Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Οδοιπορικό στους δρόμους της Νέας Ιωνίας του 1960 – Οδός Χρήστου Λούλη




Οικογένεια Μωράκη με φίλες
Η Χρ. Λούλη άρχιζε από την Αναπαύσεως και κατέληγε στην οδό Γανοχώρας στο Κουφόβουνο. Το αρχικό της όνομα ήταν οδός Μιλήτου και ήταν από τους πρώτους ιστορικούς δρόμους της Νέας Ιωνίας (κτηματολόγιο 1927). Όμως, μόλις η Νέα Ιωνία έγινε Δήμος με πρώτο δήμαρχο τον Ευάγγελο Καραμπατζάκη στις 6 Αυγούστου του 1947, μετονομάστηκε σε Χρήστου Λούλη προς τιμήν του ανθρώπου που κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την ίδρυση και την ανέγερση του προσφυγικού συνοικισμού. Που βοήθησε με το ενδιαφέρον του και την οικονομική του δυνατότητα, ως αλευροβιομήχανος, χιλιάδες πρόσφυγες, οι οποίοι ευλογούσαν το όνομά του, αλλά που είχε τραγικό τέλος: Παρασύρθηκε από το τραμ και σκοτώθηκε στις 8 Απριλίου του 1935, λίγα χρόνια μετά τον χαμό της Κατίνας και του παιδιού τους.
Μετά την αλάνα, στη Νικομηδείας, έμενε η κυρά Σμαραγδή Λάσκαρη από τη Μακρινίτσα. Είχε αγοράσει το σπίτι από τον Καλαφάτη το 1942 και έμενε με τον άντρα της Κώστα που ήταν οικοδόμος, από την Αστρίτσα Καρδίτσας.
Καλοσυνάτη φυσιογνωμία, λίγο χοντρούλα και κοντούλα, με μια ριγωτή ποδιά στη μέση που μαγείρευε σε πετρόκτιστη φουφού, έπλενε έξω στη μεγάλη αυλή τα ρούχα της και είχε ένα γλυκό κοριτσάκι πάντα κοντά της, τη Βαγγελίτσα. Το σπίτι πουλήθηκε μετά το 1970.


Στη γωνία του μαντρότοιχου ήταν ένα δέντρο και στην άλλη πλευρά ήταν μια τουλούμπα που έβγαζε καθαρό νερό και χυνόταν σε μια λεκάνη από μωσαϊκό με πιτσιλωτά χρώματα. Ακούγοντας τον ήχο της τουλούμπας και τη συχνότητα καταλάβαινες τι έκανε. Απείραγος άνθρωπος και μοναχικός. Πιο πέρα, στην άλλη πλευρά του δρόμου, ήταν το σπίτι του Γιάννη Μωράκη του Αντωνίου από το Εγγλεζονήσι. Παντρεμένος με την Ευθυμία Τζανή, κόρη του Κωνσταντίνου από το Κουρί της Νικομήδειας, είχε τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια. Μπορούσε όμως να τα ζήσει γιατί ήταν ηλεκτρολόγος σε τεχνική εταιρεία και έπαιρνε μόνιμα λεφτά.
Το σπίτι ήταν δύο με τρία δωμάτια, αλλά η αυλή του τραβούσε την προσοχή. Είχε μεγάλα στρογγυλά, τρίγωνα και τετράγωνα παρτέρια με λουλούδια, τριανταφυλλιές με όλα τα χρώματα, ιδιαίτερα εκατόφυλλες που ευωδίαζαν, κρινάκια, δακράκια και στον πάνω τοίχο θάμνο με δεντρολίβανο (υπάρχει ακόμη). Όλα αυτά έργα του Γιάννη που ήταν μερακλής, έπιαναν τα χέρια του σε πολλά πράγματα και έβρισκε πάντα χρόνο για τον κήπο, αλλά και για επιδιορθώσεις του σπιτιού. Η Ευθυμία με επτά παιδιά τι να προλάβει… για άλλα.
