Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς στον παλιό Βόλο.

Γνωστοί Βολιώτες έκαναν ρεβεγιόν στου «Χατζηνικολάου» - αρχείο Κώστα Αβτζή

Παραμύθι βγαλμένο από την αχλή του χρόνου θυμίζουν οι αφηγήσεις παλιών Βολιωτών για τα θρυλικά ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς που άφησαν εποχή. Χώροι διασκέδασης που σήμερα δεν υπάρχουν, όπως το φημισμένο κέντρο διασκέδασης «Χατζηνικολάου», σφράγισαν ανεξίτηλα το γιορτινό κλίμα της προσμονής του καινούργιου χρόνου, με τους Βολιώτες να γλεντούν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, φορώντας επίσημο ένδυμα, ειδικά ραμμένο πολλές φορές για την περίσταση. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει με οδηγό δύο παράλληλες αφηγήσεις, του Τάσσου Μητρογώγου και του Κώστα Αβτζή, δύο γνωστών Βολιωτών που βίωσαν το κλίμα εκείνης της εποχής, και μεταφέρουν μέσω στου ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ αφηγήσεις και στιγμιότυπα που γεννούν νοσταλγία.

Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ

Εχοντας ως αφετηρία το ερμηνευτικό του ξεκίνημα στην πίστα του περίφημου κέντρου «Χατζηνικολάου», ο Τάσσος Μητρογώγος θυμάται: «Λες και ήταν χθες και ας πέρασαν τόσα χρόνια, πώς άλλωστε να ξεχάσω, μαθητής ακόμη στο Γυμνάσιο, πριν από τη δίνη της Κατοχής και του εμφυλίου, βρέθηκα εν έτει 1950 να τραγουδώ σε μια θαυμάσια αίθουσα (Χατζηνικολάου) παραμονή Πρωτοχρονιάς, όταν οι εκατοντάδες Βολιώτες, ξεχνώντας τα δεινά που πέρασαν, τα δύσκολα χρόνια, ντυμένοι με τα καλά τους, που τα έβγαλαν από τα μπαούλα τους όπου τα είχαν κρυμμένα τόσα χρόνια, ξεφάντωναν περιμένοντας τον καινούργιο χρόνο».

Την εποχή εκείνη, ο Τάσσος Μητρογώγος συμμετείχε στη χορωδία Ποτούμνη και οι πρόβες γίνονταν στο οίκημα επί των οδών Τοπάλη και Ιάσονος, που βρισκόταν διαγώνια από το μεγαλοπρεπές και επιβλητικό κτίριο «Χατζηνικολάου», ένα από τα δύο λαμπρότερα κέντρα διασκέδασης του Βόλου. «Ο θείος μου, Γ. Χατζηνικολάου, ξάδελφος του πατέρα μου και ιδιοκτήτης του κέντρου, αναζητώντας νέα ταλέντα και ψάχνοντας να επουλώσει τις πρόσφατες «μεταγραφές» τραγουδιστών που υπέστη, ήρθε ν’ ακούσει τις πρόβες της χορωδίας μας. Εκείνες τις μέρες μόλις είχαν αποχωρήσει από το κέντρο δύο σπουδαίοι τραγουδιστές, ο Σώτος Παναγόπουλος και ο Γιάννης Γκανίλας, οι οποίοι ξεκινούσαν άμεσα συνεργασία με την «Εξωραϊστική» θυμάται.

Φυσικά δεν ήταν μόνο το ρεβεγιόν στου Χατζηνικολάου που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των Βολιωτών. Υπήρχε η «Εξωραϊστική», το κέντρο του «Καλιντζέου», τα κέντρα του Αναύρου, της Ν. Ιωνίας, του Ανω Βόλου (Τζάκι) και άλλα όπου γλεντούσαν οι Βολιώτες υπό τους ήχους των ορχηστρών των: Ν. Τσαχτίρη, Κ. Βακαλόπουλου, Τ. Τσουκάτου, Τ. Θεοδωρόπουλου, Χ. Τσόχα, και εμφανίζονταν οι Βολιώτες τραγουδιστές Γ. Γκανίλας, Τ. Βαβάτσικος, Γ. Τενόπουλος, Ν. Καπάτος, Τ. Μουζάς και άλλοι.

«Στην αίθουσα Χατζηνικολάου είχα την ευκαιρία να τραγουδώ υπό τους ήχους σπουδαίων μουσικών μια τέτοια βραδιά Πρωτοχρονιάς, όπως οι Γ. Μαυραντώνης και Κ. Μάστορης (βιολιά), ο συμμαθητής μου Δ. Μαχαιρίτσας (πιάνο), ο Γ. Φασούλας (ακορντεόν), ο Μ. Βιτς (ντραμς) και ο Σ. Πετεινάρης (σαξόφωνο). Ηταν θαυμάσια η αίθουσα του Χατζηνικολάου και ήταν, χωρίς υπερβολή, μια από τις ωραιότερες της Ελλάδος, διότι είχα την ευκαιρία να βρεθώ σε δύο από τις μεγαλύτερες αίθουσες της Αθήνας, της «Μεγάλης Βρετανίας» και του «King George» σαν μέλος του Συλλόγου εκφωνητών Ελλάδος, στους ετήσιους μεγάλους χορούς του, και να τις συγκρίνω με του Χατζηνικολάου» επισημαίνει ο κ. Μητρογώγος.

