Οι Παλαιοί Πρόσκοποι του 58ου Σ.Ν/Π Βόλου έκαναν και φέτος την Πασχαλινή Καλή τους Πράξη, αυτή τη φορά επισκεπτόμενοι το Σουρλίγκειο Ίδρυμα (Γηροκομείο) της Μητρόπολης Δημητριάδος και Αλμυρού, που βρίσκεται στα Κανάλια. Το Γηροκομείο ιδρύθηκε το 1998 επί Μητροπολίτου Χριστοδούλου και το 2001 επί Μητροπολίτου Ιγνατίου θεμελιώθηκε το σημερινό τριώροφο κτήριο με υπόγειο. Οραματιστής και πρωτεργάτης αυτού του σπουδαίου έργου ήταν ο αείμνηστος φιλόλογος και θεολόγος Αθανάσιος Γκαβαρδίνας, ο οποίος ξεκίνησε την λειτουργία του Ιδρύματος ως στέγη φιλοξενίας ατόμων τρίτης ηλικίας αξιοποιώντας την χρηματική δωρεά της αείμνηστης Μαρίας Μανέα-Σουρλίγκα στη μνήμη του αδελφού της Απόστολου Σουρλίγκα. Το Ίδρυμα φιλοξενεί αυτή την περίοδο 30 ηλικιωμένους, άντρες και γυναίκες στις εγκαταστάσεις που ολοκληρώνονται σταδιακά. Ο υπεύθυνος κ. Ιωάννης Μόσχος ενημέρωσε τους παλαιούς προσκόπους σχετικά με την λειτουργία του Ιδρύματος, ενώ στη συνέχεια οι επισκέπτες συνομίλησαν με τις γερόντισσες και τους γέροντες και υποσχέθηκαν ότι θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον της Ένωσής τους για το έργο του Ιδρύματος. «Φύγαμε χαρούμενοι γιατί για μία ακόμη φορά αξιωθήκαμε να κάνουμε Πράξη την προσκοπική μας Υπόσχεση και τον Νόμο των Προσκόπων, προσφέροντας και παίρνοντας Αγάπη», τόνισαν οι εκπρόσωποι των Παλαιών Προσκόπων.
Το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου οργανώνει ανοικτή εκδήλωση με ομιλητή τον Δημήτρη Τσιλιβίδη, δρ. θεολογίας, ερευνητή-συγγραφέα, ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα «Γυναίκες του Βόλου στον Πόλεμο και την Κατοχή. Πνευματική ζωή και ψυχαγωγία στην πόλη».
Συνδιοργανωτές της εκδήλωσης, η οποία θα πραγματοποιηθεί την προσεχή Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα της Λαϊκής Βιβλιοθήκης, είναι το τοπικό τμήμα του Ερυθρού Σταυρού, η Λαϊκή Βιβλιοθήκη Δαμιανού Κυριαζή και το Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού Βόλου. O Tσιλιβίδης ως φορέας μνήμης αναζητά να γεφυρώσει τις γενιές. Επιχειρεί να αποτυπώσει τις μνήμες των κατοίκων στον χώρο, την εποχή αυτή. Ανησυχεί μήπως περάσουν στη λήθη και εκφράζει ζωντανά τις εμπειρίες του ξαναχτίζοντας την εποχή του. Η ομιλία του θα επικεντρωθεί στα εξής σημεία: Προσωπικά του βιώματα και άγνωστες μέχρι σήμερα τραγικές πτυχές της περιόδου εκείνης, πληροφορίες βασισμένες σε τεκμηριωμένες αρχειακές πηγές, θα προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία στην ιστορία του τόπου μας. Η πόλη του Βόλου έζησε κάτω από απερίγραπτες σε πόνο και θάνατο καταστάσεις στην περίοδο αυτή. Όσο ο Πόλεμος μαινόταν και αργότερα στις μαύρες μέρες της Κατοχής, πολλές Βολιώτισσες επώνυμες και ανώνυμες «βρήκαν τη δύναμη να ξεπεράσουν τις ατομικές, οικογενειακές και συγκυριακές αδυναμίες και να καταθέσουν τη μαρτυρία τους στον αγώνα των μετόπισθεν». Μελετά παραδείγματα αυτών των γυναικών και τα παρουσιάζει. Και είναι ολόκληρη στρατιά τέτοιων γυναικών, που πρόσφερε τις σωματικές, υλικές, πνευματικές, ηθικές δυνάμεις της, με όποιο τρόπο μπορούσε.