Οικογένεια Φιλοσόγλου
Τα κοριτσάκια η Ελένη (σύζυγος του γνωστού δερματέμπορου Γιάννη Παπαγιαννάκου), η Κατερίνα (σύζυγος του μαραγκού Εμμανουήλ Τσατσάκου), η Χρυσούλα (σύζυγος του διευθυντή ΙΚΑ Αθηνών, Γ. Πολιτάκη) και η Μάρω (σύζυγος του επίσης δερματέμπορου Β. Μπαντή) έβγαιναν πολύ συχνά στην απέναντι αλάνα (σήμερα ιδιωτικός χώρος Κουτσορίζου), έβγαιναν μερικές φορές και τα μεγαλύτερα αγόρια ο Αποστόλης, ο Κώστας και ο Αντώνης, τα παιδιά του πίσω σπιτιού, η Βαρβάρα και ο Αποστόλης, πηγαίναμε και εμείς η ομάδα της Αναπαύσεως και η παρέα μεγάλωνε, οι φωνές δυνάμωναν, τα ντενεκάκια θορυβούσαν στο σπρώξιμο με τις πέτρες και η χαρά κυριαρχούσε στην κατάξερη αλάνα. Μόνο στην άκρη είχε κάτι πικραγγουριές που ανέβαιναν στον τοίχο. Ο Αντώνης έφυγε μικρός για την Αθήνα, ενώ τα άλλα αγόρια έμειναν στον Βόλο. Πέρασαν πολλά χρόνια και η αυλή στα χέρια του γιου Αποστόλη και της γυναίκας του Ελένης που μένουν στο σπίτι σχεδόν παραμένει ίδια, περιποιημένη και με λουλούδια.
Διαγωνίως από το σπίτι του Μωράκη ήταν άλλο ένα γνωστό σπίτι, του Α. Δανιήλ από τα Θείρα. Αυτός είχε το καφενείο δίπλα από το μαγαζί του Μαγουλά στον Φαρδύ και η γυναίκα του η Γεωργία ήταν μοδίστρα μαζί με τη μεγαλύτερη κόρη τη Μαρίκα. Η μικρότερη κόρη, η Ελένη (Νίτσα), σχεδόν ίδιας ηλικίας έπαιζε μαζί μας. Το σπιτάκι τους δεν είχε καθόλου σχεδόν αυλή, ήταν καθαρό και το παράθυρο της Χρ. Λούλη πάντα ανοικτό. Τις έβλεπα όταν περνούσα με τη γιαγιά Αμερσώ, πίσω από τη διάφανη κουρτίνα να ράβουν σκυμμένες πάνω στα ρούχα, τις χαιρετούσαμε εγκάρδια λόγω κοινής καταγωγής και συνεχίζαμε τον δρόμο μας.
Μετά άρχιζε η αλάνα του φούρνου του Φιλοσόγλου. Από τη Χρ. Λούλη μέχρι τη Μαιάνδρου ήταν αλάνα γεμάτη κάπαρες, η οποία συνεχιζόταν και από την κάτω πλευρά μέχρι την Ευζώνων όπου ήταν το σπίτι του καραβοκύρη Εγγλεζονησιώτη Παναγιώτη Κωνσταντίνου, του επονομαζόμενου Μπουγά, γιατί ήταν πολύ δυνατός, γεροδεμένος και δεν κουραζόταν από τη δουλειά του, σαν τα αρσενικά βόδια.
Στη μέση του χώρου υπήρχε, μέχρι το 1956 περίπου, ένα πηγάδι με το μαγγάνι του που έπινε η γειτονιά των Γερμανικών νερό. Ενώ υπήρχε και ένα άλλο πηγάδι, πίσω από τον φούρνο, αυτό όμως ήταν κλειστό, σκεπασμένο με τσίγκους όπου έλεγαν ότι ήταν γεμάτο από όπλα, τα οποία έριξαν όσοι είχαν μετά τον εμφύλιο και δεν τα παρέδωσαν στην αστυνομία. Ο φούρνος του Γιάννη Φιλοσόγλου, ένας από τα παιδιά του Ιορδάνη από το Ικόνιο και της συμπατριώτισσας Ελισάβετ Κασαρτζίδη, ήταν σημείο αναφοράς στη γειτονιά μας και ο πιο κοντινός.