Το κέντρο «Χατζηνικολάου» ήταν ένα διώροφο κτίριο στην παραλία, στη συμβολή των οδών Σπυρίδη και Αργοναυτών. Ο κάτω όροφος, όπως θυμούνται ο Τάσσος Μητρογώγος και οι παλιοί Βολιώτες, ήταν καφέ – ζαχαροπλαστείο και δίπλα βρισκόταν η αίθουσα μπιλιάρδου.

Στον άνω όροφο βρισκόταν η μεγάλη αίθουσα χορού, η οποία χωριζόταν σε δύο μικρότερες, που λειτουργούσαν τις γιορτές για να καλύπτουν τη μεγάλη συμμετοχή του κόσμου. Η ξύλινη πίστα χορού φωτιζόταν με πολύχρωμα φωτάκια, που ήταν καλυμμένα με κρύσταλλα, και οι χορευτές χόρευαν πάνω από τον φωτισμό, ενώ ένας μεγάλος στρογγυλός πολυέλαιος έκανε κύκλους με πολύχρωμα φωτάκια.

Στο ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς, η οροφή καλυπτόταν από εκατοντάδες μπαλόνια, τα οποία έπεφταν στην πίστα με τον ερχομό του νέου χρόνου. Η τεράστια πίστα τελείωνε με ένα υπερυψωμένο επίπεδο, δύο σκαλοπάτια πλάτους 3 – 4 μέτρων, που επέτρεπε να υπάρχουν τραπέζια και ένας μικρός διάδρομος που οδηγούσε σε δύο σκάλες, και στον εξώστη που φιλοξενούσε επίσης τους θαμώνες, οι οποίοι κατέβαιναν να χορέψουν στην πίστα.

«Η ώρα πλησίαζε για τον ερχομό του νέου χρόνου. Τα ταγκό της «Κομπαρσίτας», της «Ζήλειας» και του «Αντιός πάμπα μία» και τα τραγούδια «Βίρα της άγκυρες», «Αντίο», «C’ est si bon», «Βegin the Beguine» και άλλα, έδιναν τη θέση τους στο παρά πέντε, σ’ ένα όμορφο, επίκαιρο ερωτικό τραγούδι του Χαιρόπουλου, που το χόρευαν σφιχταγκαλιασμένα τα ζευγάρια. «Αγαπημένη μου, χρόνια πολλά. Νάναι χαρούμενος ο νέος χρόνος, η σκέψη μου ξάγρυπνη να σε κρατά, και νάναι άγνωστος για σένα ο πόνος».

Λίγα δευτερόλεπτα από την είσοδο του νέου χρόνου, ο ντραμίστας Μίμης Βιτς κτυπούσε τα πιατίνια του, όλη η ορχήστρα, μετρούσαμε αντίστροφα, 10…9…8…7… και στο 0 έσβηναν τα φώτα, έπεφταν τα μπαλόνια και γινόταν χαλασμός στην πίστα και στα τραπέζια. Ολοι αντάλλασσαν ευχές και φιλιά, τραγουδώντας μαζί μας: «Εφυγε ο παληός ο χρόνος, ας γλεντήσουμε παιδιά, καλή χρονιά, καλή χαρούμενη Πρωτοχρονιά».

Η αφήγηση – περιήγηση στο μακρινό παρελθόν, δια στόματος του Τάσσου Μητρογώγου, συνεχίζεται με το γιορτινό κλίμα που επικρατούσε στα σπίτια γνωστών Βολιωτών.

«Εκτός των πρωτοχρονιάτικων ρεβεγιόν στα κέντρα διασκεδάσεως του Βόλου, υπήρχαν και τα ρεβεγιόν των συμπολιτών μας που είχαν μουσική παιδεία στις κατοικίες τους. Φίλοι και συγγενείς, την παραμονή σε συγκεντρώσεις τους, είχαν την ευκαιρία να παίξουν το καθιερωμένο 31 ή πόκερ, να διασκεδάσουν και να χορέψουν υπό τους ήχους πιάνου, ακορντεόν, βιολιού, κιθάρας. Τα μέλη της γνωστής οικογένειας Σαμσαρέλου, ο Φίλιππος και ο Αλέκος στο βιολί, η Κατίνα, η Ελένη και η Μαίρη στο πιάνο, οι οικογένειες του γιατρού Ζώνζηλου, όπου οι δύο κόρες του, η Τζένη και η Καίτη έπαιζαν πιάνο, ή της οικογένειας Ψιώτα: η Καίτη, η Νίτσα, ο Θανάσης, το ίδιο και η οικογένεια Κεχαΐδη, όπου ο πατέρας Μπάμπης και τα παιδιά Κώστας και Βάσω, πρωτοστατούσαν. Αλλά και αργότερα όταν παρέες μουσικών, όπως οι «4 Ασσοι», το «Βολιώτικο τρίο» και άλλοι, περνούσαν την τελευταία μέρα του χρόνου διασκεδάζοντας με συγγενείς και φίλους στα σπίτια τους ή και στα ταβερνάκια του Βόλου» θυμάται ο κ. Μητρογώγος.

