ. Χαλκηδόνος, Δημοσθένους Δ. οδ. Χαλκηδόνος, Καλίκος Μ. Γερμανικά, Καρακουλάκης Ν. οδ. Χαλκηδόνος, Κόγιας Χρ. οδ. Χαλκηδόνος

Οπωροπωλεία: Αμοριανός Σ. οδ. Σινώπης, Γαρίτσης Κ. οδ. Χαλκηδόνος, Δάρλας Κ.

οδ. Χαλκηδόνος, Δήμου Δ. οδ. Νικομηδείας, Κωτσάς Π. Γερμανικά, Κουζάκης Ι.

οδ. Χαλκηδόνος, Ραλάκης Β. οδ. Χαλκηδόνος

Παντοπωλεία: Βαρβαγιάννης Κ. οδ. Προύσσης, Βαφειάδης Χρ. οδ. Νικομηδείας, Βουτσάς Θεοδ. οδ. Σινώπης, Γκιουρτζίδης Α. Γερμανικά, Δρίζου Γεωρ. οδ. Χαλκηδόνος, Καμπουρογιάννης Ι. οδ. Χαλκηδόνος, Καρκαβιτζίδης Ι. οδ. Νικομηδείας, Λεφάκης Α. οδ. Νικομηδείας, Κεχαΐδης Χαρ. πλ. Εθ. Αναμνήσεων, Κουρούμαλλος Κ. οδ. Προύσσης, Κουτσουλίδης Ευαγ. Γερμανικά, Λεφάκης Δ. οδ. Μαγνησίας, Μάλλιας Ιωαν. οδ. Χαλκηδόνος, Μεϊμάρογλου Σωτ. οδ. Δορυλαίου, Νικολαΐδης Ν. – Καρυώτης Κ. οδ. Χαλκηδόνος, Παπάζογλου Δ. οδ. Χαλκηδόνος, Παπάς Δηκ. Γερμανικά, Σουσλίδης Απόστολος οδ. Σινώπης (από το 1928 λειτουργούσε, αλλά ο ΟΔΗΓΟΣ δεν το είχε και αυτό), Χατζηγεωργίου Γ. οδ. Δορυλαίου

Πιλοποιεία- πιλοκαθαριστήρια: Παπαγεωργίου Μ. οδ. Χαλκηδόνος

Ποδήλατα: Μαγουλάς Παν. οδ. Χαλκηδόνος

Ποτοποιεία: Τίκογλου Μιχ. οδ. Χαλκηδόνος

Ραφεία: Γκιουρτζίδης Θ. Γερμανικά, Γούναρης Α. οδ. Χαλκηδόνος, Ιορδανίδης Β. οδ. Χαλκηδόνος, Μουπαγιατζής Ν. οδ. Σινώπης, Σωτηριάδης Χρ. οδ. Χαλκηδόνος, Τσοπουρίδης Αν. οδ. Χαλκηδόνος

Σανδαλοποιεία: Δουλής Ελευθ. οδ. Σινώπης

Υποδηματοποιεία: Αδαμόπουλος Κ. οδ. Χαλκηδόνος, Βογιατζής Κ. κεντρική πλατεία, Καλαφάτης Ηλίας οδ. Χαλκηδόνος, Κατσαλής Ελευθ. οδ. Χαλκηδόνος, Κωνσταντάρας Παρασκευάς οδ. Σινώπης, Λαζαρίδης Ν. οδ. Σινώπης, Μανιαδάκης Παύλος οδ. Προύσσης, Σαρόγλου Θ. οδ. Χαλκηδόνος

Υφάσματα- ψιλικά: Δανός Γ. οδ. Δορυλαίου, Φασουράκης Ηρακ. οδ. Χαλκηδόνος

Φαρμακεία: Νησιώτης Λεων. οδ. Χαλκηδόνος

Χαρτοπωλεία: Χαραλαμπίδης Αν. οδ. Χαλκηδόνος

Χρυσοχοεία – Ωρολογοποιεία:

Μπενάκης Δημ. οδ. Χαλκηδόνος, Γεωργιάδης Ι. οδ. Χαλκηδόνος.

Άλλος ένας εμπορικός οδηγός που κυκλοφόρησε λίγο πριν τον πόλεμο του 1940, με τίτλο «Οδηγός και Λεύκωμα Θεσσαλίας-Ηπείρου 1939-1940» (εκδότης Ι. Ξενάκης- Βόλος) περιέχει τους επαγγελματίες της Νέας Ιωνίας κατά κατηγορίες, αλλά χωρίς διεύθυνση, όπως ο προηγούμενος.

Πάντως, τα πιο πολλά μαγαζιά, βρίσκονται ακόμη στην οδό Χαλκηδόνος, στο «Φαρδύ»:

Επαγγελματίαι

Αρτοποιεία: Αρίτσογλου Μαργαρώ,

Αρώνης Αθ., Βούλης και Καραφύλλογλου, Δαρδαμανέλλης Ν., Καλαϊτζής Κ.,

Κελετιρτζής Αθ., Ξάνθης Ι., Πελαγιάδης Ιορ., Φιλοσόγλου Ι., Φραγκάκης Κλεαν.

Αρωματοπωλεία:

Μπενάκης Δ., Τσιπνής Άνθιμος

Γαλακτοπωλεία: Γεωργαλάς Γ., Κουτίνας Αθ., Ρούστας Β.

Επιπλοποιεία: Φωτίου Κ.

Ζαχαροπλαστεία: Καρακώστας Ν., Τσιλιγκίρογλου Β.

Ηλεκτρικά είδη: Μαγουλάς Παντελής

Ιατροί: Αποστολίδης Λεωσθένης, Παπανικολάου Δ.

Καπνοπωλεία: Αλμπανόπουλος Αντώνης, Βακαλούμης Α., Βαρυπάτης Β., Φιλιππίδης Παν., Χαραλαμπίδης Α.

Καφεκοπτεία: Γρηγοριάδης Γρηγόριος, Κεσιμίδης Τηλέμαχος

Καφενεία: Αλμπάνης Θ., Βαλαχής Γεωργ., Γεωργιάδης Γ., Δημοσθένους Δ., Εμμανουηλίδης Χρήστος, Καλύβας Δ., Καρακουλάκης Ν., Μαυρομάτης Ν., Παπαλιάκος Βασ., Σαββάκης Μ., Σαρόγλου Ι., Τουτουντζόγλου Α., Τσουκαλάς, Χατζηαναστασίου Ν.

Κουρεία: Βαρχαλαμάς Νικ., Δεμίρη Α/φοι, Μαχαίρας Ιων, Νικολαΐδης Στ., Παπαδόπουλος Γ., Συτζάκης Ι., Σταμπουλού Εμμ.

Κρεοπωλεία: Βαλαχής Δ., Δεβριάδης Π., Καλλιγέρης Γ., Μερτζιμέκης Ι., Τζιβγούλης Ν.

Οδοντιατρεία: Ποιμενίδης Αριστ.

Οινοποιεία- Ποτοποιεία:

Τίκογλου και Ηλιάδης

Παντοπωλεία: Βαρβαγιάννης Κ. , Βουτσάς Θεοδ., Γκιουρτζίδης Δ., Καλλιγέρης Ν., Καμπουρογιάννης Ι., Καρκαβιτσίδης Ι., Κεχαΐδης Χ. , Κλημεντόπουλος Λοϊζος, Κουτσουλίδης Ευαγ., Λαγούτσικος Ανέστης, Λεφάκης Δημ., Λεφάκης Νικ., Μάλλιας Ιωαν., Μεϊμάρογλου Σωτ., Μιχαηλάτσος Βασ. , Νικολαΐδης Νέστωρ, Καρυώτης Κ., Παπαδόπουλος Γ., Παπάζογλου Ευαγ., Σουσλίδης Αποστ. (από το 1928 λειτουργούσε και δεν το είχε ο ΟΔΗΓΟΣ)

Ποτοπωλεία: Γαλανάκης Θεμ., Κατσούρας Κ., Κουζάκης Ι.

Ταβέρναι: Γαλανάκης Θεμ., Γιαννόπουλος Ευαγ., Καμπουρογιάννης Ι., Κόπελας Ανδρέας, Κατσούρας Γ., Χατζηαναστασίου Νικ.

Υποδηματοποιεία: Αδαμόπουλος Κ., Γαβριηλίδης Χ., Γεωργίου Ελ. Καλαφάτης Ηλ., Κατσαλής Ελ., Κοϊμάς Δ., Κοκκάρας Κ., Κωνσταντάρας Παρασκευάς, Λαζαρίδης Ν., Παπαθεολόγου Χ., Σαπουνάς Γ.