Ήταν ένας αγώνας που βοηθούσε ουσιαστικά τον πρώτο, αλλά για τους πολλούς έχει αξιολογηθεί ως αγώνας δεύτερος. Αυτόν τον αγώνα θα ζωντανέψει με την ομιλία του ο Τσιλιβίδης αναφερόμενος σε γυναίκες του Βόλου, νεαρά τότε κορίτσια και μεγαλύτερες στην ηλικία γυναίκες, που είτε ανήκαν σε κοινωνικές συσσωματώσεις είτε όχι, αψήφησαν τα πάντα και στρατεύτηκαν στον υπέρ των πάντων αγώνα. Το μαρτυρολόγιο πολλών από αυτών των γυναικών το επιβεβαιώνει περίτρανα. Από την άλλη πλευρά, δίνει με ζωντανά παραδείγματα την αξία που έχει πάντα η δύναμη του πνεύματος και του πολιτισμού να αφυπνίζει, να ευαισθητοποιεί, να ψυχώνει και να απαλύνει κάθε τι τραγικό. Άνδρες και γυναίκες, προσωπικότητες του Βόλου με πνευματικά ενδιαφέροντα συσπειρώνονται και δημιουργούν εστίες πνευματικές και καλλιτεχνικές. Με μια απίστευτη, για την εποχή, δυναμική προσφέρουν μέσα από την καλλιέργεια και τον πολιτισμό λύτρωση και φως στον χειμαζόμενο πληθυσμό. Εστίες που λειτουργούν ως μυστικό κέντρο αντίστασης ενάντια στη βία. Η ομιλία θα υποστηριχθεί από προβαλλόμενο φωτογραφικό υλικό.
Ένα μεγάλο αφιέρωμα στους Βολιώτες χιονοδρόμους που πολέμησαν στο Μέτωπο, έγινε από την ηλεκτρονική «Μαγνησία στο Πέρασμα του Χρόνου».
Οι διαχειριστές της σελίδας στα κοινωνικά δίκτυα παρουσιάζουν φωτογραφίες , αποσπάσματα από εκδόσεις και τεκμηριωμένα αρχεία. Όλο το υλικό που παρουσιάζεται είναι από την Μαγνησία στο πέρασμα του Χρόνου που συμβάλει καθοριστικά και πολυεπίπεδα στην διατήρηση της ιστορικής μνήμης και τον πολιτισμό:
Στους πρώτους μήνες των πολεμικών επιχειρήσεων του 1940 εκδίδεται διαταγή με την οποία ανακοινώνεται η ίδρυση Τάγματος Χιονοδρόμων στα τέλη του έτους. Ζητείται από τα τμήματα του Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου να το στελεχώσουν με τρεις λόχους, ο πρώτος από χιονοδρόμους και οι άλλοι δύο από 200 στρατιώτες εμπειροπόλεμους από ορεινές επιχειρήσεις Ευζωνικούς Λόχους. Πάνω από 25 Βολιώτες χιονοδρόμοι κατατάσσονται στο 1ο τάγμα χιονοδρόμων.
Η πρώτη φωτογραφία δείχνει κάποιους από αυτούς πριν φύγουν για το μέτωπο. Είναι ο Γιώργος Νικολούτσος δεύτερος από αριστερά , και ο Πλούτων Λογγίδης πρώτος δεξιά που πάνε για το Τάγμα των Χιονοδρόμων. Τους άλλους δύο δεν τους ξέρουμε. (Αρχείο Θ. Νικολούτσου) Τις περισσότερες πληροφορίες για τη δράση του τάγματος έχουμε κοντά στο τέλος του πολέμου. Στη μάχη στο όρος Κάμια στις 4-5 Απριλίου 1941, «οι χιονοδρόμοι εχρησίμευσαν ως σύνδεσμοι μεταξύ των προκεχωρημένων τμημάτων αποσπάσαντες την ευαρέσκιαν των ανωτέρων τους για το θάρρος, την προθυμείαν και την ταχεία εκτέλεση των αποστολών. Επίσης ως τραυματιοφορείς, με την χρήση ελκύθρων μετέφεραν ταχέως τους τραυματίας εις τους Σταθμούς Επιδέσεως.» λέει ο Λοχαγός Εμμ. Μπαμιέρος στο [1].