Εντονες είναι οι μνήμες του Κώστα Αβτζή από τα πρωτοχρονιάτικα ρεβεγιόν του παρελθόντος που άφησαν εποχή και ταυτόχρονα μια γλυκιά αίσθηση νοσταλγίας για όσα πέρασαν, αλλά ευτυχώς δεν ξεχάστηκαν.

«Πηγαίναμε στην αίθουσα του Χατζηνικολάου όταν είχε ρεβεγιόν, όπου κλείναμε τραπέζι» αναφέρει ο κ. Αβτζής. «Είχε μουσική, είχε πίστα όπου χόρευε ο κόσμος και μάλιστα υπήρχε και μια ωραία ατραξιόν. Ο γιος του Χατζηνικολάου χόρευε τρομερό σουίνγκ, και τον σηκώναμε επάνω και χόρευε. Το γιορτινό κλίμα πλαισίωναν οι σερπαντίνες, τα γνωστά» συνεχίζεται η αφήγηση.

Η εικόνα του περίφημου κέντρου παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένη στη σκέψη του κ. Αβτζή, ο οποίος αναφέρει ότι το διώροφο κτίριο βρισκόταν στη συμβολή των οδών Σπυρίδη και Αργοναυτών, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον πολλών Βολιωτών.

«Ο κόσμος ήταν καλοντυμένος, εννοείται. Δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινες πρόχειρα ντυμένος στα κέντρα της εποχής. Οι πιο διάσημες αίθουσες της πόλης για το ρεβεγιόν, ήταν η «Εξωραϊστική» και του «Χατζηνικολάου» αναφέρει ο ίδιος, ανακαλώντας μνήμες από τις μεγάλες χοροεσπερίδες της «Εξωραϊστικής» με την ορχήστρα του Μαυραντώνη στο ισόγειο, τη δεκαετία του ’50. Στην πάνω αίθουσα τα μέλη ανέπτυσσαν συζητήσεις, ενώ στον τρίτο όροφο «υπήρχαν σουΐτες και γινόταν μπακαρά την πρωτοχρονιά» σημειώνει ο κ. Αβτζής, αναφερόμενος στην περίοδο πριν από τους σεισμούς, ενώ χαρακτηρίζει «φαντασμαγορικά τα ρεβεγιόν στην «Εξωραϊστική», με τους αστούς του παλιού Βόλου να συζητούν καθισμένοι στη βεράντα, ντυμένοι με επίσημο ένδυμα.

Χορός στη σάλα Χατζηνικολάου (αρχείο Ζημέρη ΔΗΚΙ)

Οι παλιότερες εποχές παραμένουν αξέχαστες και το γιορτινό κλίμα στον παλιό Βόλο «ήταν διαφορετικό, όπως το βιώνουμε εμείς σήμερα» θυμάται ο παλιός Βολιώτης, καθώς ανατρέχει στις εποχές των ρομαντικών χορών, του ταγκό, του βαλς.

«Η αίθουσα του «Χατζηνικολάου» είχε πάνω εξώστη, όπου κάθονταν αρκετοί θαμώνες, ενώ πολλοί κάθονταν στην κάτω αίθουσα. Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές για διασκέδαση τότε στον παλιό Βόλο. Υπήρχαν τα σινεμά, οι βόλτες στην παραλία και τα καφενεία. Όταν άλλαζε ο χρόνος, γινόταν πανζουρλισμός στην Ερμού με σερπαντίνες και κομφετί. Αυτή ήταν η διασκέδαση. Διασκεδάζαμε με απλά πράγματα, δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο τότε κι ορισμένες φορές τα θυμάμαι με νοσταλγία» αναφέρει ο Κώστας Αβτζής.

Ο ίδιος ανακαλεί εικόνες της νιότης, πριν από τους σεισμούς, που άλλαξαν άρδην το προφίλ της πόλης. Θυμάται τις ωραίες ορχήστρες του παλιού Βόλου, τους ερμηνευτές με τις ωραίες φωνές, το Γιάννη Γκανίλα, τον Τάσσο Μητρογώγο, τον Σώτο Παναγόπουλο, ο οποίος διέπρεψε στην Αθήνα, τις χορωδίες, τους τροβαδούρους της εποχής που γύριζαν στα ταβερνάκια με τις κιθάρες τους. «Όλα ήταν όμορφα, η ατέλειωτη βόλτα στην παραλία, τα λιγοστά καφενεία, του Χατζηνικολάου, το «Πανελλήνιο» και η «Μινέρβα», μικρά ζαχαροπλαστεία και μικρά ταβερνάκια, που έδιναν διαφορετικό χρώμα στην πόλη.