Υφάσματα: Δανός Στεφ., Δανιηλίδης Παν., Μπυρογλάνη Αφοί, Φασουράκης Ηρακλής

Φαρμακεία: Νησιώτης Λεωνίδας, Παπανικολάου Δήμητρα

Χρυσοχοεία- Ωρολογοπωλεία: Γεωργιάδης Στέφανος, Μπενάκης Δημ.

Ψιλικά: Δανιηλίδης Παν., Μπενάκης Δ., Μπυρογλάνη Αφοί

Στους παραπάνω επαγγελματίες δεν πρέπει να παραλείψουμε ν΄ αναφέρουμε και  έναν γνήσιο τύπο της Νέας Ιωνίας, το Χατζή, που πουλούσε τις Κυριακές το περίφημο σάμαλι του έξω από το γήπεδο της ΝΙΚΗΣ και τις καθημερινές στα παλιά ψαράδικα, έξω απ’ το καφενείο «Ναυτιλία».

Επίσης τον Αλέκο Καρακατσόπουλο που με το «κινητό ζαχαροπλαστείο» του επάνω σ’ ένα περιποιημένο καρότσι, που το  έστηνε στην παραλία έξω από το «ΑΧΙΛΛΕΙΟ» και πρόσφερε μαζί με τ’ άλλα γλυκά το μικρασιάτικο σάμαλι και το καλοκαίρι γνήσιο χειροποίητο παγωτό χωνάκι. Ήταν και ο ματζουνάς που γύριζε στις γειτονιές με τα ματζούνια για τα παιδιά…ο μαστιχάς με τη μαστίχα…και άλλοι.

Με την είσοδο του στη Νέα Ιωνία, ο επισκέπτης θα συναντούσε δυο αξιόλογα κέντρα διασκέδασης. Του Γιάννη Κάρλου με τη μεγάλη λεύκα και του Αγγλογάλου. Ήταν μαγαζιά με λαϊκή ορχήστρα και εκλεκτή κουζίνα, που κάθε βράδυ συγκέντρωναν πολύ κόσμο. Καφενεία κεντρικά ήταν τέσσερα. Του Βασίλη Τσιλιγκίρογλου, που οι πελάτες είχαν ενδιαφέρονται για την πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ζωή της πόλης. Του Χρήστου Εμμανουηλίδη, που κάθε απόγευμα ήταν γεμάτο από εργάτες και τεχνίτες κάθε εργασίας. Του Νίκου Καρακουλάκη που σύχναζαν πελάτες μεγάλης ηλικίας. Του Κώστα Διαβασμένου που σύχναζε η νεολαία με τα μπιλιάρδα και άλλα παιχνίδια. Άλλα κέντρα διασκέδασης έξω από το κέντρο ήταν του Πέτρου, του Αλεξανδρίδη και του Νικολόπουλου, Φαρμακείο μοναδικό, στη Νέα Ιωνία ήταν του Λεωνίδα Νησιώτη. Γιατροί εκείνη την  εποχή ήταν ο Σουγιουλτζόπουλος, ο Τζιλούλης, ο Σκούρας και ο Σιούρας. Υπηρέτησαν το λαό της Νέας Ιωνίας με υψηλά αισθήματα ανθρωπισμού και αλτρουισμού. Λαικές ταβέρνες υπήρχαν στην κεντρική λεωφόρο, του Ηλιάδη, του Κουζάκη, του Πολίτη και του Γαλανάκη. Είχαν καλό κρασί και καλή κουζίνα. Τσιπουράδικα με αγνό τσίπουρο και εκλεκτούς μεζέδες ήταν του Καλαφατάκη, του Αλμπάνη και του Μέλη. Επίσης υπήρχε ο καλός πρωινός πατσάς, στο μαγαζί του Αντρέα Κόπελα για τους καλοφαγάδες πελάτες. Ζαχαροπλαστεία με καλά γλυκά ήταν του Καρακώστα, του Σαουλίδη, του Τσιλιγκίρογλου. Στη στάση Μαυρομάτη ήταν το κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Παντελή Μαγουλά. Εδώ συγκεντρώνονται κάθε μέρα πολύς κόσμος και μιλάει για την ποδοσφαιρική ομάδα «ΝΙΚΗ» που έχει επιτυχίες και έχει πρόεδρο το δυναμικό και άξιο Μαγουλά. Δυο ωρολογοποιεία εξυπηρετούν στο κέντρο της πόλης του Γεωργιάδη και του Μπενάκη. Καταστήματα με νεωτερισμούς και ψιλικά είναι του Δανιηλίδη, του Φασουράκη και του Φερτεκλίδη. Κεντρικά κρεοπωλεία είναι του Μέλη, του Δεβριάδη, του Κόπανου και του Κοκόλη. Μερικά από αυτά κάθε βράδυ, στις ψησταριές τους ψήνουν το νόστιμο κοκορέτσι  για να μοσχοβολήσει όλος ο τόπος. Παντοπωλεία έχουμε του Παπάζογλου, του Γεωργαά, του Μηνυσίου, του Γαρίτση, του Μάλλια, του Γεωργαλαδάκη, του Βουτσά, του Καλίκου και του Κεχαΐδη.  Δυο γαλακτοπωλεία είναι στο κέντρο της πόλης του Κόρκα και του Γεωργαλά. Από τα αρτοποιεία το πρώτο που άλλαξε στη Νέα Ιωνία ήταν ο φούρνος του Αθανασίου Αρώνη. Θυμάμαι τον τίτλο που έδωσε ο Αρώνης στην ταμπέλα του φούρνου του: «Αρτοποιείον η 2ας Μαΐου 1919» για να θυμίζει δόξες και νίκες του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Άλλοι φούρνοι ήταν του Ξάνθη, του Παυλίδη, του Φιλοσόγλου, του Αλεξανδρίδη, του Βασίλη του Καραφύλλογλου, του Πελαγιάδη, του Καλφαγιώργου, του Γιαντσή και του Τζάλλα.

Ο «Φαρδύς»

Όπως διαπιστώνουμε, τα περισσότερα καταστήματα βρίσκονται στην οδό Χαλκηδόνος, το γνωστό μας «Φαρδύ», γι’ αυτό και παρουσίαζε εξαιρετική κίνηση καθημερινά, αλλά κυρίως τις Κυριακές, που γινόταν και η βόλτα και το «νυφοπάζαρο», ενώ στα πεζοδρόμια τα μαγαζιά έβγαζαν τις καρέκλες τους και στις άκρες οι γερόντισσες κάθονταν στα χαμηλά καρεκλάκια και τα σκαμνάκια τους και χάζευαν το πήγαινε- έλα των περιπατητών.

Αυτή την εποχή (1933), που ο «Μέγας Οδηγός Βόλου και Περιχώρων) παραθέτει την πληθώρα των καταστημάτων που υπήρχαν στην οδό Χαλκηδόνος (Φαρδύ), αξίζει να διαβάσουμε την περιγραφή που μας κάνει στην εφημερίδα «ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ» στις 9 Μαίου 1933 ο εκλεκτός δημοσιογράφος Α.Τ. (Άθως Τριγκώνης) για το τι γινόταν την ημέρα της Κυριακής στη Νέα Ιωνία:

Η ημέρα της Κυριακής

Κάθε Κυριακή ο συνοικισμός της Νέας Ιωνίας αλλάζει όψη, τα καφενεία του, οι πλατείες του, οι δρόμοι του αποχτούν άλλη ζωή. Ιδίως την Κυριακήν το απόγευμα, ο κεντρικός δρόμος του συνοικισμού (Φαρδύς) γίνεται αγνώριστος.

Τα καφενεία του είναι όλα γεμάτα, πολυθόρυβα και αναστατωμένα. Αλλά και μέσα, στη μέση του δρόμου, δεν μπορεί κανείς να περάση.

Τόσοι είναι οι περιπατητές- γιατί, οι πρόσφυγες τον δρόμο αυτόν τον μεταχειρίζονται ως τόπον περιπάτου, όπως ημείς την παραλίαν.

Νέοι, καλοντυμένοι και ευπαρουσίαστοι, μ΄ ένα λουλούδι στ’ αυτί ή στο χέρι, με την κουβέντα ή την έξυπνη απάντηση στα χείλη με το χαμόγελο, πάνε καθ’ ομάδες πέρα δώθε στον δρόμο αυτόν τον κεντρικόν, ανταλλάζοντας φωναχτά κουβέντες μ’ άλλες παρέες ή πειράζοντας και γλυκοκυτώντας τις παρέες των κοριτσιών, που καλοστολισμένα, χαραπώ κι ελεύθερα πάνε πάνω – κάτω κι αυτά μέσα στο δρόμο.

