Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Η φημισμένη παραλία του Βόλου που μαγεύει ντόπιους και τουρίστες στο πέρασμα των δεκαετιών (φωτογραφίες)

 

Μία παραλία γεμάτη με ιστορία και αναμνήσεις

Μία παραλία γεμάτη με ιστορία και αναμνήσεις είναι ο Άναυρος, μία πλαζ που το ξεκίνημά της, μας γυρίζει στα τέλη του 19ου αιώνα, λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και την ένταξη του Βόλου στην ελληνική επικράτεια. Ήταν τα χρόνια που τα ήθη ήταν εξαιρετικά συντηρητικά.

Ο Άναυρος υπήρξε και εξακολουθεί να είναι, η πιο «αστική πλαζ» σε μία μεγάλη πόλη, κυριολεκτικά μέσα στην καρδιά της. Εξακολουθεί να σφύζει από ζωή, να αποτελεί αγαπημένο σημείο συνάντησης των Βολιωτών και να την προτιμούν άνθρωποι κάθε ηλικίας για να κολυμπήσουν, να αθληθούν, να δροσιστούν, να διασκεδάσουν, ακόμη απλώς και για να ξαποστάσουν.

AD
AD
AD
AD
AΚάποτε γύρω από την παραλία υπήρχαν χαμηλές μονοκατοικίες, λουσμένες στα γιασεμιά και τα πολύχρωμα καλοκαιρινά λουλούδια, ενώ σήμερα γύρω από τον Άναυρο υπάρχουν πολυκατοικίες-μεγαθήρια, «προνομιούχα διαμερίσματα» με απέραντη θέα στον Παγασητικό. Από το μπαλκόνι τους «αγγίζεις» το γαλάζιο και εισπνέεις τη θαλασσινή αύρα ανεμπόδιστα .

Κάποτε έφθαναν οι Βολιώτες με το αστικό τραμ που έκανε τέρμα στη συγκεκριμένη παραλία ή με τον θρυλικό «Μουτζούρη» που συνέχιζε ως την Αγριά, τα Λεχώνια ή ανηφόριζε μέχρι τις Μηλιές.

Αυτή η θρυλική για τους Βολιώτες παραλία, ήταν το «must» του καλοκαιριού και τα μαγαζιά που μεσουράνησαν, ειδικά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, διατηρούνται ως σήμερα κρύβοντας μεγαλεία και μοναδικές στιγμές που μόνο στις μνήμες των μεγαλύτερων σε ηλικία έχουν καταγραφεί. Στον Άναυρο διοργανώνονταν ανεπανάληπτες βραδιές με κρασί και τσιπουράκια, με μουσικές και διασκέδαση μέχρι τα ξημερώματα.

Η πλαζ του Αναύρου που έφθασε στο απόγειο της δόξας της, αμέσως μετά τον πόλεμο, και όταν η φτωχή Ελλάδα έβγαινε «βαριά τραυματισμένη» από τις εσωτερικές περιπέτειές της, αποτελούσε μία όαση ξεγνοιασιάς και αλλαγής εικόνων, χωρίς αυτοκίνητα και θορύβους.

Οι τοπικές εφημερίδες της εποχής διαφήμιζαν τα τρία παραλιακά κέντρα διασκέδασης που υπήρχαν «πάνω στο κύμα», το ένα καλύτερο από το άλλο. Πρώτη ήταν η «Καλλιθέα» του Ζαχείλα με ωραία παραλία μπροστά της, αμέσως μετά ήταν το «Ακταίον» και στη συνέχεια με μεγάλη άπλα μπροστά της και βαθιά αμμουδιά η θρυλική «Αύρα» της οικογένειας Νικοβιώτη που συνεχίζει ως και σήμερα να δημιουργεί ιστορία, 140 χρόνια από το ξεκίνημά της το 1883.

Πολύ κοντά στην καθαυτή παραλία του Αναύρου και αμέσως μετά τον ομώνυμο χείμαρρο, υπήρχε και εξακολουθεί να υφίσταται ως σήμερα και η «Ακτή ΝΟΒ» του Ναυτικού Ομίλου Βόλου με τις ονειρικές μουσικές της επιλογές σε έναν χώρο που αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο συνάντησης για την ελίτ της πόλης.

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, που οργανώθηκαν οι Αστικές Συγκοινωνίες στον Βόλο, είχαν σαν κατάληξη τον Άναυρο τρεις αστικές λεωφορειακές γραμμές που διαπερνούσαν όλο τον Βόλο απ άκρου εις άκρον και έφερναν χιλιάδες Βολιώτες από κάθε γωνιά. Ήταν τα χρόνια εκείνα που μανάδες, παπούδες και γιαγιάδες έπαιρναν τα πιτσιρίκια και μέσα σε ένα ατελείωτο πανζουρλισμό από παιδικές φωνές κατέφθαναν στην παραλία για να δροσιστούν και να παίξουν ανέμελα. Ήταν οι εποχές που οι άνθρωποι εφορμούσαν στα λεωφορεία για να εξασφαλίσουν μία θέση στα καυτά πλαστικά καθίσματα, που οι μικροί κατέφθαναν με φουσκωμένες τις σαμπρέλες στην παραλία και οι πιο μεγάλοι-«υποψήφιοι γαμπροί» δεν δίσταζαν να τσακωθούν για μια λοξή ματιά προς τα κορίτσια της εποχής.

Στον Άναυρο γράφτηκαν ιστορίες έρωτα και αγάπης για χιλιάδες νέους του Βόλου, που έδιναν το ραντεβού τους για συνάντηση και φλερτ και η Σωτηρία Νικοβιώτη, τρίτη γενιά της οικογένειας που δημιούργησε την «Αύρα» θυμάται και περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «γινόταν χαμός τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 από τα γυμνασιόπαιδα. Ο τόπος γέμιζε και από τις ημερήσιες σχολικές εκδρομές.

Πολλοί άλλοι έκαναν σκασιαρχείο και έδιναν ραντεβού εδώ. Οι καρδιές σκιρτούσαν τότε και τα ρομαντικά ραντεβού έδιναν και έπαιρναν. Και ξαφνικά έκαναν έφοδο ο γυμνασιάρχης με καθηγητές και τότε γινόταν το έλα να δεις. Το έβαζαν στα πόδια και κρύβονταν τα παιδιά μέσα στο μαγαζί και ο πατέρας μου τους φυγάδευε όλους από την πίσω πόρτα και μέσα από τις καλαμιές ή έμπαινε μπροστά και απαγόρευε την έρευνα μέσα στο μαγαζί του. Απίστευτες εικόνες πλημμυρισμένες από νιάτα και ανέμελες φωνές».

Η «Αύρα» είναι συνώνυμη με την οικογένεια Νικοβιώτη. Τέσσερις γενιές από το 1883 ως τις μέρες μας και ο Νίκος Νικοβιώτης μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον θρύλο της «Αύρας» αναφέρει: «Ο προπάππος μου Νίκος Νικοβιώτης ήταν εκείνος που έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά για να ανοίξει το κέντρο διασκέδασης.

Ήταν το 1883.Ακολούθησαν ο Χρήστος, ο Δημήτρης, η Σωτηρία και σήμερα πάλι ο Νίκος, δηλαδή εγώ. Μεγαλώσαμε όλοι δίπλα στο Jukebox ακούγοντας τα τραγούδια της εποχής και στην πίστα χορού που υπάρχει ως και σήμερα και που φιλοξένησε μεγάλα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου.

Πέρασαν από εδώ ο Πάνος Γαβαλάς, η Ρία Κούρτη, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Ανθούλα Αλιφραγκή και πολλοί ακόμα. Εδώ κατά καιρούς με τα συγκροτήματά τους, έδωσαν το παρόν οι δικοί μας Βαγγέλης Παπαθανασίου και Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και τα νιάτα της εποχής τους αποθέωναν πριν ξεκινήσουν τις μεγάλες καριερες τους. Πολλές φορές ο Τάσος Μητρογώγος, επική φωνή της ΕΡΤ, με σπουδαία φωνή έπαιρνε το μικρόφωνο και ξεσήκωνε τον κόσμο».

Στον Άναυρο εμφανίσθηκε και το πρώτο Juke Box στον Βόλο, στα μαγαζιά της εποχής ο ανταγωνισμός είχε φτάσει στα ύψη και ο Γιώργος Καφενταράκης έγραφε στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος» τον Ιούλιο του 1959 ότι «τότε ακούστηκαν στον Βόλο τα καινούργια τραγούδια του Κώστα Καπλάνη “Ζωή σερέτισσα” ,”Άδικο”, “Άπιστη ξεμυαλισμένη” και φυσικά ο θρύλος “Βολιώτισσα” με την Ανθούλα Αλιφραγκή μαζί με πολλά άλλα, ενώ από το “ηλεκτρόφωνο” (τζούκ – μπόξ) του “Ακταίου” και του διπλανού κέντρου “Αύρα”, η νεολαία του ΄60 ρίχνοντας τις δραχμές τους στο μηχάνημα, ακούγανε το “Apache” από τους Shadows, το “Διαβατήριο” του Καζαντζίδη, το “Oh Carol” του Neil Sedaka και άλλα. Τώρα ας πάμε λίγα χρόνια πίσω. Ας βρεθούμε στη χρονιά 1946 μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄50, τους καλοκαιρινούς μήνες η παραλία γέμιζε με πασατεμπάδες, καραμελατζίδες, (μαλλί της γριάς) φωτογράφους και αρκετούς άλλους πλανόδιους επαγγελματίες».

Στην ακτή του Αναύρου σύμφωνα με το αρχείο του μέλους της Εταιρείας Θεσσαλικών Ερευνών Γρηγόρη Καρταπάνη, αλλά και από δημοσιεύματα του τοπικού Τύπου αναφέρεται ότι «Στο κέντρο “Ακταίον” του Αναύρου, τραγούδησε ο Πάνος Γαβαλάς, με παρτενέρ τη νεαρή τότε Δούκισσα και μπουζούκι τον βιρτουόζο Χ. Λεμονόπουλο».