Οι παλιοί Βολιώτες διασκέδαζαν με την καρδιά τους, ειδικά μετά τον πόλεμο και τις δύσκολες καταστάσεις που βίωσαν, ατενίζοντας με αισιοδοξία τον ερχομό του νέου χρόνου. «Όλα ήταν πολύ όμορφα και πολύ διαφορετικά», αναφέρει ο Κώστας Αβτζής, καθώς ανατρέχει σε μια εποχή που άφησε γλυκιά νοσταλγία στο πέρασμά της.

ΠΗΓΗ:TΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

“Έφυγε” από τη ζωή ο “Φώτης του Βόλου” – Έσβησε στο Νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν



Τα ξημερώματα της 13ης Δεκεμβρίου 2017 άφησε την τελευταία του πνοή στο Αχιλλοπούλειο Γενικό Νοσοκομείο «ο Φώτης του Βόλου» (κατά κόσμο Λαδόπουλος), η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα της πόλης, που τον περασμένο Απρίλιο υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και, έκτοτε, μετά την απαραίτητη παραμονή του στο Νοσοκομείο, φιλοξενούνταν στο Ίδρυμα «Γηροκομείον Βόλου».

Η εξόδιος ακολουθία θα τελεσθεί στον Ιερό Ναό Αγίων Πάντων του Γηροκομείου αύριο στις 9:00 π.μ. και θα ακολουθήσει η ταφή στο Δημοτικό Κοιμητήριο Βόλου με δαπάνη του Ιδρύματος.

Η σορός θα βρίσκεται από τις 8.15 π.μ. εντός του Ιερού Ναού ώστε όλοι οι φίλοι του Φώτη να προσέλθουν και να του αποδώσουν τον τελευταίο χαιρετισμό.

Μέσα από τα μάτια του Φώτη Λαδόπουλου, η ζωή δείχνει να αποκτά ένα ξεχωριστό νόημα. Ο Φώτης, τον οποίον όλοι στο Βόλο γνωρίζουν με το μικρό του όνομα, αποτελεί μία από τις πλέον οικείες φιγούρες αυτής της πόλης. Πλανιέται στους δρόμους πολλές δεκαετίες τώρα, αλλά πάντοτε με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του κι έναν καλό λόγο για όλους. Ο 86χρονος γέροντας έχοντας μεγάλη πίστη στο Θεό και με τη βαθιά ανθρωπιά που τον διακρίνει, μοιράστηκε το απόσταγμα της εμπειρίας και της σκέψης του κι έδωσε πολύτιμες συμβουλές για το πώς μπορεί ο άνθρωπος να γίνει καλύτερος.

Επέλεξε να ζει ασκητικά και μακριά από τους ανθρώπους. Στην αρχή τον χλεύασαν, αλλά στη συνέχεια τον αποδέχθηκαν και πλέον όλοι όσοι τον συναναστρέφονται, έχουν να πουν μόνο καλά λόγια για εκείνον. Το μονοπάτι που ακολουθεί για τη σωτηρία της ψυχής του στους περισσότερους φαντάζει δύσβατο, αλλά ο Φώτης παραμένει αφοσιωμένος στα «πιστεύω» του και καθημερινά μοχθεί να βρίσκει λύσεις, προκειμένου να ξεφεύγει από τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής.

Ο Φώτης καθισμένοςσε ένα παγκάκι στην παραλία άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί στη θάλασσα και γαλήνευε, καθώς αντίκριζε τα γαλάζια νερά του Παγασητικού. Ωστόσο, η σκέψη του ταξίδεψε πολλά χρόνια πίσω στο παρελθόν, όταν ο ίδιος παιδί ακόμη έκανε περιπάτους στην παραλία του Βόλου: «Θυμάμαι τον παππού μου, ο οποίος με έπαιρνε από το χέρι, με κατέβαζε στην παραλία και με την παρουσία του μού έδινε την ευκαιρία από τότε να δω κάτι καλύτερο. Φώτιος κι εκείνος, το όνομά του έχω. Είχε έρθει πρόσφυγας από την Κωνσταντινούπολη. Από την Πόλη ήταν η καταγωγή της οικογένειάς μου. Τότε μέναμε στην Ανάληψη. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Στην εκκλησία της Ανάληψης έγινε και η βάπτισή μου. Επτά μηνών μωρό ήμουν, όταν με βάπτισε ο παπα-Λάμπρος, ο ιερέας που είχαμε τότε στην Ανάληψη».