Τον αγόρασε τον Ιούνιο του 1954 από τον Ιορδάνη Πολατίδη ή Πολάτογλου όταν αυτός αποφάσισε να τον πουλήσει, αλλά τον δούλευαν όλοι. Είχε μεγάλη ιστορία και υπήρχε από το 1926, όταν τον είχε ο Χαράλαμπος Πολάτογλου, ο οποίος είχε γράψει με δικά του γράμματα «Αρτοποιείον Χ. Πολάτογλου». Είχε μια ξύλινη πόρτα και πάνω έναν γυάλινο φεγγίτη. Το παράθυρο δεν είχε παντζούρια, αλλά σιδερένιες βέργες κάθετες και οριζόντιες και πλακόστρωτο δάπεδο. Το 1930 η δουλειά πήγαινε καλά, το παράθυρο αντικαταστάθηκε, μεγάλωσε με τετράγωνα τελάρα και τζάμια να φωτίζει το εσωτερικό του. Το κλήμα απ’ έξω μεγάλωσε και έφτιαξε κρεβατιά που ίσκιωνε. Ωστόσο, το 1934 ήρθε στα χέρια του Ιορδάνη Πολατίδη, ο οποίος πάλι τον επισκεύασε, τον έντυσε εξωτερικά με πέτρα, έβαλε τσίγκινη σκεπή και κρέμασε πάνω από το υπέρθυρο τη μεγάλη μακρόστενη ταμπέλα που έγραφε: «ΠΡΑΤΗΡΙΟΝ ΙΟΡΔ. Χ. ΠΟΛΑΤΙΔΗ».
Φούρνος
Μετά το 1954 δεξιά της εισόδου είχε ένα υπόστεγο όπου έβαζαν τα ξύλα και πάνω από την είσοδο η ταμπέλα έγραφε «Αρτοποιείον Ιορδ. Φιλοσόγλου». Δεξιά της εισόδου η κληματαριά ίσκιωνε ακόμη τον χώρο και δρόσιζε κάποιες φορές τους εργάτες που μετέφεραν τα σακιά με το αλεύρι και τα ξύλα για τον φούρνο. Εκεί έφτιαχναν λαχταριστό ψωμί που το ζύμωναν με τα χέρια και αργότερα πήραν ζυμωτήρι και έκαναν σταφιδόψωμο και παξιμαδάκια για τα μικρά παιδιά. Αρχικά, ο χώρος ήταν μικρός και πάνω στον μεγάλο ξύλινο πάγκο ακουμπούσαν οι νοικοκυρές τα ταψιά με τα μυρωδάτα φαγητά, τις λαμαρίνες με τα κουλουράκια και τους κουραμπιέδες και όταν ήθελε ο Γιάννης να κερδίσει χώρο, τα ψημένα φαγητά τα έβαζε στον μικρό πάγκο μπροστά στο παράθυρο.