Τον περασμένο αιώνα, στη θάλασσα ίσχυαν «σκληροί περιορισμοί» ιδίως για τους κολυμβητές και τις κολυμβήτριες. Πριν από εκατό χρόνια, γύρω στη δεκαετία του ’20 υπήρχαν τα περίφημα λουτρά θαλάσσης του Αναύρου. Υπήρχαν δύο σειρές από καμπίνες αυστηρά διαχωρισμένες σε ανδρών και γυναικών, μία ξύλινη σκάλα που έμπαινε μέσα στη θάλασσα και στην άκρη ήταν στημένο ένα φυλάκιο-παρατηρητήριο που επιτηρούσε τους λουόμενους να μην πλησιάζουν οι μεν τους δε. Όταν κάποιος πλησίαζε «επικίνδυνα» την άλλη πλευρά, ο ήχος της σφυρίχτρας των επιτηρούντων έσκιζε τον αέρα και ακουγόταν ως απέναντι στα Πευκάκια, ενώ μία βάρκα με τους επιτηρητές, πλησίαζε και έδιωχνε τους παραβάτες.

Άναυρος, όμως, εκτός από αμμουδερή και εκτεταμένη παραλία, σημαίνει και μυθολογία για τον τόπο. Δίπλα ακριβώς από την «Αύρα», περνά ο χείμαρρος Άναυρος, όπου σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ιάσονας, επιστρέφοντας από το Πήλιο στην Ιωλκό, έχασε στον ποταμό το σανδάλι του, την ώρα που μετέφερε την Ήρα στην πλάτη του, μεταμφιεσμένη σε γριά. Από το σημάδι αυτό, τον αναγνώρισε ο παππούς του Πελίας, τον οποίο ο νέος συνάντησε την ώρα που εκείνος θυσίαζε στον Ποσειδώνα.

Σήμερα, ο Άναυρος είναι η αγαπημένη παραλία για τους Βολιώτες. Έχει μεγάλη ακτή, αμμουδερή, με ρηχά νερά, προστατευμένη, οργανωμένη και εύκολα προσβάσιμη. Για όσους δεν έχουν πολύ ελεύθερο χρόνο είναι μία εξαιρετική λύση για να δροσιστούν. Εκεί φτάνει κάποιος με το ποδήλατό του ή ακόμη και με τα πόδια. Απολαμβάνει το τσιπουράκι του, τους θαλασσινούς μεζέδες, δροσίζεται και παρά το ατελείωτο τσιμέντο της μεγαλούπολης αισθάνεται σαν να επισκέφθηκε τον παράδεισό του. Μια παραλία στην καρδιά της πόλης.

Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

Σαν σήμερα… έγραψε ιστορία ο Ολυμπιακός


Ημέρα ένδοξης ιστορίας είναι η σημερινή για τον Ολυμπιακό Βόλου, καθώς στις 27/4/1955, πριν από 68 χρόνια, επετεύχθη απίστευτη νίκη του Ολυμπιακού απέναντι στην ΑΕΚ στην Αθήνα, λίγες ημέρες μετά τον καταστροφικό σεισμό για την πόλη του Βόλου.

Οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού Βόλου έπαιξαν για τη φανέλα και την πόλη και συγκέντρωσαν τον θαυμασμό όλης της φίλαθλης Ελλάδας, ενώ τρεις μέρες ήταν πρωτοσέλιδο!

Σε σχετικό ρετρό αφιέρωμα πριν χρόνια γράφτηκαν τα εξής: Στις 27 Απριλίου 1955, οι πρόσφατα χτυπημένοι από τον σεισμό παίκτες του Ολυμπιακού Βόλου απέκλεισαν την ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια σε αγώνα για τους 16 του Κυπέλλου Ελλάδος!

Το χτύπημα του εγκέλαδου στον Βόλο στις 19 Απριλίου 1955 έχει μείνει στην ιστορία ως ένα από τα ισχυρότερα που έπληξαν τη χώρα μας. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: 37 νεκροί, εκατοντάδες τραυματίες, χιλιάδες άστεγοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 10.047 οικήματα που αριθμούσε τότε η πόλη, τα 8.352 υπέστησαν σοβαρές υλικές ζημιές και τα περισσότερα ήταν μη κατοικήσιμα, ενώ άλλα 459 καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Ανάμεσα στα κτίσματα που κατέρρευσαν ήταν και η λέσχη του Ολυμπιακού Βόλου. Η ομάδα που είχε προσφέρει μεγάλη χαρά στην πόλη με την πρόκρισή της στην τελική φάση του Πανελληνίου Πρωταθλήματος επί της ισχυρής Δόξας Δράμας, με δύο νίκες μάλιστα (3-2 και 2-1), είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα.

Πολλοί παίκτες της ήταν ανάμεσα στους χιλιάδες άστεγους της πόλης και, μοιραία, οι υποχρεώσεις τους είχαν περάσει σε δεύτερη μοίρα. Ακόμα κι αυτός ο μεγάλος αγώνας με την ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, για τη φάση των «16» του Κυπέλλου Ελλάδας. Εννέα ημέρες πριν τον σεισμό ο Ολυμπιακός είχε υποδεχθεί την «Ένωση» στον Βόλο και την είχε απειλήσει σοβαρά με αποκλεισμό.

Αν και προηγήθηκε με γκολ του Μιχάλη Βατάλα στο 13’, αλλά ακριβώς στην εκπνοή ο Λάκης Εμμανουηλίδης ισοφάρισε σε 1-1, οδηγώντας το ματς σε επαναληπτικό στην έδρα της ΑΕΚ (κατά τα αγγλικά πρότυπα). Παρά την ατυχία, στον Βόλο εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι η πρόκριση ήταν εφικτή με νίκη στην Αθήνα και προετοιμάζονταν σκληρά γι’ αυτήν. Μέχρι που ήρθε ο σεισμός…

Όπως ήταν λογικό, για κάποιες μέρες ήταν αβέβαιο ακόμα και το ταξίδι του Ολυμπιακού Βόλου στην Αθήνα για τη ρεβάνς. Όμως, στο μικρό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τις 27 Απριλίου, κατέστη εφικτή μία πρόχειρη ανασύνταξη, ώστε η ομάδα να εκπληρώσει την ανειλημμένη υποχρέωση. Ο προπονητής, Κώστας Ζώγας, και οι σπουδαίοι ποδοσφαιριστές που φορούσαν τότε τα ερυθρόλευκα, όπως ο Τσιγαρίδας, ο Δημητρακόπουλος, ο Παπαζήσης, ο Δημόπουλος και οι αδελφοί Βλαχάβα, προετοιμάστηκαν όπως-όπως για το μεγάλο παιχνίδι, το οποίο, μες στα προβλήματα που ξαφνικά είχαν αποκτήσει στο κεφάλι τους, παρέμενε γι’ αυτούς σπουδαίο.

Σπουδαία, όμως, ήταν και για τους Αθηναίους η παρουσία των Βολιωτών ποδοσφαιριστών στην πρωτεύουσα. Η περιπέτεια των κατοίκων του Βόλου είχε συγκινήσει όλη την Ελλάδα και η αποστολή τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης απ’ όλες τις γωνιές της χώρας προς τους σεισμοπαθείς συνεχιζόταν καθημερινά.

Η διοίκηση της ΑΕΚ υποδέχθηκε θερμά τους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού, ενώ οι εφημερίδες καλούσαν τον κόσμο να πάει στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας, για να τους εμψυχώσει. Μόνο και μόνο για το γεγονός ότι είχαν αφήσει πίσω τους άστεγους συγγενείς τους, για να παίξουν μπάλα. Για τη φανέλα και την πόλη τους και όχι για τα χρήματα.

Ήταν πραγματικά από τις περιπτώσεις που η συμμετοχή και μόνο είχε τεράστια αξία, αλλά να που στο τέλος ήρθε και η νίκη! Το γκολ του Βασίλη Δημητρακόπουλου στο 82’ με κοντινό σουτ έδωσε προβάδισμα στον Ολυμπιακό Βόλου και προκάλεσε δέος στους 7.000 θεατές στη Νέα Φιλαδέλφεια.

Και οι εντυπωσιακές αποκρούσεις του τερματοφύλακα, Πάρη Τσιγαρίδα, έμελλε να το διατηρήσουν μέχρι τέλους. Μάλιστα, στο 70’ ο Βογιατζής πέτυχε και δεύτερο γκολ για τους Βολιώτες , το οποίο όμως κακώς ακυρώθηκε ως οφσάιντ από τον διαιτητή. Και το 0-1, όμως, ήταν αρκετό. Η μεγάλη ΑΕΚ των διεθνών Κώστα Πούλη, Γιάννη Κανάκη, Ανδρέα Σταματιάδη και Λάκη Εμμανουηλίδη, φιναλίστ του 1953 και νικήτρια του Κυπέλλου το 1956, είχε μείνει εκτός από τους ηρωικούς σεισμοπαθείς Βολιώτες, οι οποίοι είχαν γράψει μία από τις ομορφότερες ιστορίες του ελληνικού ποδοσφαίρου…

«Η ψυχολογία μας δεν ήταν καλή, λόγω της άσχημης κατάστασης που είχαμε αφήσει πίσω μας στον Βόλο. Όταν όμως έφτασε η ώρα να αρχίσει το παιχνίδι, σκεφτόμασταν μόνο τη νίκη», είχε δηλώσει ένας από τους έντεκα ήρωες του Ολυμπιακού, ο Βάιος Δημόπουλος, το 2005, για την επέτειο της ιστορικής νίκης. Νεοσύλλεκτος στο Πολεμικό Ναυτικό ο ίδιος, αισθανόταν ακόμα πιο άσχημα που ήταν μακριά από τους δικούς του.