Οι ιστορίες που συνοδεύουν τον Φώτη είναι πάμπολλες, αλλά γνώριμες στους περισσότερους Βολιώτες, πολλοί εκ των οποίων τον χαρακτηρίζουν ως έναν από τους «διά Χριστόν σαλούς». Η εποχή που επέλεξε να αφήσει το τσαγκάρικο που εργαζόταν όταν ήταν νέος, για τον ίδιον φαντάζει πολύ μακρινή πλέον. Ωστόσο, δεν φαίνεται μετανιωμένος για το δρόμο που επέλεξε να χαράξει: «Όσοι με ρωτούν εάν έχω παράπονα από τη ζωή, τους απαντώ: «Κανένα απολύτως». Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να έχω κάνει και δεν το έπραξα. Αντίθετα, προσπαθούσα πάντοτε να μην πικραίνω τους άλλους. Κρατούσα μέσα μου τα λάθη και προσπαθούσα, όπως και τώρα, να λύνω τα προβλήματά μου και να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος».

Ο 86χρονος ερημίτης, ο οποίος για πολλά χρόνια διαβίωσε σε μία σπηλιά στο λόφο της Γορίτσας και πλέον βρήκε καταφύγιο σε μία καλύβα που του προσφέρθηκε σε ένα κτήμα στα Κογιάτικα της Νέας Ιωνίας, μπορεί να έχει όψη πένητα, αλλά ο πλούτος της ψυχής του είναι μοναδικός. «Τα βράδια που πέφτω για ύπνο, πάντοτε προσεύχομαι στο Θεό. Λέω το «Πατέρ ημών», μία ολοκληρωμένη προσευχή για κάθε Έλληνα και Ελληνοπούλα. Πόσοι προσεύχονται πλέον καθώς πλαγιάζουν στο κρεβάτι τους; Ελάχιστοι πια», σημείωσε με νόημα ο Φώτης, για να συμπληρώσει με την ταπεινότητα που τον διακρίνει: «Ένας άνθρωπος που αγαπάει τον Θεό και έχει σεβασμό απέναντί του, κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Όταν προσπαθείς να μην κάνεις λάθη, δεν περπατάς στη γη, αλλά πετάς και μοιάζεις σαν να έχεις αποκτήσει δύο φτερά αγγελικά».

Στις κουβέντες του στάθηκε ιδιαίτερα στην αποφυγή των λαθών από τους ανθρώπους, «Όλοι κάνουμε σφάλματα, τα οποία βέβαια είναι συγχωρητέα. Έχουμε όμως ιερό καθήκον να μάθουμε να τα περιορίζουμε. Γίνεται; Ναι…», είπε αρχικά και κατέληξε: «Είμαστε αδικαιολόγητοι με τα τόσα λάθη που κάνουμε. Όμως, οφείλουμε να κάνουμε όσο το δυνατόν πιο λίγα, μέχρι να τα μηδενίσουμε. Δεν πρέπει να στεκόμαστε στο ποιοι κάνουν λάθη στη ζωή, αλλά πώς θα διορθώνουμε τις καταστάσεις. Χάσαμε τον έλεγχο, γιατί ζητάμε πράγματα που δεν τα έχουμε πραγματικά ανάγκη. Μας αγκαλιάζουν τα άχρηστα, μπερδεύονται μες στη ζωή μας. Γι’ αυτό υποπίπτουμε σε λάθη. Θέλει αυτοσυγκέντρωση για να μένουμε σωστοί καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αν ο άνθρωπος ψαχθεί καλύτερα, θα καταλάβει ότι πρέπει να φροντίζει να μένει σωστός. Ακόμη και μια πεταλούδα έχει ανάγκη από τη δική μας παρουσία, για να την κρατήσουμε στη ζωή. Ή ας θυμηθούμε τι κάνει ένας αγρότης όταν θέλει να σπείρει. Πασχίζει πάνω απ’ όλα να έχει καλό σπόρο. Αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να πορευόμαστε έχοντας να πούμε έναν καλό λόγο. Χρειάζεται αγωγή στο λόγο μας».

Άνθρωπος που απεκδύθηκε τα υλικά αγαθά, έδωσε τη δική του διάσταση για το πώς μπορεί κάποιος να νιώθει ευτυχισμένος: «Μόλις ξυπνάμε το πρωί, ας μην είναι η πρώτη σκέψη μας πόσα χρήματα θα βγάλουμε. Να κοιτάζουμε τη ζωή με αγάπη, χωρίς απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις τον άνθρωπο τον αποπροσανατολίζουν και δεν μπορεί να αναγνωρίσει εύκολα την αποστολή που έχει. Η εξέλιξη κούρασε τον άνθρωπο. Κι εφόσον συνέβη αυτό, είναι λογικό να κάνουμε λάθη. Ο καθένας μας πρέπει να πάρει μία ευθύνη για την παρουσία του και το έργο που θα επιτελεί πάνω σ’ αυτή τη γη που περπατάμε. Έτσι θα ξεφύγουμε και από όλα εκείνα που μας κρατούν φυλακισμένους».