Τον λειτούργησε μέχρι τον Μάιο του 1964 και λίγους μήνες αργότερα πήρε την άδεια ανακαινίσεως, διαρρυθμίσεως και επεκτάσεως του μηχανοκίνητου αρτοποιείου. Το 1958 όταν ο Ιορδάνης Φιλοσόγλου πέθανε, τα αδέλφια Χρίστος, Γιώργος και Χαράλαμπος ανέλαβαν τους φούρνους της οδού Βυζαντίου και της οδού Μ. Αλεξάνδρου με Αϊδινίου, τα οποία έκαναν έναν συνεταιρισμό. Κάποια εποχή, ωστόσο η εταιρεία τους διαλύθηκε και ο καθένας άνοιξε δικό του φούρνο. Η ζωή είχε πισωγυρίσματα, έκανε κύκλους και το 1975 ο φούρνος ξαναγύρισε στον Χαράλαμπο που τον δούλευε από παλιά με αγάπη, ο οποίος κρατούσε τον φούρνο της οδού Βυζαντίου, από το 1966 είχε παντρευτεί τη Φιλίτσα Ψαριανού και είχε αποκτήσει τον Ιορδάνη και τον Κυριάκο. Η Φιλίτσα, Νικομηδιώτισσα, ήταν άξια σύζυγος, μητέρα και συνεργάτιδα του Χαράλαμπου βρέθηκε πάλι στη γειτονιά της, στα λημέρια της, κράτησε τον φούρνο της οδού Αϊδινίου από τότε και τον κρατάει ακόμη με όλες της τις αντοχές και τα χρόνια που τη βαραίνουν. Ήταν πάντα πρόθυμη, χαμογελαστή, περιποιητική, κρατούσε μέσα της όσα άκουγε από τους πελάτες, δεν σχολίαζε και κοιτούσε το καλύτερο για τη γειτονιά της. Λίγες αλλαγές έχουν γίνει εμφανισιακά. Βέβαια τώρα δεν ψήνει ψωμιά και φαγητά, παραμένει σαν πρατήριο με ψωμιά από τους άλλους φούρνους και μουσειακός χώρος της παλιάς εκείνης εποχής…
Κάπου εκεί κοντά στην είσοδο του φούρνου μετά τους σεισμούς του 1955 που οι κάτοικοι της Νέας Ιωνίας πήραν δάνεια, κτίστηκε ένα σπίτι με τούβλα, ασοβάντιστο, αντισεισμικό. Όμως, αυτό το σπίτι έδωσε αφορμές αργότερα γύρω στο 1976 για πολλά σχόλια στον τοπικό Τύπο, αλλά και σε όλη τη Νέα Ιωνία και τον Βόλο. Στο σπίτι έμενε ένα ζευγάρι, δάσκαλος ο μπαμπάς, που είχε δυο παιδιά: Την Αντιγόνη και τον Αντώνη. Μοναχικοί άνθρωποι, δεν έκαναν πολλές εμφανίσεις, αλλά και δεν απασχολούσαν κανέναν. Ζούσαν με τον δικό τους τρόπο, με κλειστά παράθυρα και σκοτεινά παντού. Ο Αντώνης έγινε δάσκαλος, αλλά δεν δούλεψε. Διορίστηκε σε ένα σχολείο, αλλά έφυγε και έμεναν όλοι εκεί.
Φούρνος, 1930
Κάποια στιγμή όμως, οι γονείς πέθαναν, αλλά συνεχιζόταν ο ίδιος τρόπος απομόνωσης των αδελφών. Επειδή, όμως, οι γειτονιές είχαν άλλη εικόνα, άλλες συνήθειες, επειδή οι άνθρωποι νοιάζονταν για τον διπλανό τους, έβλεπαν πως τα αδέλφια δεν έδιναν πολλά σημεία ζωής, ούτε ακόμη και ο αδελφός έβγαινε να ψωνίσει και να αμπαρωθεί πάλι μέσα στο ησυχαστήριό τους. Τα παράθυρα και η πόρτα παρέμεναν ερμητικά κλειστές και χωρίς ένδειξη ζωής στο εσωτερικό του. Η αστυνομία ειδοποιήθηκε και ήρθε με τον εισαγγελέα. Η μικρή Νέα Ιωνία ξαφνικά έγινε μεγάλη. Η περιοχή των προσφυγικών της περιοχής των Γερμανικών έγινε πολύβουη και οι φωνές ανεξέλεγκτες, ακράτητες. Η πόρτα έσπασε και φάνηκε το «μεγαλείο» της ανθρώπινης παρανόησης, του παρανοϊκού ανθρώπινου μυαλού. Εφημερίδες κάτω στο πάτωμα, παντού εφημερίδες σκόρπιες για κρεβάτια και σκεπάσματα και δυο μορφές ζόμπι, ιδιαίτερα η γυναικεία, με μακριά λυτά μπερδεμένα μαλλιά, άγριο βλέμμα, πελώρια γαμψά νύχια, ντυμένη στα κουρέλια σαν άγριο θηρίο να τιθασεύεται από τους ειδικούς υπαλλήλους της πρόνοιας… Η δυστυχία σε όλο της το μεγαλείο… Ο αδελφός, την είχε δεμένη, περιορισμένη, χωρίς οντότητα, με το σαλεμένο μυαλό της.