Έπαιξε, όμως, στο ματς και ήταν από τους διακριθέντες. Η πρόκριση του Ολυμπιακού Βόλου επί της ΑΕΚ το ’55 φανέρωσε ίσως για πρώτη φορά τη δύναμη που ασκούσε το ποδόσφαιρο στην ελληνική κοινωνία.

Άνθρωποι που βίωναν δύσκολες στιγμές καθημερινά λόγω της καταστροφής, είχαν πάρει χαρά και κουράγιο από τη νίκη έντεκα συμπολιτών τους που κλοτσούσαν μία μπάλα με κοντά παντελονάκια. Οπωσδήποτε δεν άλλαξε κάτι εντυπωσιακά στη ζωή τους εκείνες τις μέρες, αλλά έστω κι ένα μικρό χαμόγελο να πρόσφερε στο βασανισμένο πρόσωπο κάθε Βολιώτη αυτή η νίκη, δεν ήταν και λίγο.

Τώρα 68 χρόνια μετά ο Ολυμπιακός Βόλου θυμάται τα ένδοξα και μπαίνει σε νέα μαύρη σελίδα με τον υποβιβασμό για πρώτη φορά στα τοπικά πρωταθλήματα, ενώ και στην σύγχρονη ιστορία έχει καταγράψει μια μεγάλη νίκη επί της ΑΕΚ.

Μάλιστα μέχρι τον Γενάρη του 2011 και το σπουδαίο 0-4 (12’ Σανκαρέ, 19’ Ουμπίντες, 61’ Μόνχε, 80’ Καπετάνος), παίζοντας με την ΑΕΚ στην Αθήνα στο πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός είχε μόνο ήττες…

Η περιγραφή του αγώνα από τον Ταχυδρόμο
Πρωτοσέλιδο της Αθλητικής Ηχούς μετά τον αγώνα
πηγή:taxydromos
Αθηναϊκό πρωτοσέλιδο πριν τον αγώναπηγή

Κυριακή 16 Απριλίου 2023

Βόλος 1965 – Πάσχα στο Κεραμοποιείο Ανετόπουλου (video)

 


“Βρισκόμαστε σε συνοικία του Βόλου στο Κεραμοποιείο Ανετόπουλου, Κυριακή του Πάσχα, όπου σύμφωνα με το έθιμο ψήνουν αρνιά στη σούβλα.
Ο κινηματογραφιστής με την οικογένεια του έχουν προσκληθεί για το παραδοσιακό γεύμα. Το αγοράκι του κινηματογραφιστή πλησιάζει χαμογελαστό την κάμερα και τη σούβλα με το αρνί – την οποία γυρνάει μια γυναίκα – και παρακολουθεί για λίγο την διαδικασία.
Στα επόμενα πλάνα τα παιδιά της συντροφιάς συγκεντρώνονται μπροστά σ’ ένα φορτηγό της εποχής, ώστε να τα καταγράψει η κάμερα, μια γυναίκα παραδίπλα, τα πέντε αγοράκια πλησιάζουν τον φακό. Οι σούβλες με το αρνί και το κοκορέτσι έχουν κατέβει απ’ τη φωτιά, όλοι τσιμπούν λίγο απ’ τα ψητά.
Τέλος μαζεύεται η συντροφιά ώστε να απαθανατιστεί αυτή η μνήμη κι μια νέα άφιξη φωτίζει το κάδρο, ένα κατάξανθο κοριτσάκι που μόλις άρχισε να περπατάει.
Αξίζει να σημειωθεί πως το Κεραμοποιείο Ανετόπουλου έχει ιστορία δύο αιώνων, καθώς κληροδοτήθηκε από τον ιδρυτή του Βασίλειο Ανετόπουλο, στις επόμενες γενιές που συνέχισαν το έργο του. Σήμερα καρπός αυτής της μακράς παράδοσης είναι το Μουσείο Αγγειοπλαστικής- Κεραμικής, στα Άνω Λεχώνια, λίγο έξω από τον Βόλο. Το Μουσείο λειτουργεί καθημερινά, έχει εκπαιδευτικά προγράμματα και οργανώνει εκθέσεις κεραμικής”.

“Η οικογένεια μαζεύεται στην αυλή του Κεραμοποιείου Ανετόπουλου στον Βόλο για να ψήσει αρνί . Τα παιδιά στήνονται για την φωτογραφία και με βήμα βγαίνουν τελικά στο φιλμ. Το αρνί είναι έτοιμο. Όλο και κάποιοι τσιμπούν από το κοκορέτσι. Στο τέλος της ταινίας έρχεται η ξανθιά κούκλα της οικογενείας 13 μηνών.”

Τρίτη 4 Απριλίου 2023

Η Ομιλία του Χάρη Σαχίνη για την ελληνική εκπαίδευση στην Αραβία

Αύριο Τετάρτη, 5η Απριλίου 2023 και ώρα 6 μ.μ. θα πραγματοποιηθεί ομιλία στη Χριστιανική Στέγη Βόλου «Απόστολος Παύλος» (28ης Οκτωβρίου 98 – Κ. Καρτάλη), από τον συμπολίτη μας θεολόγο καθηγητή κ. Χαρίτωνα Σαχίνη, με θέμα: «Η ελληνική εκπαίδευση στην Τζέντα της Αραβίας». Ο ομιλητής αποσπάστηκε επί 6ετία και πλέον από το Υπουργείο Παιδείας για να διδάξει ελληνικά και θρησκευτικά στη Τζέντα της Ιορδανίας και στο Αμάν της Αραβίας από όπου συναπεκόμισε πλούσιες εμπειρίες. Τις εμπειρίες του αυτές για τη διδασκαλία και την εν γένει εκπαιδευτική παρουσία του εκεί, θα παρουσιάσει στην ομιλία του, η οποία θα περιλαμβάνει και πολυάριθμες φωτεινές προβολές.

πηγή:e-thessalia

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Οι Βολιώτες χιονοδρόμοι στο μέτωπο 1940-41 – Πάνω από 25 κατατάχθηκαν στο 1ο Τάγμα στο Αλβανικό μέτωπο


Στους πρώτους μήνες των πολεμικών επιχειρήσεων του 1940 εκδίδεται διαταγή με την οποία ανακοινώνεται η ίδρυση Τάγματος Χιονοδρόμων στα τέλη του έτους. Ζητείται από τα τμήματα του Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου να το στελεχώσουν με τρεις λόχους, ο πρώτος από χιονοδρόμους και οι άλλοι δύο από 200 στρατιώτες εμπειροπόλεμους από ορεινές επιχειρήσεις Ευζωνικούς Λόχους. Πάνω από 25 Βολιώτες χιονοδρόμοι κατατάσσονται στο 1ο Τάγμα Χιονοδρόμων. Η διαδικτυακή σελίδα «Η Μαγνησία στο πέρασμα του Χρόνου» τίμησε τους χιονοδρόμους του Βόλου με ένα αφιέρωμα.

Τις περισσότερες πληροφορίες για τη δράση του τάγματος έχουμε κοντά στο τέλος του πολέμου. Στη μάχη στο όρος Κάμια στις 4-5 Απριλίου 1941, «οι χιονοδρόμοι εχρησίμευσαν ως σύνδεσμοι μεταξύ των προκεχωρημένων τμημάτων αποσπάσαντες την ευαρέσκιαν των ανωτέρων τους για το θάρρος, την προθυμείαν και την ταχεία εκτέλεση των αποστολών. Επίσης ως τραυματιοφορείς, με την χρήση ελκύθρων μετέφεραν ταχέως τους τραυματίας εις τους Σταθμούς Επιδέσεως» λέει ο λοχαγός Εμμ. Μπαμιέρος.
Υπάρχει όμως μια συγκεκριμένη πτυχή της ιστορίας που αξίζει. Αφορά στους Γιώργο Παππά, Πλούτωνα Λογγίδη, Γιώργο Νικολούτσο και Μπάμπη Σοφιάδη.
Στις 4 Απριλίου 1941, οι Βολιώτες χιονοδρόμοι και το Τάγμα τους επιχειρούν στην περιοχή της Κορυτσάς στο ορεινό συγκρότημα της Κάμιας, συγκεκριμένα στην κορυφή το Μνήμα της Γριάς. Σε κάποια στιγμή έρχεται μήνυμα ότι πρέπει να παραλάβουν μερικούς Ιταλούς αιχμαλώτους. Ο επικεφαλής πετάει την ατάκα: «Δεν στέλνουμε αυτούς με τα σανίδια να τους πάρουν;» – εννοούσε προφανώς τα σκι. Στέλνονται ο Πλούτων Λογγίδης, ο Γιώργος Παππάς και ένας Πειραιώτης χιονοδρόμος ο Κώστας Καρατζάς. Πιθανότατα οι αιχμάλωτοι στάλθηκαν στα μετόπισθεν, αλλά οι Λογγίδης και Παππάς προσχωρήσαν και ενεπλάκησαν σε περαιτέρω συμπλοκή. Ο Ν. Στουρνάρας λέει ότι μετά από ανταλλαγές πυρών με ιταλική μονάδα, ο Λογγίδης που μιλούσε ιταλικά (είχε γεννηθεί στην Τεργέστη) έπεισε τους Ιταλούς να παραδοθούν. Αλλά η επιτυχία ήταν πρόσκαιρη γιατί εκδηλώθηκε μεγάλη ιταλική αντεπίθεση με βολές πυροβολικού και όλμων. Οι δύο Βολιώτες είναι καθηλωμένοι. Σε άλλη θέση σχετικά κοντά τους βρίσκεται ο Γιώργος Νικολούτσος. Μια από τις βολές εξερράγη ακριβώς ανάμεσα στους δύο φίλους. «Μας τίναξε ψηλά», θα πει ο Λογγίδης σε συνέντευξη του στην Θεσσαλία αρκετά χρόνια αργότερα.
«Τον Παππά τον βρήκε ένα βλήμα στον λαιμό. Το γενναίο παλικάρι κατάλαβε το τέλος του και κρατώντας με το ένα χέρι τον λαιμό του, σήκωσε το χέρι για να μας χαιρετήσει».