Κι είνε μια πραγματική χαρά να τους βλέπει κανείς με τις φωνές των, τα γέλοια των, τα χάχανά των, την εύκολη ευθυμία των και με τα νειάτα των, να γεμίζουν, να πλημμυρίζουν με κίνηση και χαρά ολόκληρο το δρόμο. Καθώς βραδυάζει οι περιπατητές του δρόμου καθώς και οι θαμώνες των καφενείων αραιώνουν. Πολλοί, αν έχει κανένα χορό το βράδυ, πηγαίνουν να ετοιμασθούν. Αν όχι δεν θα ξαναβγούν μετά το φαΐ. Οι άλλοι όμως που θα μείνουν στα καφενεία έχουν κακούς σκοπούς:

Ύστερα από μια δυο ώρες με τη βοήθεια του άφθονου ούζου, που θα ρεύση στο μεταξύ και των μουσικών οργάνων, που θα μετακληθούν κατεσπευσμένως από τη γωνιά του καφενείου, θα διεκτραγωδήσουν τα μεράκια τους, θα ψάλλουν τους πόνους και τα ντέρτια της πολυβασανισμένης καρδιάς των:

-Αμά…α…α…αν

Και άμα η ώρα περάση κι η καρδιά ξαλαφρώση από τα πολλά βάσανα της, αρχίζει ο χορός πούναι όλο λεβεντιά και ασικλήκι.

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως τα γλέντια των προσφύγων, δεν καταλήγουν, όπως τα ελληνικά γλέντια, με παρεξηγήσεις με μαχαιριές, κουμπουριές και φόνους -«ένεκα το φιλότιμο».

Οι πρόσφυγες είναι σ’ αυτό το σημείο πιο πολιτισμένοι από εμάς. Μπορούν να γλεντήσουν, να ευφρανθούν, να χαρούν, να ευθυμήσουν, χωρίς ποτέ στο τέλος να πετσοκοπούν.

Αυτά γράφει ο Άθως Τριγκώνης στη «ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ» για την ημέρα της Κυριακής. Το Σαββατόβραδο έχουμε όμως μια άλλη εικόνα, που μας τη δίνει λίγο πιο μπροστά στην ίδια περιγραφή:

Το Σάββατο βράδυ οι γυναίκες δεν βγαίνουν έξω. Κουρασμένες από την δουλειά όλης της εβδομάδας ή απασχολημένες με τις δουλειές του σπιτιού, κάθονται μέσα. Ωτόσο, και με τους άντρες μόνον, τα καφενεία της Νέας Ιωνίας, πούναι αρκετά, αποχτούν κίνηση, πολυθόρυβη ζωή και χρώμα. Οι πρόσφυγες έχουν ανεπτυγμένο μέσα τους το ένστικτο της κοινωνικότητος. Μαζώνονται, λοιπόν, σε μεγάλες παρέες, γύρω από τα τραπέζια των καφενείων, συζητώντας με την ιδιόρρυθμη ο καθένας των διάλεκτο του με τα τούρκικα των, και κουτσοπίνοντας κυρίως ούζο.

Στο βιβλίο «Ο Βόλος και το Πήλιο» (Ομαδική προσπάθεια των δασκάλων της Μαγνησίας, Βόλος 1959, σ. 100) υπάρχει μια περιγραφή για το «Φαρδύ» εκείνης της εποχής (1959). Διαβάζουμε:

Βρισκόμαστε πια στο «Φαρδύ», τον απογευματινό περίπατο του συνοικισμού.

Στα πεζοδρόμια οι καρέκλες των καφενείων είναι τώρα πιασμένες. Μόλις περάσαμε τη γέφυρα, το φύλλωμα μιας λεύκας μας έγνεψε φιλικά, κι απ’ το καφενείο του Κάρλου μας υποδέχτηκαν οι θριαμβευτικές ομοβροντίες του ταβλιού…

Υπάρχει μια λαχτάρα ζωής σ’ όλα εκεί.

Στο σφριγηλό κορμί το ντυμένο με φτηνά υφάσματα, στο βλέμμα αυτού του νεαρού με το μπάϋρον πουκάμισο, σ’ αυτό το γάργαρο γέλιο, στις κινήσεις αυτού του ηλικιωμένου που αδειάζει το καραφάκι στα ποτηράκια.

ΝΕΑ ΙΩΝΙΑ ΤΩΡΑ

Η Νέα Ιωνία πάντα είχε τη δική της ταυτότητα, που ακόμη και σήμερα, έστω και ενταγμένη ουσιαστικά στον αστικό ιστό του Βόλου, διατηρεί ακόμα, σχεδόν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου, με βασικά σημεία να ξεχωρίζουν και τους επισκέπτες να διακρίνουν με άνεση τα ξεχωριστά στοιχεία της περιοχής.

Λεωφόρος Ειρήνης, οδός Μαιάνδρου και πάρκο «Ανδρέας Βαλαχής» αποτελούν σημεία αναφοράς για τη Νέα Ιωνία, με την καθημερινή δραστηριότητα να επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτά.

Εν αρχή… η Λεωφόρος Ειρήνης

H 2ας Νοεμβρίου τελειώνει στη γέφυρα του Κραυσίδωνα και αμέσως εντοπίζεται η αρχή της Λεωφόρου Ειρήνης, που οδηγεί σε έναν ακόμη ζωντανό θύλακα του αστικού ιστού, με τον Ιερό Ναό Ευαγγελίστριας να ξεπροβάλει στο βάθος. Μέχρι να φτάσει όμως κανείς εκεί, έχει να διασχίσει τον κεντρικότατο δρόμο της Νέας Ιωνίας, το γνωστό σε όλους Φαρδύ, που σφύζει από ζωή.

Τα αυτοκίνητα σε κίνηση πολλά, σχεδόν όλο το 24ωρο. Άλλωστε η Λεωφόρος Ειρήνης είναι η κεντρική είσοδος της Νέας Ιωνίας, με τους κατοίκους της περιοχής να αφιερώνουν σε καθημερινή βάση ώρες ολόκληρες εκεί. Είτε πρόκειται για περαστικούς και εν δυνάμει αγοραστές, ή για επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται αριστερά και δεξιά του δρόμου, πολλοί είναι αυτοί που ξέρουν ότι στη Λεωφόρο Ειρήνης θα βρουν ό,τι μπορεί να έχουν ανάγκη ή να επιζητούν, τόσο για την καθημερινότητά τους όσο και για άλλες περιστάσεις. Την ίδια στιγμή, τα σημεία ξεκούρασης και χαλάρωσης είναι αρκετά.

Στα καφέ θα δει κανείς κόσμο όλες τις ώρες της ημέρας, είτε σε πιο παραδοσιακά σημεία είτε σε πιο σύγχρονα, με τις συζητήσεις να διατηρούν τη ζωντάνια του δρόμου.

Τα αρτοποιεία εξάλλου δίνουν ξεχωριστά αρώματα που μπορούν να απολαύσουν οι περαστικοί και που τους δημιουργούν πειρασμούς να αγοράσουν κάποια από τα προϊόντα που θα ικανοποιήσουν τις γεύσεις τους.

Το ίδιο και στα οπωροπωλεία, στα ιχθυοπωλεία και στα κρεοπωλεία της Λεωφόρου Ειρήνης. Χρώματα, αρώματα και γεύσεις συνδυάζονται και δημιουργούν ένα σκηνικό που δίνει ένα διαφορετικό, ευχάριστο σκηνικό, αυτονόητο για πολλούς, αλλά αναγκαίο και για την ψυχή και το σώμα…

Βέβαια, η Λεωφόρος Ειρήνης καλύπτει και άλλες καθημερινές ανάγκες. Φαρμακεία, καταστήματα ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών και άλλα εμπορικά είναι έτοιμα να προσφέρουν το καλύτερο δυνατό στους επισκέπτες τους.

Οδός Μαιάνδρου με οικίες και επιχειρήσεις

Λίγο πιο πάνω και μετά τη Λεωφόρο Ειρήνης, κάθετα ουσιαστικά σ’ αυτήν, η… ομογάλακτη οδός Μαιάνδρου συνδυάζει τόσο κατοικίες, όσο και επιχειρήσεις και καταστήματα, σε μήκος μερικών χιλιομέτρων, προσφέροντας επιλογές για όλους και όλες.

Τα σπίτια συνήθως είναι μονοκατοικίες, χωρίς βέβαια να λείπουν και μεγαλύτερα κτήρια, πιο πρόσφατα κατασκευασμένα, που συνδυάζονται αρμονικά όμως με το παρελθόν και τις ρίζες της Νέας Ιωνίας. Ανάμεσά τους βέβαια πολλών ειδών καταστήματα, που διατηρούν την οδό Μαιάνδρου συνεχώς σε κίνηση και… εγρήγορση!