Η εικόνα αυτή μεταφέρθηκε στους κατοίκους, την άκουσαν τα παιδιά και την έκαναν παραμύθι. Την Αντιγόνη την έκαναν άγρια κακιά μάγισσα που έπαιρνε τα παιδιά που πλησίαζαν στον φούρνο και τα έκρυβε στο υπόστεγο. Έβλεπαν να τα ξεσχίζει με τα μεγάλα νύχια της και για καιρό κανένα δεν πλησίαζε. Οι γείτονες για καιρό δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν αυτό που είχαν δει. Και η ζωή τους συνεχίστηκε ίδια, ζωώδης, μέχρι τον θάνατό τους.
Πηγές: Προσωπικές μαρτυρίες Λίτσας Καϊκλή, Ελένης Παπαγιανάκου, Φιλίτσας Φιλοσόγλου, Δημητρίου Μπουμπουλίδη, Δ. Κωνσταντάρα-Σταθαρά «Συναξάρι των πρώτων οικιστών της Ν. Ι. από το 1924», 2013, Β. Γιασιράνη-Κυρίτση «Ιστορίες ζωής και θανάτου στο νεκροταφείο του Βόλου» έκδοση 2019, Β. Γιασιράνη-Κυρίτση «Από τον παππού στον εγγονό» 2011,e-thessalia.gr

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Οδοιπορικό στους δρόμους της Νέας Ιωνίας του 1960 – Οδός Δορυλαίου




Της Βασιλείας Γιασιράνη –Κυρίτση
Περνώντας την πλατεία υδραγωγείου, μετά τη διασταύρωση με την Καισαρείας στο δεύτερο προσφυγικό σπιτάκι έμενε η οικογένεια του ναυτικού Αναστασίου Χατζηκωστή και της Μαρίας από την Πρίγκιπο. Ήρθαν με την ανταλλαγή του 1924 πρώτα στον Πειραιά και μετά Βόλο, όπου γεννήθηκε η Ζωή. Η Ζωή παντρεύτηκε τον Νίκο Αραμπατζή από τη Νικομήδεια και έμεναν Νικομηδείας (έχει γραφεί). Ο Νίκος και η Ζωή -υπέροχοι άνθρωποι- απόκτησαν τη Δήμητρα (Τούλα) και τη Λαμπρινή. Η Λαμπρινή παντρεύτηκε τον Νικόλαο Φράγγο, ηλεκτρολόγο, και απόκτησαν δυο κόρες, τη Δήμητρα και τη Ζωή. Η Τούλα παντρεύτηκε τον Νίκο Σπανάκη και ο πατέρας της αγόρασε το προσφυγικό από τη Μαρία Χατζηκωστή (γιαγιά) για να μένει η κόρη του με τον άντρα της. Ο Νίκος Σπανάκης ήταν γιος του Δημήτρη από το Εγγλεζονήσι και της Αναστασίας, που την αποκαλούσαν Αξαριανή (καταγόταν από το Αξάρι (αρχαία Θυάτειρα). Έμεινε όμως χήρα νέα και δούλευε καπνεργάτρια να αναθρέψει τα παιδιά της. Ήταν μια δυνατή γυναίκα δραστήρια, με όρεξη για ζωή. Ο Νίκος ήταν ποδοσφαιριστής και έπαιζε στη Νίκη μέχρι το 1961.
Αναστασία Σπανάκη
Ήρεμος χαρακτήρας, χαμηλών τόνων, ευγενικός, αγωνιζόταν τότε για τα ιδανικά του ποδοσφαίρου και πολλές φορές είχε διακριθεί. Μετά αποσύρθηκε και διορίστηκε κλητήρας στο επαγγελματικό εμπορικό επιμελητήριο Βόλου με τη μεσολάβηση του δημάρχου Βολίδη ως καλός ποδοσφαιριστής της Νίκης.