O Λογγίδης βαριά τραυματισμένος δεν μπορεί να μετακινηθεί. Ένας άλλος στρατιώτης-μάλλον ο Ανδρέας Μπάρτσιος, τον σκεπάζει με ένα κομμάτι από ιταλικό αντίσκηνο και γυρίζει για να στείλει τραυματιοφορείς να τον παραλάβουν. Οι τραυματιοφορείς βρίσκουν τον βαριά τραυματισμένο Λογγίδη, αλλά όχι τον Παππά. Την άλλη μέρα και αφού τα πυρά έχουν κοπάσει, φεύγει ακόμα μια αποστολή να περισυλλέξει τον Παππά. Μετά από λίγες ώρες-ο Μπάμπης Σοφιάδης μεταφέρει τα νέα στον Γιώργο Νικολούτσο που ήταν αδελφικός φίλος του Παππά. «Βρήκαμε τον Παππά στην θέση Κάμια νεκρό και τον θάψαμε. Βάλαμε για σταυρό ένα ζευγάρι σπασμένα σκι».Συγκλονισμένος από το χαμό του φίλου ο Νικολούτσος παίρνει διαταγή να μεταφέρει με τη βοήθεια τραυματιοφορέων τον Λογγίδη στη Θεσσαλονίκη. Ο Λογγίδης είχε δεχθεί συνολικά 17 θραύσματα – επτά από τα οποία έμειναν για πάντα στο σώμα του. Τον μεταφέρουν πρώτα σε ένα ορεινό χειρουργείο. Λέει ο ίδιος ο Λογγίδης στην συνέντευξη του στη Θεσσαλία: «Την νύχτα προσπαθήσαμε να κοιμηθούμε πλάτη-πλάτη και το πρωί ξημερωθήκαμε ευτυχώς ζωντανοί, ενώ από τους άλλους οι περισσότεροι τραυματίες είχαν κατά τη διάρκεια της νύχτας ξεψυχήσει. Οι βαριά τραυματισμένοι τόσο πολλοί και οι γιατροί λίγοι. Το δικό μου πόδι ετοιμάστηκε ώστε το πρωί να το κόψουν με το πριόνι». Ο Λογγίδης αρνούνταν πεισματικά να του κόψουν το πόδι, και ο Νικολούτσος συνεπικουρούσε. Οι γιατροί υπαναχωρούν και έτσι τον στέλνουν στην Κορυτσά. Συνεχίζει ο Λογγίδης: «Ακολουθεί η μεταφορά μου στην Κορυτσά όπου διανυκτερεύσαμε με τον Γιώργο Νικολούτσο. Εκεί βρήκα τον φίλο γιατρό Λάζαρο Σκούφο (χιονοδρόμος κι’ αυτός) που μου έβαλε επιτέλους το πόδι στο γύψο». Τελικά και ο Πλούτων Λογγίδης σώθηκε και το πόδι του. Σε λίγο μεταφέρεται στο νοσοκομείο της Φλώρινας. Από εκεί μαζί με 400 άλλους τραυματίες φορτώνονται σε ένα τραίνο για να μεταφερθούν στην Αθήνα.

Όμως το μέτωπο καταρρέει και οι Γερμανοί προελαύνουν. Έλληνες και Εγγλέζοι ανατινάζουν πολλές γέφυρες για να δυσκολεύσουν την προέλαση των Γερμανών. Έτσι το τρένο δεν φτάνει ποτέ στον προορισμό του. Οι τραυματίες και ο Λογγίδης μεταφέρονται στη Σκύδρα του Νομού Πέλλης. Εκεί οι ντόπιοι τους περιθάλπουν και σώζουν πολλούς από τους τραυματίες… Στο μεταξύ η Ελλάδα έπεσε. Αρκετά μετά τη συμφωνία με τους Γερμανούς, οι τραυματίες μεταφέρονται στη Θεσσαλονίκη. Ο Λογγίδης θα γυρίσει στον Βόλο αργότερα, αφού ανάρρωσε, αλλά με πολλά βλήματα στο σώμα του. Ο Νικολούτσος ακολούθησε τη δραματική πορεία της επιστροφής όπως και άλλοι ήρωες της Αλβανίας. Περπατώντας για μέρες κατάφερε να γυρίσει στον Βόλο.

Η βολιώτικη παρέα θα ξανανταμώσει και κάποιοι από «αυτούς με τα σανίδια» θα ξαναχαρούν τα βουνά όπως πριν. Όμως κομμάτι από την καρδιά τους έμεινε στα βουνά της Αλβανίας, θαμμένο κάτω από τον σταυρό με τα σκι. Τον νεκρό Γιώργο Παππά τιμήσε ο ΕΟΣ με προτομή κοντά στο καταφύγιο στις Αγριόλευκες στις 22-11-1980. 


Πηγή:e-thessalia

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Φέρνει αναμνήσεις το πρώτο κουδούνι


a

Διατηρητέα μνημεία δεκάδες σχολεία της Μαγνησίας, που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία

Τη δική τους ιστορία έχουν γράψει τα σχολεία του Βόλου και της Μαγνησίας στο πέρασμα του χρόνου, με δεκάδες να έχουν κηρυχτεί διατηρητέα μνημεία. Αμέτρητα στιγμιότυπα και αναμνήσεις της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, στιγμές ξεγνοιασιάς, καρδιοχτύπια αλλά και εποχές δύσκολες φέρνει στο νου το πρώτο κουδούνι, που αποτελεί την αφορμή για μια νοερή περιήγηση σε άλλες εποχές. Τότε που είχαν τον πρώτο λόγο οι πλάκες, οι κοντυλοφόροι, τα πηλίκια, οι μπλε ποδιές με τα λευκά γιακαδάκια, ο μαυροπίνακας, η ξυλόσομπα και τα μαθητικά συσσίτια.

Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ

Με αφορμή την αυριανή έναρξη της σχολικής χρονιάς, ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ επιχειρεί να καταγράψει το άρωμα άλλων εποχών, τότε που όλα ήταν διαφορετικά, με τις αυστηρές συστάσεις προς τους μαθητές να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, από την αρχή της σχολικής χρονιά.

Ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία για τις οδηγίες προς «ναυτιλλόμενος», παραθέτει η Αγγελική Σκορδά στο 11ο τεύχος του περιοδικού «εν Βόλω» που φέρει την σφραγίδα του ΔΗΚΙ και ήταν αφιερωμένο στην εκπαίδευση.

Ηδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα θεωρήθηκε ανάγκη η διδασκαλία και υπόδειξη τρόπων καλής συμπεριφοράς στους μαθητές και γι’ αυτό ορίστηκε στα σχολεία το μάθημα της «Αγωγής του πολίτη» ή «Εθνικής αγωγής». Μέσα από αυτό οι μαθητές καλλιεργούνται κοινωνικά και μαθαίνουν πως πρέπει να φέρονται. Υποδεικνύεται σε αυτούς πως πρέπει να χαιρετούν όταν μπαίνουν ή βγαίνουν σ’ ένα χώρο, πως πρέπει να στέκονται, να περπατούν, να μιλούν και να εκφράζουν το σεβασμό τους προς τους ανωτέρους, ιερωμένους, επιθεωρητάς, δασκάλους κλπ.

Παράλληλα, στέλνονταν σχετικές εγκύκλιοι στα σχολεία από τους επιθεωρητές, στις οποίες δίνονταν κατευθυντήριες οδηγίες για την συμπεριφορά των μαθητών. Μεταξύ άλλων, παρακαλούνταν οι μαθητές «μετά το πέρας των μαθημάτων να μην ξεχύνονται εις τους δρόμους ως να εξέφυγον από δεσμωτήριον». Επίσης υπογραμμίζονταν ότι πρέπει να αποφεύγονται τα «λυπηρά επεισόδια μεταξύ των μαθητών δια να μην δυσανασχετούν οι περιοικούντες και οι τυχαίως διερχόμενοι και οικτήρουν δασκάλους και εκπαίδευσιν».

 

«Βολιώτικαι αναμνήσεις»

Ενδιαφέροντα στοιχεία για τον παλιό Βόλο και τις συνθήκες που επικρατούσαν στην εκπαίδευση περιγράφονται στο βιβλίο «Βόλος, μια ιστορία», με επιλογή κειμένων από τον γνωστό Βολιώτη συγγραφέα Κώστα Ακρίβο.

Σε απόσπασμα του βιβλίου καταγράφονται «Βολιώτικαι αναμνήσεις» του Νικόλαου Γάτσου που είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Σημαία» το 1931, και έχουν καταγραφεί από τις εκδόσεις ΔΗΚΙ.

Εγραψε, λοιπόν, ο Νικόλαος Γάτσος: «Ησαν τότε τα ήθη απλά και απέριττα και οι πόθοι μας παιδικοί. Οι διδάσκαλοί μας και οι γονείς μας μας συνεβούλευον τότε εκτός των μαθημάτων να διαβάζωμεν την «Ευτέρπην», την «Χρυσαλλίδα», την «Πανδώραν», περιοδικά τα οποία έγραφαν ο Ραγκαβής, ο Καλλιγάς, ο Ευστάθιος Σίμος, ο Αγγελος Βλάχος και άλλοι μεγάλοι λόγιοι της εποχής εκείνης. Ησαν θαυμάσια περιοδικά με πλουσιωτάτην και ποικίλην ύλην, περιλαμβάνοντα τα τιμαλφέστερα των προϊόντων της παγκοσμίου πνευματικής παραγωγής.