Τα σχολεία που βρίσκονται επί της οδού Μαιάνδρου γεμίζουν με παιδικές φωνές, από το πρωί μέχρι και το μεσημέρι, προσφέροντας την απαραίτητη νεανικότητα και ζωντάνια (ειδικά στα διαλείμματα μεταξύ των ωρών διδασκαλίας) και όσο προχωρά κανείς κατά μήκος του δρόμου, βρίσκει επιλογές που καλύπτουν τόσο βασικές όσο και πιο ιδιαίτερες ανάγκες.

Ποιος δεν έχει καθίσει στη Μαιάνδρου, για παράδειγμα, προκειμένου να απολαύσει σε κάποιο από τα καταστήματα της περιοχής ένα τσιπουράκι, μαζί με τους απαραίτητους εκλεκτούς μεζέδες, ή έναν καφέ;

Ποιος δεν έχει γευτεί κάποιο από τα εδέσματα και τα πιάτα που προσφέρουν τα ταχυφαγεία;

Ή ποιος δεν έχει προμηθευτεί τα απαραίτητα για το καθημερινό ή εορταστικό τραπέζι;

Παράλληλα, καταστήματα τεχνικών υπηρεσιών είναι διαθέσιμα για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, για κατασκευαστικά θέματα οικιών ή οχημάτων.

Από την άλλη, φαρμακεία και ιατρεία εντοπίζονται σε διάφορα σημεία, έτοιμα να δώσουν ανάλογες υπηρεσίες…

Σε ένα σημείο βέβαια, ξεχωρίζει ένα σημαντικό κομμάτι της ψυχής της Νέας Ιωνίας.

Το «Παντελής Μαγουλάς» αποτελεί το σπίτι της Νίκης Βόλου, του γυμναστικού συλλόγου που είναι άμεσα συνυφασμένος με τη Νέα Ιωνία, από το μακρινό 1924.

Μακρινό αλλά όχι ξεχασμένο, με το γήπεδο να έχει φιλοξενήσει χιλιάδες πλέον αγώνες της ομάδας ποδοσφαίρου, εκεί που οι κάτοικοι της Νέας Ιωνίας είδαν στην περισσότερες περιπτώσεις τον πρώτο τους αγώνα ζωντανά και εκεί που τα παιδιά φόρεσαν την πρώτη τους αθλητική στολή, κάνοντας τα πρώτα τους βήματα στον Αθλητισμό.

Κάποτε ελικοδρόμιο, τώρα ένα μεγάλο αστικό πάρκο και σημείο Πολιτισμού

Το Πάρκο «Ανδρέας Βαλαχής», το πάλαι ποτέ Ελικοδρόμιο που ακόμη διατηρεί και αυτό το όνομα, στην καρδιά της Νέας Ιωνίας και ακριβώς κάτω από τα κλειστά γήπεδα και το Πανθεσσαλικό Στάδιο, αποτελεί ένα από τα πλέον πράσινα σημεία του Βόλου, που προσφέρεται τόσο για χαλάρωση όσο και για διασκέδαση και παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους!

Οι χώροι εστίασης σε συνδυασμό με την παιδική χαρά και τους ανοιχτούς χώρους άθλησης, σε μία μεγάλη έκταση έξυπνα διαχωρισμένη θα μπορούσε να πει κανείς, δίνει δυνατότητες που δύσκολα μπορεί να βρει κανείς σε άλλα ανάλογα σημεία.

Τα παιδιά λατρεύουν την παιδική χαρά που σφύζει από ζωή, ειδικά τα σαββατοκύριακα, έφηβοι και μεγαλύτεροι ενήλικες απολαμβάνουν καφέ και σνακς, ή αθλούνται κάνοντας περιπάτους ή συμμετέχοντας σε αθλητικές δράσεις σε κάποιο από τα ανοιχτά γήπεδα του πάρκου.

Δεν είναι μόνο οι δυνατότητες αυτές όμως που προσφέρει το «Ανδρέας Βαλαχής». Το Θερινό Δημοτικό Θέατρο Νέας Ιωνίας Βόλου φιλοξενεί συχνά-πυκνά και καιρού επιτρέποντος θεατρικές και πολιτιστικές παραστάσεις που κερδίζουν το χειροκρότημα του κοινού σε κάθε περίσταση. Από την άλλη το Πολιτιστικό Κέντρο αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα των πολιτιστικών δράσεων στην Νέα Ιωνία. Εκεί λειτουργεί παράρτημα του Δημοτικού Ωδείου Βόλου με τμήματα κλασικής μουσικής, ενώ στεγάζει το δημοτικό θέατρο (χωρητικότητας 322 θέσεων) που εγκαινιάστηκε το 2014. Παράλληλα, λειτουργεί αίθουσα εκθέσεων, όπου φιλοξενούνται εκθέσεις καλλιτεχνών, ομαδικές, ατομικές και αφιερώματα, καθώς και δράσεις σε συνεργασία με πολιτιστικούς συλλόγους της ευρύτερης περιοχής.

Φωτογραφίες για τη Νέα Ιωνία: Βασίλης Οικονόμου




Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

«Κύκνος»: Το καράβι – θρύλος που ταξίδευε σε Βόλο, Εύβοια και Σποράδες

 

Ήταν Οκτώβριος του 1974 όταν έδεσε για τελευταία φορά στους προβλήτες του λιμανιού του Βόλου και από τότε το όνομά του αποτελεί έναν αλησμόνητο μύθο, που για τους παλιούς η ιστορία του είναι αληθινή και για τους νεότερους διηγήσεις και φωτογραφίες. Υπήρξε το αγαπημένο καραβάκι για χιλιάδες ανθρώπους που ήθελαν να ταξιδέψουν εκείνα τα δύσκολα μεταπολεμικά, και όχι μόνο, στον Βόλο, τη Χαλκίδα, την Αιδηψό και τις Σποράδες. Ο λόγος για το θρυλικό «Κύκνο».

Το «Κύκνος» αγαπήθηκε από τον κόσμο όσο κανένα άλλο πλοίο και συνεχίζει ως σήμερα να αποτελεί σημείο αναφοράς με συγγράμματα, εκδόσεις βιβλίων, αφιερώματα εφημερίδων και ειδική σελίδα στα social media από τους φίλους του, που ολοένα και πληθαίνουν και ψάχνουν άγνωστες πτυχές του υπέροχου πλοίου που για δεκαετίες όργωνε τα νερά του Παγασητικού, του Ευβοϊκού και των Σποράδων.

Η ιστορία του καραβιού ξεκίνησε στο Μέιν των ΗΠΑ όπου και ναυπηγήθηκε το 1930 και έπεσε στη θάλασσα την ίδια χρονιά. Το πρώτο όνομα που πήρε το σκάφος ήταν «Sylvia» και ένας από τους ιδιοκτήτες του στα χρόνια του Μεσοπολέμου λέγεται πως ήταν ο δήμαρχος Νέας Υόρκης Φιορέλο Χένρι Λα Γκουάρντια, σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα του καταγόμενου από τη Γλώσσα Σκοπέλου βουλευτή Μαγνησίας Χρήστου Αντωνίου.

Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και κατά τη διάρκειά του, το πλοίο χρησιμοποιήθηκε από το αμερικανικό ναυτικό ως βοηθητικό σκάφος με την ονομασία «USS Tourmaline» και είχε ως βάση του τη Νέα Υόρκη. Το 1945 με τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου σταμάτησε να χρησιμοποιείται από τον Αμερικανικό Στρατό και τον Ιανουάριο του 1946 πουλήθηκε και πέρασε σε ελληνικά χέρια. Το αγόρασαν οι Έλληνες εφοπλιστές Ανδρέας Εμπειρίκος και Μανώλης Κουλουκουντής, ο οποίος από το 1940 είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην αμερικανική μεγαλούπολη και ήταν πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών της Νέας Υόρκης.

Το πανέμορφο σκαρί με την ονομασία «Adelphic», διέσχισε τον Ατλαντικό ωκεανό μεταφέροντας τρόφιμα και υγειονομικό υλικό της αμερικανικής βοήθειας για λογαριασμό της UNRRA και έδεσε για πρώτη φορά σε ελληνικό λιμάνι, στον Πειραιά το 1946 και από τότε αφού έγιναν οι αναγκαίες μετασκευές και μετονομάστηκε σε «Κύκνος», δρομολογήθηκε στις ελληνικές θάλασσες.

Το εμβληματικό καράβι, με σήμα του τον κατάλευκο κύκνο στην πλώρη του, μέσα σε γαλάζιο κυκλικό πλαίσιο, έκανε το «παρθενικό» του δρομολόγιο στην Ελλάδα για την εταιρεία «Σαρωνικός» τον Μάιο του 1947,δηλαδή πριν από 76 χρόνια και κατέπλευσε για πρώτη φορά στο λιμάνι του Βόλου ξεκινώντας το τακτικό δρομολόγιο Βόλος -Αιδηψός-Χαλκίδα.