Σκέψεις καθάριες, αλλά απόλυτα φιλοσοφημένες, με τον Φώτη να υπογραμμίζει: «Τα προβλήματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν για όλους. Όμως και πάλι μπορούμε να καλυτερέψουμε τις ζωές μας. Το πιστεύω ακράδαντα αυτό. Αρκεί ο καθένας να βάζει το δικό του λιθαράκι. Μόνο εάν γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου, μπορείς να ελπίζεις. Όταν σηκώνεσαι το πρωί και βγαίνεις έξω στην κοινωνία, να προσπαθείς να δώσεις εκείνο που δεν έδωσε ο άλλος. Κάθε μέρα που αντικρίζουμε το φως του ήλιου, να είμαστε χαρούμενοι και να αντιλαμβανόμαστε την ευλογία που κρύβει η ζωή».

Όσο για το πού κρύβεται η πραγματική ευτυχία των ανθρώπων; Ο ευσεβής γέροντας απάντησε με τρόπο αφοπλιστικό: «Κάθε άνθρωπος είναι ένα τέλειο δώρο από τον Θεό, ο οποίος μας χαρίζει άπειρα πράγματα από την πρώτη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο ετούτον. Πιστεύοντας στο Θεό, μπορούμε να βρούμε λύσεις και να νιώσουμε ευτυχισμένοι. Η πίστη είναι το παν. Όταν αγαπάμε τον Θεό και δεν κάνουμε λάθη, έχουμε τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε την ομορφιά της ζωής».

ΠΗΓΗ:THESSALIA

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Ψηφίδες Τοπικής Ιστορίας

Παρουσίαση βιβλίου από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Θεσσαλίας, Στερεάς και Εύβοιας




Μια ενδιαφέρουσα μονογραφία με τίτλο «Βήματα στο χρόνο: Μακρινίτσα, Δημήτρης και Λύδια Τσιμπούκη» της ιστορικής ερευνήτριας Μαρίας Σπανού, παρουσιάζεται την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017 και ώρα 7.30 μ.μ. στην Εξωραϊστική Λέσχη Βόλου. Την εκδήλωση οργανώνουν από κοινού η Εταιρεία Θεσσαλικών Ερευνών και το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Θεσσαλίας, Στερεάς και Εύβοιας με την ευγενική υποστήριξη του Κέντρου Βιβλίου Μαγνησιωτών Συγγραφέων (ΚΕΒΙΜΑΣΥ).
Για το βιβλίο (έκδοση ΗΡΑ εκδοτική) το οποίο αποτελεί μια ψηφίδα της τοπικής μας ιστορίας, εκτός από τους σύντομους χαιρετισμούς των εκπροσώπων των συνδιοργανωτών φορέων και του απογόνου της ιστορούμενης οικογένειας, Δημητρίου Γ. Τσιμπούκη, θα μιλήσουν οι: Δημήτρης Μπενέκος, αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Γιώργος Γκέκος, ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Ζυρίχης.
Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η Κατερίνα Αντωνακάκη. Συντονίζει η Ροσσάνα Πώποτα.

Λίγα λόγια για το βιβλίο: Η μελέτη παρουσιάζει τη διαδρομή μιας παλιάς μακρινιτσιώτικης οικογένειας, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας ανασύνθεσης της τοπικής ιστορίας της Μακρινίτσας. Η οικογένεια Τσιμπούκη, όπως και πλείστοι άλλοι συντοπίτες τους, άγνωστο από πού ακριβώς μετοίκησαν στη Μακρινίτσα, συγκαταλέγονται στους πρώτους συνοικιστές της αρχαιότερης συνοικίας του χωριού, της Παναγίας. Από εκεί, συμμετέχουν δυναμικά στην προβιομηχανική ανάπτυξη της Μακρινίτσας. Ορισμένοι από αυτούς, όντες «φιλαπόδημοι» και επιχειρηματικοί, δραστηριοποιήθηκαν σε μια πιο διευρυμένη ακτίνα που καλύπτει ένα σημαντικό μέρος της μεσογειακής λεκάνης και τα μεγάλα κέντρα του παροικιακού ελληνισμού: τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο, τη Βλαχία και αλλού. Aργότερα, η οικογένεια Τσιμπούκη συγκαταλέγεται στους πρώτους οικιστές της νέας πόλης του Βόλου και της δυναμικής επέκτασής του. Η δράση ορισμένων εξ’ αυτών είναι αξιοσημείωτη. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η δραστηριότητα του εμπόρου Γεωργίου Τσιμπούκη, που με τη βοήθεια του Δ. Τοπάλη, ιδρύει το πρώτο σαραφικό εταιρικό κατάστημα (1863) του Βόλου. Αργότερα, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ένας άλλος ευπατρίδης της οικογένειας, ο Δημήτρης Α. Τσιμπούκης αποτελεί μια σημαίνουσα προσωπικότητα στην τοπική εκδοτική και δημοσιογραφική δράση, η οποία εξακτινώνεται στην Ευρώπη με μια διάσταση που σχεδόν αγγίζει την πολιτική. Ο προσωπικός, επαγγελματικός και ιδεολογικός του βίος ακουμπά στα μεγάλα εθνικά γεγονότα και τις πολιτικές μεταστροφές των εποχών (Εθνικός Διχασμός, Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος με τα επακόλουθά του, υπόθεση «Görlitz» και η ιδιότυπη αιχμαλωσία του Δ΄ Ελληνικού Σώματος Στρατού στο διάστημα 1916-1919, Μεσοπόλεμος, Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, Κατοχή). Ο Δ. Τσιμπούκης ζώντας, επί αρκετά χρόνια στην Ελβετία, βιώνει ο ίδιος τη διεθνή απήχησή τους. Στη συνέχεια επιστρέφει στο Βόλο. Στο πλευρό του είναι πάντα η γυναίκα της ζωής του, Λύδια Κλάους, που διαδραματίζει και εκείνη ένα σπουδαίο ρόλο, ιδιαίτερα στη Μακρινίτσα όπου έμελλε να ζήσει όλη της τη ζωή.