Βολιώτες φεύγουν για το μέτωπο. Ειναι ο Γιώργος Νικολούτσος δεύτερος από αριστερά , και ο Πλούτων Λογγίδης πρώτος δεξιά που πάνε για το Τάγμα των Χιονοδρόμων. Τους άλλους δύο δεν τους ξέρουμε. (Αρχείο Θ. Νικολούτσου)
Υπάρχει όμως μια συγκεκριμένη πτυχή της ιστορίας που αξίζει να συζητήσουμε. Αφορά τους Γιώργο Παππά, Πλούτωνα Λογγίδη, Γιώργο Νικολούτσο και Μπάμπη Σοφιάδη. Η ουσία της έχει ήδη δημοσιευθεί [π.χ. 2], αλλά θα παρουσιαστούν εδώ κάποιες καινούργιες λεπτομέρειες και φωτογραφίες που προέρχονται από το αρχείο του Θάνου Νικολούτσου [3] – ανηψιού ενός των χιονοδρόμων. Σήμερα αυτοί που επέζησαν από το μέτωπο έχουν πια φύγει από κοντά μας – ο Σοφιάδης ήταν ο τελευταίος – έφυγε το 2013 [4]. Εμείς απλά και με σεβασμό τους θυμόμαστε επ’ ευκαιρία της εθνικής μας εορτής μ’ αυτή την ανάρτηση.
Στις 4 Απριλίου 1941, οι Βολιώτες χιονοδρόμοι και το Τάγμα τους επιχειρούν στην περιοχή της Κορυτσάς στο ορεινό συγκρότημα της Κάμιας, συγκεκριμένα στην κορυφή το Μνήμα της Γριάς. Σε κάποια στιγμή έρχεται μήνυμα ότι πρέπει να παραλάβουν μερικούς Ιταλούς αιχμαλώτους. Ο επικεφαλής πετάει την ατάκα: » Δεν στέλνουμε αυτούς με τα σανίδια να τους πάρουν;» – εννοούσε προφανώς τα σκι! Στέλνονται ο Πλούτων Λογγίδης, ο Γιώργος Παπάς και ένας πειραιώτης χιονοδρόμος ο Κώστας Καρατζάς. Η ακριβής αλληλουχία των γεγονότων δεν έχει σημασία. Πιθανότατα οι αιχμάλωτοι στάλθηκαν στα μετόπισθεν, αλλά οι Λογγίδης και Παππάς προσχωρήσαν και ενεπλάκησαν σε περαιτέρω συμπλοκή. Ο Ν. Στουρνάρας [2] λέει ότι μετά από ανταλλαγές πυρών με ιταλική μονάδα, ο Λογγίδης που μιλούσε ιταλικά (είχε γεννηθεί στην Τεργέστη) έπεισε τους Ιταλούς να παραδοθούν. Αλλά η επιτυχία ήταν πρόσκαιρη γιατί εκδηλώθηκε μεγάλη ιταλική αντεπίθεση με βολές πυροβολικού και όλμων. Οι δύο βολιώτες είναι καθηλωμένοι. Σε άλλη θέση σχετικά κοντά τους βρίσκεται ο Γιώργος Νικολούτσος. Μια από τις βολές εξερράγη ακριβώς ανάμεσα στους δύο φίλους. «Μας τίναξε ψηλά», θα πει ο Λογγίδης σε συνέντευξη του στην Θεσσαλία αρκετά χρόνια αργότερα [4]. «Τον Παππά τον βρήκε ένα βλήμα στον λαιμό. Το γενναίο παλικάρι κατάλαβε το τέλος του και κρατώντας με το ένα χέρι τον λαιμό του, σήκωσε το χέρι για να μας χαιρετήσει». O Λογγίδης βαριά τραυματισμένος δεν μπορεί να μετακινηθεί. Ένας άλλος στρατιώτης – μάλλον ο Ανδρεάς Μπάρτσιος, τον σκεπάζει με ένα κομμάτι από ιταλικό αντίσκηνο και γυρίζει για να στείλει τραυματιοφορείς να τον παραλάβουν. Οι τραυματιοφορείς βρίσκουν τον βαριά τραυματισμένο Λογγίδη, αλλά όχι τον Παππά. Την άλλη μέρα και αφού τα πυρά έχουν κοπάσει, φεύγει ακόμα μια αποστολή να περισυλλέξει τον Παππά. Μετά από λίγες ώρες – ο Μπάμπης Σοφιάδης μεταφέρει τα νέα στον Γιώργο Νικολούτσο που ήταν αδελφικός φίλος του Παππά. «Βρήκαμε τον Παππά στην θέση Κάμια νεκρό και τον θάψαμε. Βάλαμε για σταυρό ένα ζευγάρι σπασμένα σκι.»