Πέντε χρόνια αργότερα το 1952 το «Κύκνος» άρχισε να συνδέει παράλληλα τον Βόλο και με τα νησιά των Βορείων Σποράδων, δηλαδή Σκιάθο, Σκόπελο, Αλόννησο, αλλά και Σκύρο.

Τελευταία είσοδος στο λιμάνι του Βόλου, σφυρίζοντας και σημαιοστολισμένο, για το «Κύκνος» ήταν τον Οκτώβριο του 1974.

Το “Κύκνος” ήταν το αγαπημένο καράβι όλων.

Υπηρέτησε εκείνα τα δύσκολα χρόνια πιστά την εξυπηρέτηση των ανθρώπων που έπρεπε να μετακινηθούν και δεν υπήρχαν ακόμη δρόμοι στην πατρίδα μας. Όσοι ήθελαν να μετακινηθούν από την Αθήνα προς τον Βόλο, έφθαναν στην πρωτεύουσα της Εύβοιας με τρένο και από εκεί επιβιβαζόμενοι στο «Κύκνος» ταξίδευαν προς τον Βόλο. Άνθρωποι, εμπορεύματα και μερικές φορές ακόμη και ζώα μεταφέρονταν με ασφάλεια με το θρυλικό πλοίο.

Η εφημερίδα «Θεσσαλία» του Βόλου το 2017 σε αφιέρωμά της για το «Κύκνος» φιλοξένησε μεταξύ άλλων αναμνήσεις και περιγραφές του Στέργιου Μιχελή που ήταν μέλος του πληρώματος για αρκετά χρόνια και έγραφε: «Γεννήθηκα το 1950 στη Γλώσσα Σκοπέλου και σε ηλικία 14,5 ετών βρέθηκα στο “Κύκνος”. Την πρώτη φορά εργάστηκα εκεί το διάστημα 1965-’69, μέχρι που πήγα στον στρατό και ξαναδούλεψα την περίοδο 1973-’74. Υπηρέτησα πρώτα ως καθαριστής, αλλά δεν μου άρεσε η μηχανή. Ανέβηκα στην κουβέρτα, όπου έγινα ναύτης και μετά έγινα μηχανικός. Απολύθηκα τρίτος μηχανικός από τα βαπόρια. Η θητεία μου στο “Κύκνος” υπήρξε μία από τις ωραιότερες περιόδους στη ζωή μου. Ένιωθα τυχερός που ανήκα στο πλήρωμά του. Θυμάμαι το ’66 έπαιρνα 4.500 δραχμές μισθό. Πολύ καλά λεφτά για την εποχή. Νιώθω νοσταλγία κάθε φορά που αναπολώ τα χρόνια εκείνα. Πέρασα πολύ καλά στο “Κύκνος”, αφού δουλεύαμε υπό άριστες συνθήκες.

Η φιγούρα του καπετάνιου Κυριάκου Μαστροκόλια κυριαρχούσε στη γέφυρα . Ήταν ένας πάρα πολύ καλός καπετάνιος. Δεν φοβόταν τη θάλασσα. Μαζί του έχω “φάει” 12 μποφόρ. Από τη Γλώσσα μέχρι τη Σκιάθο. Η διαδρομή αυτή ήταν ακριβώς 25 λεπτά με το “Κύκνος”. Στο μπουγάζι εκείνο κάναμε τρεισήμισι ώρες. Δεν ξεχώριζες το σκαρί, έβλεπες μόνο θάλασσα. Ήταν, όμως, πάρα πολύ γερό το βαπόρι. Είχε και βαθιά καρίνα. Ήταν καλοσχεδιασμένο. Και ο καπετάνιος πάρα πολύ σκληρός ναυτικός. Θυμάμαι ακόμη ότι κάθε φορά που πηγαίναμε Σκύρο, φορτώναμε μέχρι και γαϊδουράκια. Μας προσέγγιζε ένας Σκυριανός που είχε μία μαούνα και εκεί κατεβάζαμε τα ζώα».

Το «Κύκνος» στα τέλη της δεκαετίας του 1970 έφθασε στο τέλος της ζωής του και διαλύθηκε σε σκραπ, αλλά ο Σκοπελίτης ναυτικός Στέργιος Μιχελής με τις μνήμες από την υπέροχη εκείνη εποχή της νιότης του πάνω στο «Κύκνος» είχε πει ότι «κράτησα ένα ενθύμιο από το πλοίο. Όταν το έστειλαν για παλιοσίδερα, κράτησα ένα φωτιστικό. Το έχω στο σπίτι μου μέχρι σήμερα, πάνω σε μία πέργκολα. Κρίμα που είχε ετούτη την κατάληξη. Ήταν ένα από τα καλύτερα πλοία που πέρασαν ποτέ από την Ελλάδα. Όταν είχα πρωτοπάει, είχα ακούσει μία ιστορία πως μέχρι και ο Κένεντι είχε ταξιδέψει μ’ εκείνο, την εποχή που βρισκόταν στην Αμερική. Εάν αλήθευε ή όχι αυτό, δεν ξέρω να πω. Τέλη του ’70 βρέθηκε ένας Βολιώτης, δεν θυμάμαι τώρα το όνομά του, ο οποίος θέλησε να το μετατρέψει σε πλωτό εστιατόριο και καφετέρια. Το ενοικίασε για λίγο. Δεν ήθελε πολλές παρεμβάσεις. Όμως το σχέδιο του δεν τελεσφόρησε και τελικά το «Κύκνος» οδηγήθηκε στο διαλυτήριο».

Το πολυαγαπημένο καράβι για πολλούς αποτελεί ένα θρύλο, αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ. Έγινε βιβλίο, έγινε εξώφυλλο, απέκτησε φανατικούς φίλους στο διαδίκτυο και τα social media. Το πλοίο που αποτυπώθηκε πολλές φορές στις σελίδες της λογοτεχνίας, το αγαπημένο πλοίο του Γιάννη Σκαρίμπα, αυτό που περιγράφεται ως «ένας αρχάγγελος στο λιμάνι» στο κείμενο του Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, με το φιλολογικό ψευδώνυμο Νίκος Γρυπονησιώτης,στο περιοδικό «Νεφούρια» (τεύχος 12).

Πριν λίγες ημέρες παρουσιάσθηκε ένα ακόμη βιβλίο-αφιέρωμα στο Μουσείο της πόλης του Βόλου για το καράβι με τη μακροβιότερη υπηρεσία στην ακτοπλοϊκή σύνδεση του Βόλου με τις Βόρειες Σποράδες και παρουσιάσθηκαν ιστορίες και εικόνες που συγκίνησαν.

Τον Ιούλιο του 1974 με την κήρυξη της γενικής επιστράτευσης υπάρχει μία ιστορική φωτογραφία με το «Κύκνος» δεμένο εκείνη τη μέρα στο νέο λιμάνι του νησιού, περιτριγυρισμένο από χιλιάδες ανθρώπους που έπρεπε να ταξιδέψουν για να καταταγούν, ενώ σύμφωνα με τις πληροφορίες κατά τη διάρκεια της επιστράτευσης μετέφερε επίσης στρατεύματα και πολεμικό υλικό από το Βόλο στη Λήμνο.

Το τέλος για το «Κύκνος» ήρθε μερικούς μήνες αργότερα, αφού το πολυαγαπημένο καράβι σταμάτησε τη δράση του στις Σποράδες, τον Οκτώβριο του 1974.