Η Τούλα, χαρακτήρας δραστήριος, αισιόδοξος, όλο ζωντάνια, αγαπούσε τη ζωή, τη χαιρόταν ακόμη και στα πιο δύσκολα και ήταν αγαπητή όχι μόνο στη γειτονιά, αλλά και στο ίδρυμα της Βασιλικής Πρόνοιας που το ξεσήκωνε με την παρουσία της. Το ζευγάρι απόκτησε την Αναστασία και τη Ζωή, επιστήμονες με οικογένεια.
Το σπίτι τους ήταν κλασικό γερμανικό με επέκταση ένα καμαράκι, τσιμενταρισμένη αυλή με πολλές γλάστρες κόκκινες που έλαμπε από πάστρα και με μια βρύση κτισμένη και βαμμένα κόκκινα τουβλάκια.
Ο Εγγλεζονησιώτης Δημήτριος Σπανάκης
Φωτιζόταν από την όμορφη και γελαστή μορφή της Τούλας και τη σύνεση της γιαγιάς Μαρίας Χατζηκωστή που έμενε μαζί τους.
Ο Νίκος είχε αδέλφια τον Ιωάννη και τη Γεωργία, σύζυγο Λευτέρη Καραλευτέρη. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Γιάννης Σπανάκης είχε πολεμήσει στον Γράμμο, όπου και τραυματίστηκε. Ήταν γνωστός σε όλους, εργαζόταν ως κλητήρας στον Δήμο Νέας Ιωνίας, παντρεύτηκε την Ευαγγελία από το Κουρί της Νικομήδειας και έκανε οικογένεια.
Ο Νίκος αρκετά μεγάλος σήμερα, κοντά στα 92, αγαπάει ακόμη τη ζωή, κάθεται στο παράθυρο του σπιτιού που έχει αντικατασταθεί από νέα οικοδομή και κοιτάζει έξω. Άγνωστο τι σκέπτεται που βλέπει έναν άλλον χώρο, έναν άλλο κόσμο, μακρινό από τον δικό του…
Τούλα Σπανάκη
Λίγο πιο πέρα από τη γωνία της Πανόρμου, σχεδόν απέναντι από το ραφείο του Θεοφίλου, έμεναν δυο αδελφές: Η Σουλτάνα και η Σοφία. Καταδεχτικές μεγαλοκοπέλες, νοικοκυρές, γυναίκες της εκκλησίας, δεν ενοχλούσαν τη γειτονιά, η οποία όμως έλεγε γι’ αυτές και για πολλά χρόνια μια ιστορία. Πόσο αληθινή ήταν κανείς δεν ήξερε. Έλεγαν πως στη διάρκεια της Κατοχής, μέσα στο υπόγειο του προσφυγικού σπιτιού τους, έκρυβαν για πολύ καιρό έναν Άγγλο. Ο ίδιος είχε σκάψει την καταπακτή που έβαζαν τα ξύλα και είχε μεγαλώσει το υπόγειο, στο οποίο κρυβόταν την ημέρα και έβγαινε έξω τη νύχτα. Πόσο ακριβώς κράτησε αυτή η «προστασία» άγνωστο. Όταν λευτερώθηκε ο Βόλος και έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθε και η στιγμή της ελευθερίας του. Ο επισκέπτης τους έφυγε για την πατρίδα του. Άλλοι είπαν ότι γύρισε και τις βοήθησε ως αντάλλαγμα για όσα είχαν κάνει, άλλοι ότι τις ξέχασε και δεν έστειλε ούτε γράμμα με ένα ευχαριστώ…
Γάμος Σπανάκη
Στη γωνία της Δορυλαίου με Αναπαύσεως ήταν το προσφυγικό του Αδάμ στο ένα δωμάτιο υπήρχε καφενείο και στο άλλο έμενε η οικογένεια.