Γιώργος Παππάς Μέλος Ε.Ο.Σ. πρωταθλητής σκι. Βολιώτης πεσών του Αλβανικού Μετώπου (επιχρωματισμένη φωτογραφία, Ν. Στουρνάρα . Συμφωνα με το [1], «γεννήθηκε στο Βόλο το 1912. Έκανε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Παρίσι,στο ινστιτούτο Βενσάν. Έπειτα θα σπουδάσει χημικός μηχανικός στην Ελβετία. Άνθρωπος με φοβερή ροπή στον αθλητισμό. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίζεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους στην Θεσσαλονίκη και θ΄ασχοληθεί με πολλά αθλήματα. Μέλος του Ορειβατικού Συλλόγου Βόλου θα διακριθεί σε τοπικούς και Πανελλήνιους αγώνες χιονοδρομίας. Χρυσά Βραβεία και το βάθρο του νικητή στο ‘‘σύνθετο τεχνικής Κατάβασης‘‘ με τον συναθλητή Πλούτωνα Λογγίδη τους έκανε φίλους αχώριστους.Συγκλονισμένος από το χαμό του φίλου ο Νικολούτσος παίρνει διαταγή να μεταφέρει με την βοήθεια τραυματιοφορέων τον Λογγίδη στην Θεσσαλονίκη. Ο Λογγίδης είχε δεχθεί συνολικά 17 θραύσματα – επτά από τα οποία έμειναν για πάντα στο σώμα του. Τον μεταφέρουν πρώτα σε ένα ορεινό χειρουργείο. Λέει ο ίδιος ο Λογγίδης στην συνέντευξη του στην Θεσσαλία [3]: «Την νύχτα προσπαθήσαμε να κοιμηθούμε πλάτη-πλάτη και το πρωί ξημερωθήκαμε ευτυχώς ζωντανοί, ενώ από τους άλλους οι περισσότεροι τραυματίες είχαν κατά την διάρκεια της νύχτας ξεψυχήσει. Οι βαριά τραυματισμένοι τόσο πολλοί και οι γιατροί λίγοι. Το δικό μου πόδι ετοιμάστηκε ώστε το πρωί να το κόψουν με το πριόνι». Ο Λογγίδης αρνούνταν πεισματικά να του κόψουν το πόδι, και ο Νικολούτσος συνεπικουρούσε. Οι γιατροί υπαναχωρούν και έτσι τον στέλνουν στην Κορυτσά (με τεράστιο κίνδυνο φυσικά). Συνεχίζει ο Λογγίδης: «Ακολουθεί η μεταφορά μου στην Κορυτσά όπου διανυκτερεύσαμε με τον Γιώργο Νικολούτσο. Εκεί βρήκα τον φίλο γιατρό Λάζαρο Σκούφο (χιονοδρόμος κι’ αυτός) που μου έβαλε επιτέλους το πόδι στο γύψο». Τελικά και ο Πλούτων Λογγίδης σώθηκε και το πόδι του. Σε λίγο μεταφέρεται στο νοσοκομείο της Φλώρινας. Από εκεί μαζί με 400 άλλους τραυματίες φορτώνονται σε ένα τραίνο για να μεταφερθούν στην Αθήνα. Όμως το μέτωπο καταρρέει και οι Γερμανοί προελαύνουν. Έλληνες και Εγγλέζοι ανατινάζουν πολλές γέφυρες για να δυσκολεύσουν την προέλαση των Γερμανών. Έτσι το τρένο δεν φτάνει ποτέ στο προορισμό του. Οι τραυματίες και ο Λογγίδης μεταφέρονται στην Σκύδρα του νομού Πέλλης. Εκεί οι ντόπιοι τους περιθάλπουν και σώζουν πολλούς από τους τραυματίες… Στο μεταξύ η Ελλάδα έπεσε. Αρκετά μετά την συμφωνία με τους Γερμανούς, οι τραυματίες μεταφέρονται στην Θεσσαλονίκη. Ο Λογγίδης θα γυρίσει στο Βόλο αργότερα, αφού ανάρρωσε, αλλά με πολλά βλήματα στο σώμα του. Ο Νικολούτσος ακολούθησε την δραματική πορεία της επιστροφής όπως και άλλοι ήρωες της Αλβανίας. Περπατώντας για μέρες κατάφερε να γυρίσει στον Βόλο.