Οταν επαίζαμε εις την παραλίαν οι διδάσκαλοι μας εδείκνυον μετά ιερού σεβασμού την Ελληνικήν Σημαίαν κυματίζουσαν εις τα ελλιμενισμένα υδραϊκά και σπετσιώτικα τρεχαντήρια. Μας εδείκνυον τούς βρακοφορούντας τότε ναύτας και μας έλεγαν σιγανή τη φωνή: «Να έτσι ήταν ντυμένος και ό Μιαούλης και ο Κανάρης και ο Παπανικολής και ο Σαχτούρης»».

 

Μαθητικά συσσίτια

Η ιστορία των μαθητικών συσσιτίων ξεκινά από τη δεκαετία του ’20, ενδεχομένως και παλαιότερα. Σε ζοφερές εποχές έσωσαν πολλά Ελληνόπουλα από την πείνα. Μεταπολεμικά, τα μαθητικά συσσίτια ξεκίνησαν και πάλι το 1946 και με διάφορες μορφές, τροποποιήσεις και παραλλαγές κράτησαν ως τα 1969 οπότε και καταργήθηκαν για να επανέλθουν, δυστυχώς , με τη μορφή «σχολικών γευμάτων», στην περίοδο των μνημονίων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλλεξε ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους Μαγνησίας, υπάρχουν τεκμήρια από το ’38 και εντεύθεν, που υπογραμμίζουν ότι διενεργούνταν μέσω της σχολικής επιτροπής. Τα μαθητικά συσσίτια διατηρήθηκαν και στην δεκαετία του ’40, στην περίοδο του πολέμου και την δεκαετία του ’50. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Μαγνησίας υπάρχει μητρώο συσσιτούντων μέχρι και το σχολικό έτος 67 – 68.

Το σιτηρέσιο περιελάμβανε ποικιλία τροφίμων όπως πλιγούρι, ρύζι, μακαρόνια, γάλα σε σκόνη κάποιες φορές, γάλα με κακάο, βούτυρο, μέλι, μαρμελάδα, ψητές πατάτες, μπακαλιάρος και άλλα. Τα παιδιά έτρωγαν πρωινό και μεσημεριανό, με την φροντίδα των σχολικών επιτροπών, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες, σε ορισμένα σχολεία βοηθούσαν και οι μητέρες στην παρασκευή του φαγητού.

Οι παλιότεροι θυμούνται επίσης την βοήθεια της ΟΥΝΡΑ την δεκαετία του ’40, σε μια δύσκολη περίοδο για την χώρα, που περιελάμβανε δέματα με τρόφιμα και ρουχισμό.

 

Κοντύλι και πένα

 Εντελώς διαφορετικές οι παλαιότερες εποχές, τότε που οι μαθητές είχαν ένα κοντύλι και μία πένα και ίσως στην καλύτερη περίπτωση ένα τετράδιο και τα βιβλία, καινούρια ή μεταχειρισμένα, που δανειζόντουσαν από άλλα παιδιά ή μεγαλύτερα αδέλφια.

Οι τάξεις δεν είχαν πάντα θέρμανση και φως, ειδικά στην περιφέρεια. Επικρατούσε κρύο, γι’ αυτό ο δάσκαλος ζητούσε από κάθε παιδί να φέρνει κάθε μέρα από ένα κούτσουρο σαν καυσόξυλο για να ζεσταθούν με τη φωτιά.

Οι μαθητές έπρεπε να βρίσκονται από πολύ νωρίς στο σχολείο και πολλές φορές καλούνταν να διανύσουν μεγάλη απόσταση περπατώντας, με καλές αλλά και δύσκολες καιρικές συνθήκες, βροχές και χιόνια. Και μην ξεχνάμε πως δεν είχανε όλα τα παιδιά παπούτσια και ζεστά ρούχα εκείνη την εποχή. Μάλιστα, μερικά παιδιά έβγαζαν τα παπούτσια και περπατούσαν όλη τη διαδρομή ως το σχολείο ξυπόλυτα, για να μην χαλάσουν το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια που διέθεταν, ώσπου να μεγαλώσει το πόδι τους και να αγοράσουν καινούρια.

  Τα σχολεία που έχουν επισκευαστεί εξ ολοκλήρου από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων είναι του Αγίου Βλασίου, του Κεραμιδίου, της Αργαλαστής και το Καρτάλειο Ζαγοράς (στέγη), ενώ τα σχολεία που επισκευάστηκαν από άλλους φορείς με μελέτες της ίδιας υπηρεσίας είναι του Αλμυρού, του Λαύκου, της Σούρπης και η Αχιλλοπούλειος Εμπορική Σχολή Τσαγκαράδας. Κάθε σχολείο έχει γράψει τη δική του ιστορία και τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του, αποτελούν δείγμα της εποχής του, υπενθυμίζοντας στους μεταγενέστερους εποχές που πέρασαν αλλά δεν λησμονήθηκαν 

Διατηρητέα μνημεία 

Σύμφυτα με την ιστορία πολλών αιώνων είναι δεκάδες παλιά σχολεία της περιοχής μας, που γαλούχησαν γενιές και γενιές μαθητών και αναπαλαιώθηκαν με πρωτοβουλία της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Εργων Θεσσαλίας, συνεχίζοντας τη διαδρομή τους στο χρόνο. Τα σχολικά κτίρια της Μαγνησίας που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα μνημεία, με πρωτοβουλία της αρμόδιας Εφορείας, αναδεικνύουν το ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χρώμα της κάθε εποχής και αναδίδουν έντονο άρωμα νοσταλγίας.

Το παλιότερο σχολείο της Μαγνησίας και κορυφαίο ιστορικό μνημείο είναι η Σχολή του Ρήγα στη Ζαγορά που ανάγεται στον 18ο αιώνα, είναι προγενέστερο του 1830, καθώς κτίστηκε το 1776, ενώ τα υπόλοιπα σχολεία έχουν κτιστεί από το 1860 και εντεύθεν.

Συγκεκριμένα έχουν κηρυχθεί διατηρητέα μνημεία: το σχολείο του Αγίου Βλασίου, το σχολαρχείο του Αγίου Γεωργίου Νηλείας, το παλιό Δημοτικό Σχολείο του Αγίου Γεωργίου Νηλείας, το παλιό Γυμνάσιο Αλμυρού, το Σχολαρχείο Ανω Γατζέας, το παλιό Παρθεναγωγείο Αργαλαστής, το Δημοτικό Σχολείο Ευξεινούπολης, το παλιό Παρθεναγωγείο Κεραμιδίου, το παλιό Δημοτικό Σχολείο Λαύκου, το Δημοτικό Σχολείο Νέας Αγχιάλου, το παλιό Δημοτικό Σχολείο «Μπούρτζι» της Σκιάθου, το Δημοτικό Σχολείο Σούρπης, η Αχιλλοπούλειος Εμπορική Σχολή Τσαγκαράδας, το Καρτάλειο Δημοτικό Σχολείο Τσαγκαράδας, η Νανοπούλειος Σχολή Τσαγκαράδας και το Κανισκέρειο Παρθεναγωγείο Μακρυρράχης.


Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Οδοιπορικό στους δρόμους της Νέας Ιωνίας του 1960: Οδός Χρήστου Λούλη