ΠΗΓΗ:MAGNESIANEWS

Βραβείο εύφημης μνείας «Μαρίας Μαύρου-Γκέκου» από το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου

                                 

Συνεχίζεται και φέτος για δεύτερη χρονιά η θέσπιση του βραβείου «Μαρίας Μαύρου-Γκέκου» που αποφάσισε πέρυσι το διοικητικό συμβούλιο του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου, αποδεχόμενο σχετική πρόταση του επίτιμου μέλους του, του Γιώργου Γκέκου, ομότιμου καθηγητή του Πολυτεχνείου Ζυρίχης και έγκριτου μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας της Ελβετίας. Η απονομή του ετήσιου συμβολικού βραβείου επιδίδεται σε μαθήτρια Γενικού ή Επαγγελματικού Λυκείου της περιοχής μας που αρίστευσε ή εισήχθη διακρινόμενη σε πανεπιστημιακή σχολή στην Ελλάδα και συμμετέχει στις δραστηριότητες του σωματείου μας.

Το βραβείο της ονομαστικής εύφημης μνείας, επιδίδεται σε δημόσια τελετή, κάθε φθινόπωρο, συνοδευόμενο από χρηματικό έπαθλο ύψους 1.000 ευρώ, το οποίο χορηγεί για το σκοπό αυτό ο βολιώτης Γιώργος Γκέκος στη μνήμη της μητέρας του, Μαρίας Μαύρου-Γκέκου, πολύτιμης συνεργάτιδος του Λ.Ε.Β. στη διάρκεια του 1948-1963. Κύριος σκοπός της αθλοθέτησης αυτού του βραβείου είναι η προαγωγή της μόρφωσης και της έρευνας καθώς επίσης και η προσήλωση των νέων στις αξίες της νεότερης ελληνικής κληρονομιάς, που το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου με σεβασμό και προσήλωση υπηρετεί από το 1920. Το βραβείο αυτό είναι αφιερωμένο στα παιδιά που αφοσιώνονται σε υψηλούς σκοπούς και πετυχαίνουν σημαντικές επιδόσεις με οργανωμένη προσπάθεια, συστηματική και επίμονη προετοιμασία. Εντός δε του περιβάλλοντος του Λυκείου τους χαρακτηρίζει η καλή συμπεριφορά, η ευγενής άμιλλα, η σοβαρότητα και όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη διάκρισή τους.

Η φετινή τελετή θα πραγματοποιηθεί, το προσεχές Σάββατο 11 Νοεμβρίου και ώρα 7.30 μ.μ. στο μουσειακό χώρο του ΛΕΒ (Κοραή 79), κατά την οποία εκτός από την επίδοση της εύφημης μνείας από το ΛΕΒ στη βραβευόμενη μαθήτρια, θα είναι παρών ο χορηγός του βραβείου, Γιώργος Γκέκος, ο οποίος και στο πλαίσιο σχετικής ομιλίας του θα επιδώσει το παραπάνω χρηματικό έπαθλο.
Με το βραβείο αυτό τιμάται ετησίως η μνήμη της Μαρίας Γκέκου. Μιας γενναιόδωρης και γεμάτη ευαισθησίες γυναίκας, που εκτός από την ιδιότητα της αφοσιωμένης συζύγου, μητέρας και νοικοκυράς, εκτός από την πλούσια σε εμπειρίες εθελοντική προσφορά της ευτύχησε να έχει και μια άλλη διαδρομή: Aυτή της έντονης κοινωνικοποίησής της με σημαντική αλτρουιστική δράση και με κορωνίδα το πλούσιο έργο της στο Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου, σε μια εποχή που η δημιουργική σύμπραξη μεταξύ των γυναικών, η άγρυπνη φροντίδα για τα παιδιά και το ελληνικό τους μέλλον αποτελούσαν τις ακάματες δράσεις του ιστορικού σωματείου, συμπορευόμενο με τις ανακτημένες, για πρώτη φορά τότε, αξίες της ελληνικής παράδοσης.