«Βρήκαμε τον Παππά στην θέση Κάμια νεκρό και τον θάψαμε. Βάλαμε για σταυρό ένα ζευγάρι σπασμένα σκι.» H ζωγραφική αναπαράσταση είναι από το βιβλίο του Ν. Στουρνάρα
Η τρίτη φωτογραφία βρέθηκε χρόνια μετά στα πράγματα του Γιώργου Νικολούτσου. Είναι μικρή και κακοεστιασμένη. Δεν ξέρουμε που είναι, ποιος την έβγαλε, πως του την έδωσε. Να είναι από την επιστροφή. Ποιος ξέρει;… (από το αρχείο του Θάνου Νικολούτσου) Η βολιώτικη παρέα θα ξανανταμώσει και κάποιοι από «αυτούς με τα σανίδια» θα ξαναχαρούν τα βουνά όπως πριν. Όμως κομμάτι από την καρδιά τους έμεινε στα βουνά της Αλβανίας, θαμμένο κάτω από το σταυρό με τα σκι. Τον νεκρό Γιώργο Παππά τιμήσε ο ΕΟΣ με προτομή κοντά στο καταφύγιο στις Αγριόλευκες στις 22-11-1980. Η φωτογραφία είναι από τις σχετικές εκδηλώσεις.
Η φωτογραφία αυτή βρέθηκε χρόνια μετά στα πράγματα του Γιώργου Νικολούτσου. Είναι μικρή και κακοεστιασμένη. Δεν ξέρουμε που είναι, ποιος την έβγαλε, πως του την έδωσε.Να είναι από την επιστροφή. Ποιος ξέρει;… (από το αρχείο του Θάνου Νικολούτσου)Τον νεκρό Γιώργο Παππά τιμήσε ο ΕΟΣ με προτομή κοντά στο καταφύγιο στις Αγριόλευκες στις 22-11-1980. Η φωτογραφία είναι από τις σχετικές εκδηλώσεις.
ΣΗΜ. [1] ΕΟΣ Βολου «Μια πορεία 80 χρόνων 1930-2010», Εκδοση ΕΟΣ Βόλου, 2010. [2] Ν. Στουρνάρα “Μαγνησία 1941-42 Η τραγωδία της Κατοχής”, ιδιωτική έκδοση 1985. [3] «Έφυγε ο Μπάμπης Σοφιάδης», Ταχυδρόμος 1/9/2013 http://www.taxydromos.gr/…/69264-efyge-o-mpamphs-sofiadhs.h… [4] Συνέντευξη Π. Λογγίδη στην Θεσσαλία στις 9/11/79 – μου την μετέφερε ο αγαπητός φίλος Θάνος Νικολούτσος – ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!… [5] Φωτογραφίες (η φωτογραφία των τεσσάρων, αυτή της «επιστροφής», και της τελετής για την προτομή του Παπά) και πολλές πληροφορίες είναι από το Θάνο Νικολούτσο
Ανάγεται στο 1890, περίπου, και αποτυπώνει την εικόνα του λιμανιού της εποχής εκείνηςΣτιγμιότυπα του μακρινού παρελθόντος από τον Βόλο, τη Θεσσαλία και
την Ελλάδα, κοσμούν τις συλλογές της βιβλιοθήκης του Κογκρέσου στην
Αμερική, καθιστώντας ευρύτερα γνωστή την ιστορική διαδρομή της περιοχής
στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η φωτογραφία του παλιού Βόλου, ειδικότερα, ανάγεται περίπου στο 1890
και αποτυπώνει την εικόνα του λιμανιού, πολλές δεκαετίες πριν τη
δημιουργία σύγχρονων υποδομών. Οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τη
Θεσσαλία στην αντίστοιχη χρονική περίοδο προέρχονται από τα Μετέωρα, τον
Πηνειό και την κοιλάδα των Τεμπών, ενώ την πλούσια και σπάνια συλλογή
κοσμούν επίσης φωτογραφίες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου τα τελευταία χρόνια ψηφιοποιεί και αφήνει
«ελεύθερα» στο κοινό πλήθος ιστορικών αρχείων και φωτογραφιών. Μια από
τις συλλογές της που έχει ψηφιοποιηθεί είναι και αυτή των εκτυπώσεων που
έχουν παραχθεί με τη μέθοδο του Photochrom. Το Photochrom είναι μια διαδικασία για την παραγωγή χρωματισμένων εικόνων από ασπρό μαυρα
φωτογραφικά αρνητικά, μέσω της άμεσης φωτογραφικής μεταφοράς αρνητικού