Πηγή: Έθνος

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

Οι πρώτοι δήμαρχοι του Βόλου (1881-1925)


Η διεξαγωγή των αυτοδιοικητικών εκλογών επιτρέπει πιστεύω μια, σύντομη έστω , αναδρομή στους πρώτους δημάρχους της πόλης του Βόλου από το 1881 έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όπως και στις αντίστοιχες εκλογικές αναμετρήσεις για την ανάδειξη τους. Η επίκαιρη αναφορά προτίθεται να υπενθυμίσει κάποιες πτυχές από παλιά δημοτικά- εκλογικά δρώμενα, με την αποτύπωση προσώπων και γεγονότων. Επιπλέον ετούτη η μνημονική επιστροφή στο συγκεκριμένο παρελθόν, ίσως συμβάλει θετικά στις επικείμενες εξελίξεις με την αποτίμηση καταστάσεων και δραστηριοτήτων από τους πρώτους δημάρχους του Βόλου, που έθεταν ως κύρια προτεραιότητα την αναβάθμιση του τόπου και την διευκόλυνση των δημοτών. Υπήρξαν προσωπικότητες με αίσθημα ευθύνης και διάθεση προσφοράς που αναμόρφωσαν την νέα, αναπτυσσόμενη πόλη του Βόλου σε σύγχρονο, για την εποχή, εμποροβιομηχανικό κέντρο, με αξιόλογο λιμάνι στο βόρειο τμήμα του κολοβού ακόμη ελληνικού κράτους, παρά τις όποιες αστοχίες τους από ενδεχόμενες λανθασμένες εκτιμήσεις και αντικειμενικές δυσκολίες.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΤΑΛΗΣ (1881-1891)

Η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην ελληνική επικράτεια ολοκληρώθηκε με την είσοδο του ελληνικού στρατού στο Βόλο στις 2/11/81. Στη θέση του δημοτικού άρχοντα βρισκόταν τότε ο Γεώργιος Καρτάλης (1833-1898) από το 1878 και παρέμεινε στη θέση του ως διορισμένος από το κράτος, έως τη διενέργεια των πρώτων αυτοδιοικητικών (δημοτικών) εκλογών. Ετούτες διεξήχθησαν στις 29/5/1883 και ο Γεώργιος Καρτάλης επανεξελέγη δήμαρχος Παγασών -πρώτος εκλεγμένος- όντας πρόσωπο δημοφιλές και καταξιωμένο με σπουδαίο αγωνιστικό παρελθόν και επιτυχή ενασχόληση με τα κοινά. Το εγνωσμένο κύρος του αλλά και το έργο του, κατά την πρώτη τετραετία , οδήγησαν στην επανεκλογή του στις επόμενες δημαιρεσίες (5/7/1887). Η δεκαετής και πλέον παρουσία του Γ. Καρτάλη ως δημάρχου χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα εποικοδομητική για την πόλη με την εκτέλεση έργων που συνέβαλαν ουσιαστικά στην αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό της, οδεύοντας με συντονισμένους ρυθμούς στη μετάλλαξη της σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Επιγραμματικά μνημονεύουμε: α) οργάνωση σχεδίου πόλης, β) αντιπλημμυρική θωράκιση (διευθέτηση κοίτης χείμαρρων κ.α.), γ) ίδρυση Λιμενικού Ταμείου, δ) φορολογικά φυλάκια στις εισόδους της πόλης, ε) νέο νεκροταφείο στον Ξηρόκαμπο, στ) δημιουργία σφαγείων, ζ) οικοδόμηση εκκλησιών κ.α. Επίσης επί των ημερών του Γ. Καρτάλη εγκαινιάστηκε η σιδηροδρομική σύνδεση με τη Λάρισα και την υπόλοιπη Θεσσαλία, ιδρύθηκαν εργοστάσια και γενικά παρατηρείται η πρώτη μεταπελευθερωτική ανάπτυξη, με την αύξηση του πληθυσμού και την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΟΠΑΛΗΣ (1891-1895)

Ο Γεώργιος Καρτάλης ως επιτυχημένος δήμαρχος διεκδίκησε και τρίτη φορά το αξίωμα με πολλές πιθανότητες επανεκλογής, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εποχής. Ο συγγραφέας Ανδρέας Καρκαβίτσας στο οδοιπορικό του κείμενο: «Η Πατρίς του Ρήγα», όπου περιγράφει επίσκεψή του στο Βελεστίνο, τον Ιούνιο του 1891, καθώς μεταβαίνει ως έφεδρος στρατιωτικός γιατρός με μετάθεση στη Λάρισα, μέσω Βόλου, μνημονεύει σε διάλογο που είχε με κάποιον ντόπιο συνταξιδιώτη του και το ερώτημα για ενδεχόμενη επανεκλογή του Καρτάλη στις επικείμενες δημοτικές εκλογές:

«-Πούθε κοπιάζεις καπ’τάνιε;

-Απ’ το Βόλο

-Πως παν τα πράμματα…».

Ο Καρκαβίτσας εννόησε ότι ο συνομιλητής του ρωτάει για τα εθνικά ζητήματα και απογοητεύτηκε όταν εκείνος διευκρίνισε ότι ενδιαφέρονταν για τις δημοτικές εκλογές:

«-Δε σε μιλάω για τέτοια σε ρωτάω για τς’ εκλογές. Θα τον βγάλουν πάλι τον Καρτάλη;

Διεκόπην κατησχυμένος. Ελησμόνησα ότι επέκειντο δημοτικαί εκλογαί και ο χωρικός ήθελε να μάθη πως πηγαίνουν τα εκλογικά πράγματα εν Βόλω όπου εγίνετο φοβερά κομματική πάλη, όπου νέοι γίγαντες ανεστάτουν το Πήλιον εναντίον του Διός…».

Στις εκλογές της 7ης Ιουλίου του 1891 όπου, υπήρχε, όπως φαίνεται, δυναμική αντιπαράθεση, εξελέγη δήμαρχος, ο αντίπαλος του Γ. Καρτάλη, Αλέξανδρος Τοπάλης με εμφανή διαφορά 204 ψήφων, αν λάβουμε υπόψη τον συνολικό αριθμό των ψηφοφόρων δημοτών τότε. Επρόκειτο για μία ξεκάθαρη αντιπαράθεση υποψηφίων των δύο πολιτικών οικογενειών Καρτάλη και Τοπάλη, όπως άλλωστε συνέβαινε και στις βουλευτικές εκλογές. Εδώ παρατηρείται και ο ρόλος των τοπικών εφημερίδων που συνήθως η κάθε μια υποστήριζε συγκεκριμένο υποψήφιο. (Η εφ. Παγασαί υποστήριζε τον νεοεκλεγέντα δήμαρχο).

Ο Αλ. Τοπάλης (1857-1936) αδερφός του βουλευτή και υπουργού Κωστή Τοπάλη, υπήρξε επίσης επιτυχημένος δήμαρχος που συνέχισε τη δημιουργική πορεία των προηγούμενων ετών. Επι της θητείας του πραγματοποιήθηκαν σημαντικά έργα όπως η λειτουργία του εργοστασίου αεριόφωτος (φωταερίου) που παρείχε ικανοποιητικό δημοτικό και ιδιωτικό φωτισμό, αλλά και η ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου το οποίο εγκαινιάστηκε στα 1897. Επίσης στα 1895 λειτούργησε και το τρενάκι του Πηλίου αρχικά ως τα Λεχώνια. Συνεχίστηκαν βέβαια και τα άλλα έργα που είχαν ξεκινήσει πρωτύτερα (ρυμοτομικά- αντιπλημμυρικά, ανέγερση εκκλησιών κ.α.): Επίσης ιδρύονται νέα εργοστάσια, επιχειρήσεις και υποκαταστήματα τραπεζών που συμβάλλουν σημαντικά στην περαιτέρω ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας. Με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου εγκρίνεται η διεξαγωγή ετήσιας εμποροπανήγυρης και ζωοπανήγυρης (παζάρι) τον Αύγουστο, από το 1894. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει για την έναρξη των λιμενικών έργων που ξεκίνησαν το 1892 και διάρκεσαν περισσότερο από μία δεκαετία, αναμορφώνοντας σε σύγχρονα πρότυπα το λιμάνι της πόλης. Η αυξανόμενη εμπορευματική και επιβατική κίνηση απαιτούσαν λιμάνι συγκεκριμένων προδιαγραφών και αυξημένων απαιτήσεων.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗΣ (1895-1899)

Τον Αλ. Τοπάλη διαδέχτηκε ο Ιωάννης Χατζηαργύρης, γιατρός από την Πορταριά, η θητεία του οποίου συνέπεσε με τα οδυνηρά γεγονότα του 1897-98 και την δεκατριών μηνών προσωρινή επανακατάληψη της περιοχής από τους Τούρκους. Ο Ιω. Χατζηαργύρης, στις δύσκολες εκείνες στιγμές χειρίστηκε την κατάσταση με σύνεση και αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας ανεπιθύμητες καταστάσεις, καταστροφικές για την πόλη και τους κατοίκους της. Αν και ο πάντοτε οξύς κι αιχμηρός στις εκτιμήσεις του ιστορικός Γιάνης Κορδάτος τον χαρακτηρίζει «τουρκόφιλο ως το κόκκαλο», καταλογίζοντάς του εμφανή ενδοτικότητα και υποταγή. Όμως οι περισσότερες μαρτυρίες συμφωνούν ότι με την πολιτική κατευνασμού που προτίμησε, εξασφάλισε την αποφυγή ακροτήτων από τους προσωρινούς κατακτητές, έως ότου περάσει το κακό και επανέλθει η ηρεμία στον τόπο, έστω κι αν είχε πλέον περιορισμένες αρμοδιότητες και παρέμενε «τύποις άρχων της πόλης».