Βιογραφικό Γιώργου Γκέκου: Ο κ. Γ. Γκέκος γεννήθηκε στον Βόλο από γονείς Βολιώτες, με ρίζες στο Πήλιο. Σπούδασε στη Λωζάννη και τη Ζυρίχη, όπου έλαβε από το Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της πόλης το πτυχίο του ηλεκτρολόγου μηχανικού με κατεύθυνση την ηλεκτρονική. Στο διδακτορικό του ασχολήθηκε με τη φυσική των ημιαγωγών και τις κβαντικές ιδιότητες των ακτίνων λέιζερ. Μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας στην Ελλάδα αφοσιώθηκε σε επιστημονικές συνεργασίες με ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια και βιομηχανίες για θέματα εφαρμοσμένης φυσικής των λέιζερ. Ίδρυσε την πρώτη ερευνητική ομάδα τεχνολογίας ημιαγωγών λέιζερ του Πολυτεχνείου Ζυρίχης, γεγονός που αναγνωρίστηκε από το ελβετικό κράτος, το οποίο τον τίμησε με το αργυρό μετάλλιο για την επιστημονική του έρευνα. Με την ιδιότητα του υφηγητή από το 1973 και του καθηγητή από το 1984 δίδαξε στο Πολυτεχνείο Ζυρίχης και σε πανεπιστήμια Ευρώπης και Αμερικής επί σειρά ετών οπτική-ηλεκτρονική, φυσική και εφαρμογές ημιαγωγών στοιχείων. Με την ομάδα του εργάστηκε σε διεθνή προγράμματα έρευνας για την ανάπτυξη, μέσω της μικρο- και νανοτεχνολογίας, και την εφαρμογή ολοκληρωμένων οπτικο-ηλεκτρονικών κυκλωμάτων στις τηλεπικοινωνίες μεγάλου εύρους φάσματος. Σχεδίασε και εγκατέστησε στην Ελβετία το 1979 σε συνεργασία με την ελβετική βιομηχανία την πρώτη ευρωπαϊκή ζεύξη με οπτικές ίνες για την μεταφορά προγραμμάτων τηλεοράσεως. Από το 1985 ως το 1995 επικεντρώθηκε και σε προγράμματα διδασκαλίας και έρευνας σε χώρες υπό ανάπτυξη σε Ασία, Αφρική και Νότιο Αμερική, όπου συνέβαλε στην δημιουργία εργαστηρίων για εφαρμογές ακτίνων λέιζερ. Μετά τη συνταξιοδότησή του το 2005 επικεντρώθηκε σε ερευνητικές συνεργασίες στο πλαίσιο ευρωπαϊκών προγραμμάτων στον τομέα των φωτονικών κυκλωμάτων. Προσκαλείται συχνά στην Ελλάδα για συνεργασίες με ελληνικά πανεπιστήμια. Έχει συγγράψει 150 επιστημονικά άρθρα, για τα οποία έγιναν ως σήμερα 2500 αναφορές. Είναι ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Ζυρίχης (ΕΤΗ), μέλος και επίτιμο μέλος διαφόρων συλλόγων και διοικητικών συμβουλίων. Εκτός από αυτές τις επιστημονικές του δραστηριότητες, χόμπι του είναι θέματα ιστορίας, ελληνισμού της διασποράς, αρχαιολογίας και φιλολογίας. Στο πλαίσιο αυτού, σχετικά πρόσφατα είχε την επιμέλεια του βιβλίου «Έλληνες στη Ζυρίχη: Πτυχές της ελληνικής παρουσίας από το 1950» (εκδ. Παρισιάνου, 2014) και είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Griechische Präsenz an der ETH Zürich», που αφορά στη διαδρομή του παγκοσμίου φήμης ελβετικού Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου (ΕΤΗ) στη Ζυρίχη, (εκδ. Παρισιάνου, 2016). Στην έκδοση αυτή αποτυπώνεται η ελληνική φοιτητική παρουσία καθώς και το ερευνητικό και διδακτικό έργο των Ελληνίδων και Ελλήνων, που έδρασαν ή δρουν στο ΕΤΗ.

ΠΗΓΗ:MAGNESIANEWS

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Ανοίγει αύριο τις πύλες της η Έκθεση Αρχειακού Υλικού. 

Ανοίγει αύριο τις πύλες της η Έκθεση Αρχειακού Υλικού. "Την Τετάρτη 26 Απριλίου 2017 και ώρα 18.00 , σε αίθουσα εκδηλώσεων της Εξω...