σε πινακίδες τύπου λιθογραφίας. Η διαδικασία είναι μια φωτογραφική
παραλλαγή χρωμολιθογραφίας. Η συλλογή εκτυπώσεων Photochrom της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου έχει
σχεδόν 6.000 φωτογραφίες από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή και 500 από
τη Βόρεια Αμερική, και είναι κυρίως από το 1890 έως το 1910. Οι
εκτυπώσεις αυτές δημιουργήθηκαν από την Photoglob Company στη Ζυρίχη της
Ελβετίας και την Detroit Publishing Company στο Μίσιγκαν. Οι έγχρωμες
αυτές εικόνες μοιάζουν με φωτογραφίες, αλλά στην πραγματικότητα είναι
φωτολιθογραφίες με μελάνι. Σε αυτή τη συλλογή της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου συμπεριλαμβάνονται
53 μοναδικές φωτογραφίες από την Ελλάδα, οι οποίες υπολογίζεται ότι
χρονολογούνται από το 1890 έως το 1910.
Επετειακό έτος, για τον Giorgio de Chirico, (Τζόρτζιο ντε Κίρικο),
εκατόν τριάντα χρόνια από τη γέννησή του και σαράντα χρόνια από τον
θάνατο του Ιταλού ζωγράφου, που γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1888 στον Βόλο
και πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1978.
Ο μεγάλος ζωγράφος έγινε παγκόσμια γνωστός για τη Μεταφυσική Ζωγραφική,
ρεύμα που διαμόρφωσε με τον Carlo Cara, αλλά και για την επιρροή που
άσκησε σε καλλιτεχνικά ρεύματα του εικοστού αιώνα, όπως ο υπερρεαλισμός
και η Νέα Αντικειμενικότητα. Τα θεμέλια της μεταφυσικής οπτικής και του
προσωπικού ύφους του Ντε Κίρικο τέθηκαν χωρίς αμφιβολία κατά τη διάρκεια
της παραμονής του στο Μόναχο, όπου ήρθε σε επαφή με τον μαγικό ρεαλισμό
του Arnold Boecklin, τον συμβολισμό του Max Klinger, τη φιλοσοφία του
Arthur Schopenhauer και τις ψυχολογικές θεωρίες του Otto Weiniger. Οι
πίνακες του διέπονται από οραματικά και ποιητικά στοιχεία, ενώ
χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερη έμφαση του Ντε Κίρικο σε αινιγματικές
συνθέσεις και στην αμφισημία των αντικειμένων. Το νεοκλασικό ύφος που
υιοθέτησε μετά το 1919, όπως και σχεδόν το σύνολο των έργων του μετά την
περίοδο της Μεταφυσικής Ζωγραφικής του, θεωρήθηκε από πολλούς κριτικούς
υποδεέστερο, ωστόσο η παραγωγή του κατά την περίοδο 1911-19
αναγνωρίζεται από την πλειοψηφία τους ως σημαντική και ξεχωριστή στην
ιστορία της μοντέρνας τέχνης. Πώς όμως και γεννήθηκε στον Βόλο ο Ντε Κίρικο;
Toν Σεπτέμβριο του 1881 υπογράφηκε μεταξύ της κυβέρνησης Κουμουνδούρου
και του Evaristo De Chirico (Εβαρίστο ντε Κίρικο), μηχανικού, εκπροσώπου
του τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης Θεοδ. Μαυρογορδάτου, σύμβαση
κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής από Βόλο στη Λάρισα. Ο Evaristo De
Chirico ήταν ο πατέρας του μεγάλου ζωγράφου Giorgio De Chirico και μαζί
με άλλους μηχανικούς ίδρυσε κατασκευαστική εταιρεία και ανέλαβε την
κατασκευή των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων.
Στις 22 Απριλίου του 1884 έγιναν στον Βόλο τα εγκαίνια του Σιδηροδρόμου, με την παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α’.