Της Βασιλείας Γιασιράνη- Κυρίτση
Λίγο πιο πέρα από το μεταξουργείο συνέχιζαν τα Τζαμαλιώτικα με τη μεγάλη κοινόχρηστη αυλή ώς την οδό Μαγνησίας. Μετά άρχιζαν τα Γερμανικά από κάτω και τα τετράγωνα Ζ πάνω από τη Χρ. Λούλη.
Αυτά ήταν ο πυρήνας του προσφυγικού συνοικισμού, αφού έγιναν το 1924 και ήταν τα πρώτα που στέγασαν τους ταλαιπωρημένους πρόσφυγες. Το κομμάτι αυτό του δρόμου είχε κάτι το ιδιαίτερο. Τα πολύ μικρά σπιτάκια-δωμάτια, με την ελάχιστη σχεδόν καθόλου αυλίτσα με τις γραφικές γλάστρες βασιλικού στο πεζοδρόμιο, με τον παλιό βαμμένο καναπέ και τα σκαμνάκια στην άκρη, τις γαργαλιστικές μικρασιάτικες μυρωδιές ήταν το πιο αγαπημένο. Χρ. Λούλη 34. Εδώ σταματούσα μεγάλη πια, στο γυμνάσιο, να δω από το παράθυρο του προσφυγικού τον κυρ-Παναγιώτη Κατσιρέλο, καθισμένο στο ντιβανάκι, πίσω από την πρόχειρη βιβλιοθήκη, σκυμμένο πάνω σε χαρτιά ανακατωμένα να γράφει και δίπλα του ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα. Πιο πέρα η κυρά Χαρίκλεια Κουρελά σκυμμένη στον νεροχύτη ήταν ανύπαρκτη. Μόνο η παρουσία της υπήρχε.
Σταματούσα περισσότερο από περιέργεια να δω αυτά που ζωγράφιζε και να πω τα χαιρετίσματα από τη νονά μου τη Βασιλεία Γεωργαλαδάκη, που ήταν φίλη του, να μιλήσουμε για τα σχέδιά μου να γίνω φιλόλογος, να πούμε για τους νέους ρυθμούς ζωής. Ο κυρ-Παναγιώτης ήταν ο πρώτος βραβευμένος λογοτέχνης της Νέας Ιωνίας. Γιος του Κων/νου και της Χάιδως, γεννημένος το 1915 στη Σμύρνη, ήλθε με την οικογένειά του στον Βόλο και εγκαταστάθηκε στο τετράγωνο Ζ. Μεγάλωσε στη μικρή καμαρούλα και μετά από πολλές αναζητήσεις έγινε τυπογράφος.
Δούλεψε στην εφημερίδα «Η Θεσσαλία» και από κει συνταξιοδοτήθηκε. Μετά άρχισε η δημιουργική περίοδος.
Παναγιώτης Κατσιρέλος
Χαρισματικός άνθρωπος, προικισμένος από τη φύση, κλειστός στον εαυτό του και στον κόσμο του, ελάχιστα κοινωνικός μέσα εκεί στο απομεινάρι των πρώτων εγκαταστάσεων των προσφύγων έγραφε συνέχεια. Έγραφε και έσβηνε. Αναθεωρούσε τη σκέψη του και επιχειρούσε πάλι με μια δεύτερη ματιά. Και έγραψε πολλά βιβλία. Η «στάση Μαυρομάτη» ήταν από τα πρώτα βιβλία που διάβασα μονορούφι κι ύστερα αναζητούσα και τα άλλα στη βιβλιοθήκη του Δήμου Νέας Ιωνίας. Τα βιβλία του ήταν η ζωντανή ιστορία της προσφυγιάς απλή και ανεπιτήδευτη, η αληθινή ιστορία της πρώτης δραματικής εγκατάστασης, ο αγώνας για την επιβίωση εκείνων των ανθρώπων…
Ευτυχώς τιμήθηκε από την Πολιτεία και από πολλούς μικρασιατικούς συλλόγους «εν ζωή», συγκινήθηκε, δάκρυσε, χάρηκε κρυφά, όσο και αν απέφευγε τη δημοσιότητα και τα χειροκροτήματα. Έφυγε το 2007 από κείνη την καμαρούλα, το άντρο του και η απανεμιά του.
Απέναντι από το προσφυγικό του Κατσιρέλου ήταν το σπίτι του Κων/νου και της Δέσποινας Σαρόγλου από τα Θείρα της Μ. Ασίας. Είχε τρία αγόρια και μια κόρη. Από τα αγόρια ο Ιωάννης είχε καφενείο στην οδό Χαλκηδόνος, μετέπειτα Λ. Ειρήνης και ήταν μέλος του Δ.Σ. της ΝΙΚΗΣ.
Οικογένεια Παν. Κατσιρέλου
Ο Αντώνιος ανήκε στον δημοκρατικό στρατό, τραυματίστηκε στο πόδι του, το έχασε και έμεινε ανάπηρος. Εξελέγη με τον συνδυασμό του Νικολάου Νικολόπουλου στις εκλογές της 17ης Οκτωβρίου 1982 δεύτερος τακτικός με ψήφους 231 και αργότερα με δήμαρχο τον Στέφανο Φούσκη στην πρώτη τετραετία, στις 14 Οκτωβρίου 1990 εξελέγη πάλι. Ήταν «σεβαστός φίλος, αγωνιστής, φίλος του περιβάλλοντος, Αριστερός στον τρόπο ζωής – όχι στα λόγια – ο ριζοσπάστης, ο ειλικρινής, ένας από όλους εκείνους που θέλουν τον κόσμο καλύτερο, δίκαιο σύγχρονο…».
Στο δεύτερο προσφυγικό από την πλευρά της εκκλησίας έμενε ο Χαράλαμπος Μυτιληναίος που είχε αδελφό του τον Γιώργο, φορτοεκφορτωτές και οι δυο από τα Βουρλά γι’ αυτό ήταν γνωστοί ως Βουρλιώτες. Ο Χαράλαμπος, γεννημένος το 1903, ξεκίνησε με ένα μικρό καΐκι στην αρχή, όταν ήρθε στον Βόλο να κάνει μεταφορές.
Μετά μπήκε στο σωματείο των Αγιωργητών και παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Παντρεύτηκε τη Μαρία από τη Σμύρνη και απόκτησε τέσσερα παιδιά: Τους Φραντζέσκο, Ελένη, Χρήστο και Ευαγγελία. Ο ένας του γιος, ο Φραντζέσκος, γεννήθηκε το 1933 στη Νέα Ιωνία. Με τις λιγοστές γραμματικές γνώσεις πήγε ένα χρόνο στο εργοστάσιο στου Μπουκουβάλα και μετά συνέχισε το νυχτερινό. Αρχικά δούλεψε σαν φανοποιός για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια και μετά εργάστηκε στο σωματείο Αγιωργητών ως επόπτης. Παντρεύτηκε την Ελένη από το Εγγλεζονήσι και είχε μια κόρη τη Μαρία. Η δουλειά στο σωματείο ήταν κουραστική. Ξεκινούσε από τις 7 το πρωί, σταματούσε λίγο το μεσημέρι και συνέχιζε ώς αργά το απόγευμα. Πέρασαν πολλά χρόνια για να γίνει το ωράριό τους 7 με 2. Δύσκολες συνθήκες εργασίας. Φόρτωναν τσουβάλια με αλάτι, θειάφι, σιτάρι, καλαμπόκια, λάδι και πολλές φορές γύριζε σπίτι πληγωμένος στην πλάτη και με μάτια που έτσουζαν από το θειάφι.
Περνώντας απέναντι, στη γωνία ακριβώς του δρόμου, ήταν το σπίτι της οικογένειας του Χρήστου και της Πολίνας Κορωναίου. Τέσσερα ήταν τα παιδιά τους: Ο Βαγγέλης, ο Γιώργος, ο Δημήτρης και ο Σπύρος. Ο Γιώργος ήταν ποδοσφαιριστής της ΝΙΚΗΣ και ασπριτζής, γνωστός με το παρατσούκλι «γκαλού». Παντρεύτηκε τη Χρύσα Μαντζαρίνου, κόρη της Μαρίτσας και του Βαγγέλη, που είχε καφενείο δίπλα από το κρεοπωλείο του Κοκόλη (σύμφωνα με άλλη πηγή παντρεύτηκε την κόρη του Γιαννόπουλου που είχε εστιατόριο δίπλα από το καθαριστήριο του Τάσου Μανιατάκη).
Λιλή Μακαρωνά αριστερά, στη Ν. Ιωνία, 1950
Δίπλα ήταν το ψιλικατζίδικο του Κων/νου Ψαριανού από τη Σμύρνη και της κυρίας Άρτεμης. Ήταν στενόμακρο με ξύλινο πάτωμα και δυο μεγάλες ξύλινες βιτρίνες γεμάτες κουμπιά, μολινέδες, καρούλια, μασουράκια, μπομπίνες όλων των χρωμάτων, παραμάνες, βελόνες ραψίματος, βελόνες πλεξίματος και πάνω στα ράφια του βόρειου τοίχου μαλλιά πλεξίματος όλων των χρωμάτων, όλων των εργοστασίων…
Η ταμπέλα πάνω από την είσοδο έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα «ψιλικά Κων/νος Ψαριανός». Ο Κων/νος, ψηλός, ευγενικός, αβάρετος, είχε το χάρισμα της επικοινωνίας, ιδιαίτερα με τις γυναίκες που συναναστρεφόταν λόγω επαγγέλματος, και πάντα έβρισκε τρόπο να εξυπηρετήσει την πελάτισσα, να μη φύγει με άδεια χέρια από το μαγαζί του. Αργότερα το ίδιο αποδείχθηκε και ο ένας γιος του Νίκος, ο οποίος ανέλαβε με τη γυναίκα του τη Δέσποινα, το μικρό μαγαζάκι μεγάλωσε, έγινε καλαίσθητο, γέμισε με περισσότερα πράγματα και άντεξε. Το κράτησαν μέχρι το 2018, όταν συνταξιοδοτήθηκαν για να ακολουθήσουν την κόρη τους Άρτεμη στην Αμερική. Ο Νίκος είχε και δυο αδελφές. Τη μία την έλεγαν Ελπίδα… και ήταν καθηγήτρια Αγγλικών.
Δεύτερος δεξιά Χαρ. Μυτιληναίος
Λίγο πιο πέρα ήταν το προσφυγικό της οικογένειας Νικολάου και Φανής Μακαρωνά από τη Μαγνησία της Μ. Ασίας.
Ο Νίκος, δραστήριο άτομο, μετείχε στη σχολική εφορεία των νέων σχολείων το 1933 και μέλος της Επιτροπής Ανεγέρσεως του ναού της Ευαγγελίστριας από το 1947 μέχρι το 1962, αλλά και επίτροπος του ναού από το 1949 ώς το 1966. Η Φανή ήταν πρόσχαρη, χαμηλών τόνων, γλυκύτατη και ευγενική. Από τον γάμο της είχε αποκτήσει την Αμαλία, τη Βασιλική, τη Λήδα (Λιλή), τον Βύρωνα και τον Μιχαήλ, γεννημένα όλα στη Μαγνησία. Την κυρία Φανή τη γνώρισα καλά, όταν πήγαινα στο σπίτι της να πάρω τη φίλη, συμμαθήτριά μου και εγγονή της Καίτη Μπαλή. Η μικρή αυλή με τα κάγκελα ήταν γεμάτη λουλούδια. Γλάστρες μικρές και μεγάλες πάνω σε τρίποδα ή και κάτω στόλιζαν τον χώρο. Μπαίνοντας από την κύρια είσοδο στο πρώτο δωμάτιο υπήρχε ένα σκαλιστό σερβάν στον τοίχο γεμάτο με ωραία παλιά αντικείμενα, ανθοδοχεία και παλιές φωτογραφίες, δυο ανθοστήλες στις γωνίες στολισμένες με πλεκτά ένα μικρό τραπεζάκι σαλονάκι με τις βελούδινες μικρές καρέκλες, στο μεγάλο παράθυρο μια πλεκτή διάφανη κουρτίνα με κόκκινο ριχτάρι και από την άλλη πλευρά του δωματίου προς τον βόρειο τοίχο ένα μπαουλοντίβανο με σκαλιστή πλάτη και βιτρίνα. Μαξιλάρια μικρά, μαξιλαράκια βελούδινα, κεντημένα, έργα χειροποίητα τοποθετημένα με σειρά και με τάξη στόλιζαν το ντιβάνι και έδειχναν την αξιοσύνη της. Στην ανοιχτή είσοδο που οδηγούσε στα μέσα δωμάτια κρεμόταν μια βελούδινη κουρτίνα με δυο φύλλα, μάλλον σκούρου κόκκινου χρώματος με φουντίτσες μικρές και άνοιγε μια θέα με ρούχα κρεμασμένα και ένα μπαούλο στην άκρη. Πιο πέρα η μικρή κουζίνα και έξω στην πλακόστρωτη αυλή η τουλούμπα και λουλούδια… πολλά λουλούδια σε ωραίες γλάστρες, γυάλινες ζαρντινιέρες και μεράκι…
Aμαλία Μπαλή στο πατρικό της με την κόρη της
Η Αμαλία έγινε σύζυγος του Γεωργίου Μπαλή, γνωστού ξυλογλύπτη, μετέπειτα δημάρχου, η Λιλή ήταν υπάλληλος περιθάλψεως, ο άνθρωπος που «έτρεχε για τα προβλήματα» της Ευαγγελίστριας και η πρώτη μαγείρισσα στο Σπίτι Γαλήνης για τους φτωχούς της ενορίας. Ανύπαντρη, αφιέρωσε τη ζωή της στην αγαθοεργία.
Καλοντυμένη, ευγενική, αγαπούσε πολύ την ανιψιά της και μαζί αγαπούσε και μένα με κείνο το ενδιαφέρον που δεν είναι πρόσθετο, αλλά αληθινό. Ο Βύρωνας και ο Μιχαήλ ήταν «αλευροπώλαι» και μετά εξελίχθηκαν σε σπουδαίους επιχειρηματίες. Το προσφυγικό το κληρονόμησε ο γιος της Αμαλίας Μάκης Μπαλής, βουλευτής, και το πούλησε με ενδεικτική τιμή, σχεδόν το χάρισε στους Ίωνες, πριν μερικά χρόνια για πολιτιστική εστία.
Πηγές: Προσωπικές μαρτυρίες, Γιάννη Κονταξή, Φιλιώς Φιλοσόγλου, Μανώλη Παρασκευά, Καίτης Μπαλή, Δημήτρη Βαλκαμελή, Ημερολόγιο 2014 «Μικρασιάτες Φορτοεκφορτωτές και συσκευαστές ξηράς» Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών «Το Εγγλεζονήσι», Δ. Κωνσταντάρα-Σταθαρά «Συναξάρι των πρώτων οικιστών της Ν. Ι από το 1924», 2013. Δ. Κωνσταντάρα-Σταθαρά «Το χρονικό της Ν. Ιωνίας, 1994» περ. Μαγνησία, Τ.9, 2007,thessalia