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ (1899-1907)

Οι εκλεγόμενοι δήμαρχοι στις πρώτες δεκαετίες του ελεύθερου Βόλου προέρχονταν απ τα δύο τοπικά κόμματα (Καρταλικό και Τοπαλικό), είτε ως πρόσωπα των ίδιων των πολιτικών οικογενειών (τζακιών), είτε ως προτεινόμενοι από αυτά. Στις δημοτικές εκλογές του 1895 όμως, υπήρξε η δυναμική εμφάνιση ενός προσώπου, πέρα από το τοπικό πολιτικό κατεστημένο, που διεκδίκησε με αξιώσεις το Δήμο Παγασών. Επρόκειτο για τον δικηγόρο Γεώργιο Λαναρά που ξεσήκωνε τις ευρείες λαϊκές μάζες απέναντι στους μεγαλοαστούς αντιπάλους του. Παρ’ ότι θεωρούνταν δημαγωγός με ανέφικτες πολιτικές προτάσεις, ο φιλολαϊκός του λόγος έβρισκε ευήκοα ώτα και λίγο έλειψε να κερδίσει τις εκλογές. Ο εμφανής κίνδυνος απώλειας της εξουσίας, οδήγησε τα δύο οικογενειακά κόμματα σε συνεργασία προτείνοντας κοινό υποψήφιο για τις εκλογές στις 5/9/1899 τον επίσης πορταρίτη γιατρό Νικόλαο Γεωργιάδη (1830-1923), πρόσωπο ικανό κι ευρείας αποδοχής. Σε σχετικό δημοσίευμα της εφ. Θεσσαλία (14/8/1899) προβάλλεται η κοινή υποψηφιότητα με εκτενή αναφορά στο πρόγραμμά της. Επισημαίνεται ότι δεν πρόκειται απλά για ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, αλλά για μια προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και καθολικής προτίμησης που προτίθεται να διοικήσει ανιδιοτελώς και με εξαιρετική διάθεση για προσφορά. Στον αντίποδα λοιδορείται ο εκ νέου διεκδικητής του δημαρχιακού θώκου, Γ. Λαναράς, στο βωμό της αρνητικής διαφήμισης των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ακόμη γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στον απερχόμενο δήμαρχο Ιωάννη Χατζηαργύρη, ο οποίος δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει δημιουργικό έργο επειδή η θητεία του συνέπεσε με την περιπέτεια του 1897. Μολαταύτα εκτιμάται η ορθή στάση του στη διάρκεια της πρόσκαιρης τουρκικής κατοχής και χαρακτηρίζεται ως συνετός διαχειριστής, έντιμος και ανιδιοτελής. Επιβάλλονταν λοιπόν η εκλογή ενός προσώπου κατάλληλου για την επαναφορά της πόλης στους προηγούμενους ρυθμούς ανάπτυξης. Την παραμονή των εκλογών παρατίθεται στην ίδια εφημερίδα εκτενές αφιέρωμα στον Νικ. Γεωργιάδη με φωτογραφία του, που συμπληρώνεται με λόγο του Αντ. Καρτάλη για την αναγκαία εκλογή του νέου Δημάρχου. Νωρίτερα είχε δημοσιευτεί και η δήλωση- στήριξη του Κ. Τοπάλη. Ο Ν. Γεωργιάδης εξελέγη άνετα, χάρη στη σύμπραξη των δύο κομμάτων, αλλά δεν έλειψαν και οι κατηγορίες για εξαγορά ψήφων από τις πολυπληθείς ομάδες τσιγγάνων που συχνά γίνονταν ρυθμιστές του αποτελέσματος, όπως σημειώνει ο Γιάνης Κορδάτος.

Κατά γενική ομολογία ο Νικ. Γεωργιάδης που επανεξελέγη, όπως θα δούμε και για δεύτερη θητεία, υπήρξε ίσως ο πλέον δημιουργικός κι επιτυχημένος δήμαρχος των πρώτων δεκαετιών του Δήμου Παγασών. Πέρα από τα διάφορα έργα που συνεχίστηκαν επί της θητείας του, σημαντική προτεραιότητα δόθηκε στην κοινωνική πρόνοια και υγεία με την λειτουργία του νοσοκομείου Βόλου και του βρεφοκομείου, αλλά και την εκπαίδευση (οικοδόμηση διδακτηρίων), την εργατική ασφάλιση (ταμείον εργατών) και την εν γένει βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στην πόλη. Γι αυτό και απασχόλησε σοβαρά τη δημοτική αρχή και το ζήτημα της ύδρευσης με γεωτρήσεις, εκμετάλλευση πηγών και δίκτυο μεταφοράς και διανομής. Επίσης εφαρμόστηκε επέκταση του σχεδίου πόλης με συντονισμένες επεμβάσεις και προσεγμένες ρυμοτομήσεις που άλλαξαν το οικιστικό τοπίο.

Στο μεταίχμιο του αιώνα η πόλη του Βόλου κατέγραφε αναπτυξιακή τροχιά.

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Η φημισμένη παραλία του Βόλου που μαγεύει ντόπιους και τουρίστες στο πέρασμα των δεκαετιών (φωτογραφίες)

 

Μία παραλία γεμάτη με ιστορία και αναμνήσεις

Μία παραλία γεμάτη με ιστορία και αναμνήσεις είναι ο Άναυρος, μία πλαζ που το ξεκίνημά της, μας γυρίζει στα τέλη του 19ου αιώνα, λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και την ένταξη του Βόλου στην ελληνική επικράτεια. Ήταν τα χρόνια που τα ήθη ήταν εξαιρετικά συντηρητικά.

Ο Άναυρος υπήρξε και εξακολουθεί να είναι, η πιο «αστική πλαζ» σε μία μεγάλη πόλη, κυριολεκτικά μέσα στην καρδιά της. Εξακολουθεί να σφύζει από ζωή, να αποτελεί αγαπημένο σημείο συνάντησης των Βολιωτών και να την προτιμούν άνθρωποι κάθε ηλικίας για να κολυμπήσουν, να αθληθούν, να δροσιστούν, να διασκεδάσουν, ακόμη απλώς και για να ξαποστάσουν.

AD
AD
AD
AD
AΚάποτε γύρω από την παραλία υπήρχαν χαμηλές μονοκατοικίες, λουσμένες στα γιασεμιά και τα πολύχρωμα καλοκαιρινά λουλούδια, ενώ σήμερα γύρω από τον Άναυρο υπάρχουν πολυκατοικίες-μεγαθήρια, «προνομιούχα διαμερίσματα» με απέραντη θέα στον Παγασητικό. Από το μπαλκόνι τους «αγγίζεις» το γαλάζιο και εισπνέεις τη θαλασσινή αύρα ανεμπόδιστα .

Κάποτε έφθαναν οι Βολιώτες με το αστικό τραμ που έκανε τέρμα στη συγκεκριμένη παραλία ή με τον θρυλικό «Μουτζούρη» που συνέχιζε ως την Αγριά, τα Λεχώνια ή ανηφόριζε μέχρι τις Μηλιές.

Αυτή η θρυλική για τους Βολιώτες παραλία, ήταν το «must» του καλοκαιριού και τα μαγαζιά που μεσουράνησαν, ειδικά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, διατηρούνται ως σήμερα κρύβοντας μεγαλεία και μοναδικές στιγμές που μόνο στις μνήμες των μεγαλύτερων σε ηλικία έχουν καταγραφεί. Στον Άναυρο διοργανώνονταν ανεπανάληπτες βραδιές με κρασί και τσιπουράκια, με μουσικές και διασκέδαση μέχρι τα ξημερώματα.

Η πλαζ του Αναύρου που έφθασε στο απόγειο της δόξας της, αμέσως μετά τον πόλεμο, και όταν η φτωχή Ελλάδα έβγαινε «βαριά τραυματισμένη» από τις εσωτερικές περιπέτειές της, αποτελούσε μία όαση ξεγνοιασιάς και αλλαγής εικόνων, χωρίς αυτοκίνητα και θορύβους.

Οι τοπικές εφημερίδες της εποχής διαφήμιζαν τα τρία παραλιακά κέντρα διασκέδασης που υπήρχαν «πάνω στο κύμα», το ένα καλύτερο από το άλλο. Πρώτη ήταν η «Καλλιθέα» του Ζαχείλα με ωραία παραλία μπροστά της, αμέσως μετά ήταν το «Ακταίον» και στη συνέχεια με μεγάλη άπλα μπροστά της και βαθιά αμμουδιά η θρυλική «Αύρα» της οικογένειας Νικοβιώτη που συνεχίζει ως και σήμερα να δημιουργεί ιστορία, 140 χρόνια από το ξεκίνημά της το 1883.