Στα εγκαίνια έγιναν τα αποκαλυπτήρια του καλλιτεχνικού μνημείου της
Αθηνάς με την προτομή του Γεωργίου Α’, έργα και τα δύο του Ιταλού γλύπτη
Previsan. Και τα δύο αυτά αγάλματα υπάρχουν σήμερα στον χώρο μπροστά
στον σιδηροδρομικό σταθμό του Βόλου.
Έτσι δημιουργήθηκε ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, ο οποίος, όπως μας
πληροφορεί ο Μιχ. Γρηγορόπουλος, στο βιβλίο του «Περιήγησις εν Ελλάδι»,
«εν μέσω των περιβαλλόντων αυτόν αμφιλαφών δένδρων προσομοιάζει ωραία
εξοχική επαύλει».
Στη συνέχεια το 1893 άρχισε η κατασκευή του της σιδηροδρομικής γραμμής
Βόλου – Λεχωνίων – Μηλεών, η οποία αποπερατώθηκε τον Ιούλιο 1903.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής στον Βόλο, του Εβαρίστο ντε Κίρικο με τη
σύζυγό του επίσης Iταλίδα Τζέμα ντε Κίρικο, γεννιέται στην πόλη μας ο
μεγάλος ζωγράφος.
Τόσο για το ζωγράφο Ντε Κίρικο, όσο και για τους Θεσσαλικούς
Σιδηροδρόμους έχουν γίνει επανειλημμένα εκδηλώσεις και το 1995
διοργανώσαμε ως ΔΗΚΙ (Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας του Δήμου Βόλου),
ημερίδα*, επί Δημαρχίας Δημ. Πιτσιώρη.
«Αρχαιολόγο»,
«Έκτωρ και Ανδρομάχη» από την πρώτη βόλτα στην Corso Mazzini, τον
κεντρικότερο δρόμο της Κοζέντσα. Η πόλη της Ν. Ιταλίας βρίσκεται στην
Καλαβρία, όπου και τα ελληνόφωνα χωριάΠόσο όμως ως πόλη έχουμε αξιοποιήσει τους Ντε Κίρικο;
Αν κάποιος ξένος επισκεφθεί την πόλη πού θα δει τους Ντε Κίρικο;
Α. Τρενάκι. Επαναλειτουργία στη γραμμή Βόλος – Λεχώνια- Μηλιές.
Μεγάλη η κληρονομιά που μας άφησε ο πατέρας Ντε Κίρικο, το τρενάκι του
Πηλίου, το οποίο αφού η χούντα το κατήργησε το 1971, επανήλθε σε
λειτουργία με τις προσπάθειες του συλλόγου «Φίλοι του Τραίνου»,
(Δαμίγος, Καραθάνου, Σκυργιάννης κ.ά.) που συνέβαλαν και ανέστησαν το
τρενάκι.
Ο «πολιτισμός» και πάλι δεν άντεξε το τρενάκι να περνά μέσα από την πόλη
και την οδό Δημητριάδος και έτσι το εξοβελίσαμε στα βουνά, ώστε να μην
ενοχλεί και να κάνει την «ουδέτερη» διαδρομή Λεχώνια – Μηλιές.
Ήταν λάθος μας που επικαλύψαμε τις γραμμές της Δημητριάδος και δεν
αξιοποιήσαμε το τρενάκι, ώστε αυτό να περνά μέσα από την πόλη, ακόμη και
ως τραμ, που λειτουργούσε παλιότερα.
Σήμερα, όπου βλέπουμε στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις κεντρικά τμήματα να
πεζοδρομούνται, και το αυτοκίνητο να εκδιώκεται από το κέντρο των
πόλεων, ακόμη και η Πανεπιστημίου στην Αθήνα πρόκειται να πεζοδρομηθεί,
είναι η ώρα να δούμε με άλλη ματιά το τρενάκι, το οποίο έχει
χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο μνημείο τέχνης.
Από μόνο του το τρενάκι θα μπορούσε να κάνει παγκοσμίως γνωστό το Βόλο,
διότι η πολιτιστική κληρονομιά που λέγεται τρενάκι Πηλίου έχει ήδη
προκαλέσει το παγκόσμιο ενδιαφέρον, απλά εμείς δεν φροντίσαμε να το
αξιοποιήσουμε όσο του αξίζει, μια και στην ιστορία των σιδηροδρόμων το
τρενάκι κατέχει πρωτεύουσα θέση.