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Οδοιπορικό στους δρόμους της Νέας Ιωνίας του 1960 – Οδός Χρήστου Λούλη




Οικογένεια Μωράκη με φίλες
Η Χρ. Λούλη άρχιζε από την Αναπαύσεως και κατέληγε στην οδό Γανοχώρας στο Κουφόβουνο. Το αρχικό της όνομα ήταν οδός Μιλήτου και ήταν από τους πρώτους ιστορικούς δρόμους της Νέας Ιωνίας (κτηματολόγιο 1927). Όμως, μόλις η Νέα Ιωνία έγινε Δήμος με πρώτο δήμαρχο τον Ευάγγελο Καραμπατζάκη στις 6 Αυγούστου του 1947, μετονομάστηκε σε Χρήστου Λούλη προς τιμήν του ανθρώπου που κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την ίδρυση και την ανέγερση του προσφυγικού συνοικισμού. Που βοήθησε με το ενδιαφέρον του και την οικονομική του δυνατότητα, ως αλευροβιομήχανος, χιλιάδες πρόσφυγες, οι οποίοι ευλογούσαν το όνομά του, αλλά που είχε τραγικό τέλος: Παρασύρθηκε από το τραμ και σκοτώθηκε στις 8 Απριλίου του 1935, λίγα χρόνια μετά τον χαμό της Κατίνας και του παιδιού τους.
Μετά την αλάνα, στη Νικομηδείας, έμενε η κυρά Σμαραγδή Λάσκαρη από τη Μακρινίτσα. Είχε αγοράσει το σπίτι από τον Καλαφάτη το 1942 και έμενε με τον άντρα της Κώστα που ήταν οικοδόμος, από την Αστρίτσα Καρδίτσας.
Καλοσυνάτη φυσιογνωμία, λίγο χοντρούλα και κοντούλα, με μια ριγωτή ποδιά στη μέση που μαγείρευε σε πετρόκτιστη φουφού, έπλενε έξω στη μεγάλη αυλή τα ρούχα της και είχε ένα γλυκό κοριτσάκι πάντα κοντά της, τη Βαγγελίτσα. Το σπίτι πουλήθηκε μετά το 1970.