Καφενείο-ψιλικατζίδικο ήταν ένα κτίσμα. Αρχικά το καφενείο με πρόσοψη επί της Δορυλαίου, το είχε παππούς Αδάμ και μετά ο Γιάννης Ανδρουλάκης, που είχε παντρευτεί την πρώτη κόρη του Αδάμ, την Πολυξένη, ενωμοτάρχης χωροφυλακής από την Κρήτη, όταν εκδιώχθηκε από το σώμα. Στην πρόσοψη είχε μια μεγάλη ταμπέλα που έγραφε «ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΝΕΑ ΙΩΝΙΑ Ιω. Κ. Ανδρουλάκης». Μετά το 1958 άνοιξε μαγαζί με ποδοσφαιράκια για δυο τουλάχιστον χρόνια και έπειτα έκλεισε για πάντα, αφού η οικογένεια το 1960 ξενιτεύτηκε στη Γερμανία και εγκαταστάθηκε εκεί. Ο Γιάννης απόκτησε τρία παιδιά τον Κωνσταντίνο, τη Γαρυφαλλιά και την Ειρήνη, τα οποία προόδευσαν και έκαναν οικογένειες.
Το ψιλικατζίδικο ήταν γωνία, επί της Αναπαύσεως, που το είχε η κυρα-Γαρυφαλλιά Αδαμάκη από τη Νικομήδεια, παντρεμένη με τον Αντώνη Αδάμ από τη Μακρινίτσα. Η κυρα-Γαρυφαλλιά είχε πέντε παιδιά, τρία κορίτσια και δυο αγόρια, και για αυτά αγωνιζόταν όλη μέρα, χωμένη μέσα στο μικρό της καταφύγιο, ακούραστη και περιποιητική, με κείνο το καλοσυνάτο χαμόγελο.
Νίκος Σπανάκης
Ο Αντώνης δούλευε στο οινόπνευμα και οι δυο μαζί τα έβγαζαν πέρα. Κυρίως το μαγαζάκι είχε είδη ραπτικής, μασουράκια, κλωστές, μπογιές για βάψιμο και υγρό καθαριστικό (βιτριόλι) που καθάριζαν οι νοικοκυρές. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε άνεση οικονομική για αγορές ρούχων. Αν ξέβαφε το ύφασμα ή αν ήθελαν να βάψουν το ρούχο τους μαύρο οι νοικοκυρές αγόραζαν μπογιά, άναβαν φωτιά με ξύλα, έβραζαν το νερό σε μικρό καζάνι, έριχναν λίγο αλάτι και ξύδι και έβαζαν το ύφασμα, το οποίο ανακάτευαν με ένα ξύλο για να πάρει μπογιά σε όλα τα σημεία. Είχε μπογιά για μάλλινα ρούχα, για βαμβακερά και λινά, τα οποία έβαφαν με την ίδια διαδικασία. Και αυτές τις μπογιές στη Νέα Ιωνία μόνο η κυρα-Γαρυφαλλιά τις διέθετε.
Έξω από το καφενείο του Αδάμ
Πέρασαν χρόνια και το μαγαζάκι έμεινε ανοικτό μέχρι το 1970 με παρούσα τη γερασμένη πια κυρα-Γαρυφαλλιά. Μετά ο χώρος έγινε τριώροφη οικοδομή, που δεν θύμιζε τίποτα από κείνη τη γειτονιά, με το τούβλινο περιτείχισμα του σπιτιού, το καφενείο, το μικρό ψιλικατζίδικο και τα στριμωγμένα πιτσιρίκια της γειτονιάς που κοιτούσαν τα ζαχαρωτά και τις καραμέλες…. Ο δρόμος της Δορυλαίου τελείωνε και απέναντι ήταν ελάχιστα σπίτια που ξεφύτρωναν διάσπαρτα προς τα πάνω.
Στη φωτογραφία φαίνεται όλη η πλευρά που περιγράφεται με το μπακάλικο του Σεβλιανού και τις μουριές
Τα στενά με τις στριμωγμένες γλάστρες και τα καρεκλάκια, οι μεγάλοι χωμάτινοι δρόμοι με τα μαρμάρινα ρείθρα, οι αλάνες γεμάτες με μικρά ξυπόλητα, φτωχοντυμένα παιδιά, οι μικρασιάτικες μυρωδιές, η νοικοκυροσύνη των μικρών δωματίων και η πάστρα των απλωμένων ρούχων ήταν η ίδια η ζωή, ήταν η Νέα Ιωνία της καρδιάς μας.
Πηγές: Προσωπικές μαρτυρίες, Λίτσας Καϊκλή, Κ. Ανδρουλάκη.