Πολύ κοντά στην καθαυτή παραλία του Αναύρου και αμέσως μετά τον ομώνυμο χείμαρρο, υπήρχε και εξακολουθεί να υφίσταται ως σήμερα και η «Ακτή ΝΟΒ» του Ναυτικού Ομίλου Βόλου με τις ονειρικές μουσικές της επιλογές σε έναν χώρο που αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο συνάντησης για την ελίτ της πόλης.

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, που οργανώθηκαν οι Αστικές Συγκοινωνίες στον Βόλο, είχαν σαν κατάληξη τον Άναυρο τρεις αστικές λεωφορειακές γραμμές που διαπερνούσαν όλο τον Βόλο απ άκρου εις άκρον και έφερναν χιλιάδες Βολιώτες από κάθε γωνιά. Ήταν τα χρόνια εκείνα που μανάδες, παπούδες και γιαγιάδες έπαιρναν τα πιτσιρίκια και μέσα σε ένα ατελείωτο πανζουρλισμό από παιδικές φωνές κατέφθαναν στην παραλία για να δροσιστούν και να παίξουν ανέμελα. Ήταν οι εποχές που οι άνθρωποι εφορμούσαν στα λεωφορεία για να εξασφαλίσουν μία θέση στα καυτά πλαστικά καθίσματα, που οι μικροί κατέφθαναν με φουσκωμένες τις σαμπρέλες στην παραλία και οι πιο μεγάλοι-«υποψήφιοι γαμπροί» δεν δίσταζαν να τσακωθούν για μια λοξή ματιά προς τα κορίτσια της εποχής.

Στον Άναυρο γράφτηκαν ιστορίες έρωτα και αγάπης για χιλιάδες νέους του Βόλου, που έδιναν το ραντεβού τους για συνάντηση και φλερτ και η Σωτηρία Νικοβιώτη, τρίτη γενιά της οικογένειας που δημιούργησε την «Αύρα» θυμάται και περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «γινόταν χαμός τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 από τα γυμνασιόπαιδα. Ο τόπος γέμιζε και από τις ημερήσιες σχολικές εκδρομές.

Πολλοί άλλοι έκαναν σκασιαρχείο και έδιναν ραντεβού εδώ. Οι καρδιές σκιρτούσαν τότε και τα ρομαντικά ραντεβού έδιναν και έπαιρναν. Και ξαφνικά έκαναν έφοδο ο γυμνασιάρχης με καθηγητές και τότε γινόταν το έλα να δεις. Το έβαζαν στα πόδια και κρύβονταν τα παιδιά μέσα στο μαγαζί και ο πατέρας μου τους φυγάδευε όλους από την πίσω πόρτα και μέσα από τις καλαμιές ή έμπαινε μπροστά και απαγόρευε την έρευνα μέσα στο μαγαζί του. Απίστευτες εικόνες πλημμυρισμένες από νιάτα και ανέμελες φωνές».

Η «Αύρα» είναι συνώνυμη με την οικογένεια Νικοβιώτη. Τέσσερις γενιές από το 1883 ως τις μέρες μας και ο Νίκος Νικοβιώτης μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον θρύλο της «Αύρας» αναφέρει: «Ο προπάππος μου Νίκος Νικοβιώτης ήταν εκείνος που έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά για να ανοίξει το κέντρο διασκέδασης.

Ήταν το 1883.Ακολούθησαν ο Χρήστος, ο Δημήτρης, η Σωτηρία και σήμερα πάλι ο Νίκος, δηλαδή εγώ. Μεγαλώσαμε όλοι δίπλα στο Jukebox ακούγοντας τα τραγούδια της εποχής και στην πίστα χορού που υπάρχει ως και σήμερα και που φιλοξένησε μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου.

Πέρασαν από εδώ ο Πάνος Γαβαλάς, η Ρία Κούρτη, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Ανθούλα Αλιφραγκή και πολλοί ακόμα. Εδώ κατά καιρούς με τα συγκροτήματά τους, έδωσαν το παρόν οι δικοί μας Βαγγέλης Παπαθανασίου και Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και τα νιάτα της εποχής τους αποθέωναν πριν ξεκινήσουν τις μεγάλες καριερες τους. Πολλές φορές ο Τάσος Μητρογώγος, επική φωνή της ΕΡΤ, με σπουδαία φωνή έπαιρνε το μικρόφωνο και ξεσήκωνε τον κόσμο».

Στον Άναυρο εμφανίσθηκε και το πρώτο Juke Box στον Βόλο, στα μαγαζιά της εποχής ο ανταγωνισμός είχε φτάσει στα ύψη και ο Γιώργος Καφενταράκης έγραφε στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος» τον Ιούλιο του 1959 ότι «τότε ακούστηκαν στον Βόλο τα καινούργια τραγούδια του Κώστα Καπλάνη “Ζωή σερέτισσα” ,”Άδικο”, “Άπιστη ξεμυαλισμένη” και φυσικά ο θρύλος “Βολιώτισσα” με την Ανθούλα Αλιφραγκή μαζί με πολλά άλλα, ενώ από το “ηλεκτρόφωνο” (τζούκ – μπόξ) του “Ακταίου” και του διπλανού κέντρου “Αύρα”, η νεολαία του ΄60 ρίχνοντας τις δραχμές τους στο μηχάνημα, ακούγανε το “Apache” από τους Shadows, το “Διαβατήριο” του Καζαντζίδη, το “Oh Carol” του Neil Sedaka και άλλα. Τώρα ας πάμε λίγα χρόνια πίσω. Ας βρεθούμε στη χρονιά 1946 μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄50, τους καλοκαιρινούς μήνες η παραλία γέμιζε με πασατεμπάδες, καραμελατζίδες, (μαλλί της γριάς) φωτογράφους και αρκετούς άλλους πλανόδιους επαγγελματίες».

Στην ακτή του Αναύρου σύμφωνα με το αρχείο του μέλους της Εταιρείας Θεσσαλικών Ερευνών Γρηγόρη Καρταπάνη, αλλά και από δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου αναφέρεται ότι «Στο κέντρο “Ακταίον” του Αναύρου, τραγούδησε ο Πάνος Γαβαλάς, με παρτενέρ τη νεαρή τότε Δούκισσα και μπουζούκι τον βιρτουόζο Χ. Λεμονόπουλο».

Τον περασμένο αιώνα, στη θάλασσα ίσχυαν «σκληροί περιορισμοί» ιδίως για τους κολυμβητές και τις κολυμβήτριες. Πριν από εκατό χρόνια, γύρω στη δεκαετία του ’20 υπήρχαν τα περίφημα λουτρά θαλάσσης του Αναύρου. Υπήρχαν δύο σειρές από καμπίνες αυστηρά διαχωρισμένες σε ανδρών και γυναικών, μία ξύλινη σκάλα που έμπαινε μέσα στη θάλασσα και στην άκρη ήταν στημένο ένα φυλάκιο-παρατηρητήριο που επιτηρούσε τους λουόμενους να μην πλησιάζουν οι μεν τους δε. Όταν κάποιος πλησίαζε «επικίνδυνα» την άλλη πλευρά, ο ήχος της σφυρίχτρας των επιτηρούντων έσκιζε τον αέρα και ακουγόταν ως απέναντι στα Πευκάκια, ενώ μία βάρκα με τους επιτηρητές, πλησίαζε και έδιωχνε τους παραβάτες.

Άναυρος, όμως, εκτός από αμμουδερή και εκτεταμένη παραλία, σημαίνει και μυθολογία για τον τόπο. Δίπλα ακριβώς από την «Αύρα», περνά ο χείμαρρος Άναυρος, όπου σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ιάσονας, επιστρέφοντας από το Πήλιο στην Ιωλκό, έχασε στον ποταμό το σανδάλι του, την ώρα που μετέφερε την Ήρα στην πλάτη του, μεταμφιεσμένη σε γριά. Από το σημάδι αυτό, τον αναγνώρισε ο παππούς του Πελίας, τον οποίο ο νέος συνάντησε την ώρα που εκείνος θυσίαζε στον Ποσειδώνα.

Σήμερα, ο Άναυρος είναι η αγαπημένη παραλία για τους Βολιώτες. Έχει μεγάλη ακτή, αμμουδερή, με ρηχά νερά, προστατευμένη, οργανωμένη και εύκολα προσβάσιμη. Για όσους δεν έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο είναι μία εξαιρετική λύση για να δροσιστούν. Εκεί φτάνει κάποιος με το ποδήλατό του ή ακόμη και με τα πόδια. Απολαμβάνει το τσιπουράκι του, τους θαλασσινούς μεζέδες, δροσίζεται και παρά το ατελείωτο τσιμέντο της μεγαλούπολης αισθάνεται σαν να επισκέφθηκε τον παράδεισό του. Μια παραλία στην καρδιά της πόλης.