Στη γωνία του μαντρότοιχου ήταν ένα δέντρο και στην άλλη πλευρά ήταν μια τουλούμπα που έβγαζε καθαρό νερό και χυνόταν σε μια λεκάνη από μωσαϊκό με πιτσιλωτά χρώματα. Ακούγοντας τον ήχο της τουλούμπας και τη συχνότητα καταλάβαινες τι έκανε. Απείραγος άνθρωπος και μοναχικός. Πιο πέρα, στην άλλη πλευρά του δρόμου, ήταν το σπίτι του Γιάννη Μωράκη του Αντωνίου από το Εγγλεζονήσι. Παντρεμένος με την Ευθυμία Τζανή, κόρη του Κωνσταντίνου από το Κουρί της Νικομήδειας, είχε τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια. Μπορούσε όμως να τα ζήσει γιατί ήταν ηλεκτρολόγος σε τεχνική εταιρεία και έπαιρνε μόνιμα λεφτά.
Το σπίτι ήταν δύο με τρία δωμάτια, αλλά η αυλή του τραβούσε την προσοχή. Είχε μεγάλα στρογγυλά, τρίγωνα και τετράγωνα παρτέρια με λουλούδια, τριανταφυλλιές με όλα τα χρώματα, ιδιαίτερα εκατόφυλλες που ευωδίαζαν, κρινάκια, δακράκια και στον πάνω τοίχο θάμνο με δεντρολίβανο (υπάρχει ακόμη). Όλα αυτά έργα του Γιάννη που ήταν μερακλής, έπιαναν τα χέρια του σε πολλά πράγματα και έβρισκε πάντα χρόνο για τον κήπο, αλλά και για επιδιορθώσεις του σπιτιού. Η Ευθυμία με επτά παιδιά τι να προλάβει… για άλλα.
Οικογένεια Φιλοσόγλου
Τα κοριτσάκια η Ελένη (σύζυγος του γνωστού δερματέμπορου Γιάννη Παπαγιαννάκου), η Κατερίνα (σύζυγος του μαραγκού Εμμανουήλ Τσατσάκου), η Χρυσούλα (σύζυγος του διευθυντή ΙΚΑ Αθηνών, Γ. Πολιτάκη) και η Μάρω (σύζυγος του επίσης δερματέμπορου Β. Μπαντή) έβγαιναν πολύ συχνά στην απέναντι αλάνα (σήμερα ιδιωτικός χώρος Κουτσορίζου), έβγαιναν μερικές φορές και τα μεγαλύτερα αγόρια ο Αποστόλης, ο Κώστας και ο Αντώνης, τα παιδιά του πίσω σπιτιού, η Βαρβάρα και ο Αποστόλης, πηγαίναμε και εμείς η ομάδα της Αναπαύσεως και η παρέα μεγάλωνε, οι φωνές δυνάμωναν, τα ντενεκάκια θορυβούσαν στο σπρώξιμο με τις πέτρες και η χαρά κυριαρχούσε στην κατάξερη αλάνα. Μόνο στην άκρη είχε κάτι πικραγγουριές που ανέβαιναν στον τοίχο. Ο Αντώνης έφυγε μικρός για την Αθήνα, ενώ τα άλλα αγόρια έμειναν στον Βόλο. Πέρασαν πολλά χρόνια και η αυλή στα χέρια του γιου Αποστόλη και της γυναίκας του Ελένης που μένουν στο σπίτι σχεδόν παραμένει ίδια, περιποιημένη και με λουλούδια.
Διαγωνίως από το σπίτι του Μωράκη ήταν άλλο ένα γνωστό σπίτι, του Α. Δανιήλ από τα Θείρα. Αυτός είχε το καφενείο δίπλα από το μαγαζί του Μαγουλά στον Φαρδύ και η γυναίκα του η Γεωργία ήταν μοδίστρα μαζί με τη μεγαλύτερη κόρη τη Μαρίκα. Η μικρότερη κόρη, η Ελένη (Νίτσα), σχεδόν ίδιας ηλικίας έπαιζε μαζί μας. Το σπιτάκι τους δεν είχε καθόλου σχεδόν αυλή, ήταν καθαρό και το παράθυρο της Χρ. Λούλη πάντα ανοικτό. Τις έβλεπα όταν περνούσα με τη γιαγιά Αμερσώ, πίσω από τη διάφανη κουρτίνα να ράβουν σκυμμένες πάνω στα ρούχα, τις χαιρετούσαμε εγκάρδια λόγω κοινής καταγωγής και συνεχίζαμε τον δρόμο μας.
Μετά άρχιζε η αλάνα του φούρνου του Φιλοσόγλου. Από τη Χρ. Λούλη μέχρι τη Μαιάνδρου ήταν αλάνα γεμάτη κάπαρες, η οποία συνεχιζόταν και από την κάτω πλευρά μέχρι την Ευζώνων όπου ήταν το σπίτι του καραβοκύρη Εγγλεζονησιώτη Παναγιώτη Κωνσταντίνου, του επονομαζόμενου Μπουγά, γιατί ήταν πολύ δυνατός, γεροδεμένος και δεν κουραζόταν από τη δουλειά του, σαν τα αρσενικά βόδια.
Στη μέση του χώρου υπήρχε, μέχρι το 1956 περίπου, ένα πηγάδι με το μαγγάνι του που έπινε η γειτονιά των Γερμανικών νερό. Ενώ υπήρχε και ένα άλλο πηγάδι, πίσω από τον φούρνο, αυτό όμως ήταν κλειστό, σκεπασμένο με τσίγκους όπου έλεγαν ότι ήταν γεμάτο από όπλα, τα οποία έριξαν όσοι είχαν μετά τον εμφύλιο και δεν τα παρέδωσαν στην αστυνομία. Ο φούρνος του Γιάννη Φιλοσόγλου, ένας από τα παιδιά του Ιορδάνη από το Ικόνιο και της συμπατριώτισσας Ελισάβετ Κασαρτζίδη, ήταν σημείο αναφοράς στη γειτονιά μας και ο πιο κοντινός.
Τον αγόρασε τον Ιούνιο του 1954 από τον Ιορδάνη Πολατίδη ή Πολάτογλου όταν αυτός αποφάσισε να τον πουλήσει, αλλά τον δούλευαν όλοι. Είχε μεγάλη ιστορία και υπήρχε από το 1926, όταν τον είχε ο Χαράλαμπος Πολάτογλου, ο οποίος είχε γράψει με δικά του γράμματα «Αρτοποιείον Χ. Πολάτογλου». Είχε μια ξύλινη πόρτα και πάνω έναν γυάλινο φεγγίτη. Το παράθυρο δεν είχε παντζούρια, αλλά σιδερένιες βέργες κάθετες και οριζόντιες και πλακόστρωτο δάπεδο. Το 1930 η δουλειά πήγαινε καλά, το παράθυρο αντικαταστάθηκε, μεγάλωσε με τετράγωνα τελάρα και τζάμια να φωτίζει το εσωτερικό του. Το κλήμα απ’ έξω μεγάλωσε και έφτιαξε κρεβατιά που ίσκιωνε. Ωστόσο, το 1934 ήρθε στα χέρια του Ιορδάνη Πολατίδη, ο οποίος πάλι τον επισκεύασε, τον έντυσε εξωτερικά με πέτρα, έβαλε τσίγκινη σκεπή και κρέμασε πάνω από το υπέρθυρο τη μεγάλη μακρόστενη ταμπέλα που έγραφε: «ΠΡΑΤΗΡΙΟΝ ΙΟΡΔ. Χ. ΠΟΛΑΤΙΔΗ».
Φούρνος
Μετά το 1954 δεξιά της εισόδου είχε ένα υπόστεγο όπου έβαζαν τα ξύλα και πάνω από την είσοδο η ταμπέλα έγραφε «Αρτοποιείον Ιορδ. Φιλοσόγλου». Δεξιά της εισόδου η κληματαριά ίσκιωνε ακόμη τον χώρο και δρόσιζε κάποιες φορές τους εργάτες που μετέφεραν τα σακιά με το αλεύρι και τα ξύλα για τον φούρνο. Εκεί έφτιαχναν λαχταριστό ψωμί που το ζύμωναν με τα χέρια και αργότερα πήραν ζυμωτήρι και έκαναν σταφιδόψωμο και παξιμαδάκια για τα μικρά παιδιά. Αρχικά, ο χώρος ήταν μικρός και πάνω στον μεγάλο ξύλινο πάγκο ακουμπούσαν οι νοικοκυρές τα ταψιά με τα μυρωδάτα φαγητά, τις λαμαρίνες με τα κουλουράκια και τους κουραμπιέδες και όταν ήθελε ο Γιάννης να κερδίσει χώρο, τα ψημένα φαγητά τα έβαζε στον μικρό πάγκο μπροστά στο παράθυρο.
Τον λειτούργησε μέχρι τον Μάιο του 1964 και λίγους μήνες αργότερα πήρε την άδεια ανακαινίσεως, διαρρυθμίσεως και επεκτάσεως του μηχανοκίνητου αρτοποιείου. Το 1958 όταν ο Ιορδάνης Φιλοσόγλου πέθανε, τα αδέλφια Χρίστος, Γιώργος και Χαράλαμπος ανέλαβαν τους φούρνους της οδού Βυζαντίου και της οδού Μ. Αλεξάνδρου με Αϊδινίου, τα οποία έκαναν έναν συνεταιρισμό. Κάποια εποχή, ωστόσο η εταιρεία τους διαλύθηκε και ο καθένας άνοιξε δικό του φούρνο. Η ζωή είχε πισωγυρίσματα, έκανε κύκλους και το 1975 ο φούρνος ξαναγύρισε στον Χαράλαμπο που τον δούλευε από παλιά με αγάπη, ο οποίος κρατούσε τον φούρνο της οδού Βυζαντίου, από το 1966 είχε παντρευτεί τη Φιλίτσα Ψαριανού και είχε αποκτήσει τον Ιορδάνη και τον Κυριάκο. Η Φιλίτσα, Νικομηδιώτισσα, ήταν άξια σύζυγος, μητέρα και συνεργάτιδα του Χαράλαμπου βρέθηκε πάλι στη γειτονιά της, στα λημέρια της, κράτησε τον φούρνο της οδού Αϊδινίου από τότε και τον κρατάει ακόμη με όλες της τις αντοχές και τα χρόνια που τη βαραίνουν. Ήταν πάντα πρόθυμη, χαμογελαστή, περιποιητική, κρατούσε μέσα της όσα άκουγε από τους πελάτες, δεν σχολίαζε και κοιτούσε το καλύτερο για τη γειτονιά της. Λίγες αλλαγές έχουν γίνει εμφανισιακά. Βέβαια τώρα δεν ψήνει ψωμιά και φαγητά, παραμένει σαν πρατήριο με ψωμιά από τους άλλους φούρνους και μουσειακός χώρος της παλιάς εκείνης εποχής…
Κάπου εκεί κοντά στην είσοδο του φούρνου μετά τους σεισμούς του 1955 που οι κάτοικοι της Νέας Ιωνίας πήραν δάνεια, κτίστηκε ένα σπίτι με τούβλα, ασοβάντιστο, αντισεισμικό. Όμως, αυτό το σπίτι έδωσε αφορμές αργότερα γύρω στο 1976 για πολλά σχόλια στον τοπικό Τύπο, αλλά και σε όλη τη Νέα Ιωνία και τον Βόλο. Στο σπίτι έμενε ένα ζευγάρι, δάσκαλος ο μπαμπάς, που είχε δυο παιδιά: Την Αντιγόνη και τον Αντώνη. Μοναχικοί άνθρωποι, δεν έκαναν πολλές εμφανίσεις, αλλά και δεν απασχολούσαν κανέναν. Ζούσαν με τον δικό τους τρόπο, με κλειστά παράθυρα και σκοτεινά παντού. Ο Αντώνης έγινε δάσκαλος, αλλά δεν δούλεψε. Διορίστηκε σε ένα σχολείο, αλλά έφυγε και έμεναν όλοι εκεί.
Φούρνος, 1930
Κάποια στιγμή όμως, οι γονείς πέθαναν, αλλά συνεχιζόταν ο ίδιος τρόπος απομόνωσης των αδελφών. Επειδή, όμως, οι γειτονιές είχαν άλλη εικόνα, άλλες συνήθειες, επειδή οι άνθρωποι νοιάζονταν για τον διπλανό τους, έβλεπαν πως τα αδέλφια δεν έδιναν πολλά σημεία ζωής, ούτε ακόμη και ο αδελφός έβγαινε να ψωνίσει και να αμπαρωθεί πάλι μέσα στο ησυχαστήριό τους. Τα παράθυρα και η πόρτα παρέμεναν ερμητικά κλειστές και χωρίς ένδειξη ζωής στο εσωτερικό του. Η αστυνομία ειδοποιήθηκε και ήρθε με τον εισαγγελέα. Η μικρή Νέα Ιωνία ξαφνικά έγινε μεγάλη. Η περιοχή των προσφυγικών της περιοχής των Γερμανικών έγινε πολύβουη και οι φωνές ανεξέλεγκτες, ακράτητες. Η πόρτα έσπασε και φάνηκε το «μεγαλείο» της ανθρώπινης παρανόησης, του παρανοϊκού ανθρώπινου μυαλού. Εφημερίδες κάτω στο πάτωμα, παντού εφημερίδες σκόρπιες για κρεβάτια και σκεπάσματα και δυο μορφές ζόμπι, ιδιαίτερα η γυναικεία, με μακριά λυτά μπερδεμένα μαλλιά, άγριο βλέμμα, πελώρια γαμψά νύχια, ντυμένη στα κουρέλια σαν άγριο θηρίο να τιθασεύεται από τους ειδικούς υπαλλήλους της πρόνοιας… Η δυστυχία σε όλο της το μεγαλείο… Ο αδελφός, την είχε δεμένη, περιορισμένη, χωρίς οντότητα, με το σαλεμένο μυαλό της.
Η εικόνα αυτή μεταφέρθηκε στους κατοίκους, την άκουσαν τα παιδιά και την έκαναν παραμύθι. Την Αντιγόνη την έκαναν άγρια κακιά μάγισσα που έπαιρνε τα παιδιά που πλησίαζαν στον φούρνο και τα έκρυβε στο υπόστεγο. Έβλεπαν να τα ξεσχίζει με τα μεγάλα νύχια της και για καιρό κανένα δεν πλησίαζε. Οι γείτονες για καιρό δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν αυτό που είχαν δει. Και η ζωή τους συνεχίστηκε ίδια, ζωώδης, μέχρι τον θάνατό τους.
Πηγές: Προσωπικές μαρτυρίες Λίτσας Καϊκλή, Ελένης Παπαγιανάκου, Φιλίτσας Φιλοσόγλου, Δημητρίου Μπουμπουλίδη, Δ. Κωνσταντάρα-Σταθαρά «Συναξάρι των πρώτων οικιστών της Ν. Ι. από το 1924», 2013, Β. Γιασιράνη-Κυρίτση «Ιστορίες ζωής και θανάτου στο νεκροταφείο του Βόλου» έκδοση 2019, Β. Γιασιράνη-Κυρίτση «Από τον παππού στον εγγονό» 2011,e-thessalia.gr