Είναι βέβαιο ότι τα επόμενα χρόνια το τρενάκι θα καθιερωθεί ως ζωντανό
στοιχείο της πόλης αν θέλουμε να ονομάζεται η πόλη μας ευρωπαϊκή και όχι
οπισθοδρομική, μία πόλη που πρέπει να στηριχθεί στο τετράπτυχο Βόλος –
Πήλιο – Ντε Κίρικο – Αργώ.
Β. Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Βόλου.
Είναι γεγονός ότι όταν δημιουργήθηκε το κτίριο του Σιδηροδρομικού
Σταθμού έμοιαζε με έπαυλη και η αρχιτεκτονική του αξία αναγνωρίζεται και
σήμερα. Πού είναι όμως οι Ντε Κίρικο;
Όταν έρχεται ένας ταξιδιώτης ή φεύγει από το σιδηροδρομικό σταθμό δεν αντιλαμβάνεται καμία παρουσία των Ντε Κίρικο.
Το στρογγυλό ρολόι «σήμα κατατεθέν» των απανταχού σιδηροδρομικών σταθμών του κόσμου στην πόλη μας δεν υπάρχει.
Είναι το ρολόι που έχει αποτυπώσει σε πολλούς πίνακες ο ζωγράφος Ντε Κίρικο, όπως αποτύπωσε και το τρενάκι.
Ούτε επίσης μία αφίσα με ένα έργο του Ντε Κίρικο θα δει κανείς στην αίθουσα αναμονής ή στα γραφεία των υπαλλήλων.
Αυτό που άμεσα και χωρίς κόστος μπορεί να γίνει είναι να τοποθετηθούν
στην αίθουσα αναμονής του σιδηροδρομικού σταθμού (τώρα επισκευάζεται),
αλλά και στα γραφεία αφίσες με έργα του Τζόρτζιο ντε Κίρικο και μάλιστα
αυτά που να αποτυπώνουν το τρενάκι. Επίσης δύο φωτογραφίες μία του
Εβαρίστο Ντε Κίρικο και μία του Τζόρτζιο ντε Κίρικο σε κορνίζες και λίγα
λόγια βιογραφικά (δίγλωσσο) για τον καθένα και τη σύνδεσή τους με την
πόλη.
Επίσης θα μπορούσαμε να φιλοτεχνήσουμε δύο προτομές για τους Ντε Κίρικο και να τοποθετηθούν σε περίοπτη θέση του σταθμού.
Το
στρογγυλό ρολόι «σήμα κατατεθέν» των σιδηροδρομικών σταθμών του κόσμου
στην πόλη μας δεν υπάρχει. Το ρολόι έχει αποτυπώσει σε πολλούς πίνακες ο
ζωγράφος Ντε Κίρικο, όπως αποτύπωσε και το τρενάκιCozenza, κι… όμως δεν είναι Βόλος.
Με τύχη αγαθή και φιλοξενία των αγαπητών Ντάριο και Ελένης βρέθηκα, το
περασμένο καλοκαίρι, στη Κοζέντσα, μία πόλη στη Νότιο Ιταλία, στην
Καλαβρία, όπου και τα ελληνόφωνα χωριά.
Με την πρώτη βόλτα στον κεντρικότερο δρόμο της, στην Corso Mazzini,
εντυπωσιάζεται κανείς από τα μεγάλα και ψηλά μπρούντζινα αγάλματα,
αντίγραφα έργων του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Αναρωτήθηκα αν είχε σχέση ο Ντε
Κίρικο με την Κοζέντσα. Καμία, απλώς εκτίμησαν το έργο του και
διακόσμησαν το κεντρικότερο δρόμο τους με τους Αρχαιολόγους, Έκτωρ και
Ανδρομάχη, Μεγάλο Μεταφυσικό.
Και μάλιστα έκαναν και κάτι πιο ευρηματικό ανέβασαν στο You Tube βίντεο
με την Corso Mazzini, την κεντρική αγορά δηλαδή και τα αγάλματα του Ντε
Κίρικο, το οποίο μπορεί να δει κανείς.
Αυτό που δεν έκανε ο Βόλος το πραγματοποίησε η Κοζέντσα, κι ας μην είναι η γενέτειρα του Ντε Κίρικο.
Τέσσερα – πέντε μεγάλα αγάλματα του Ντε Κίρικο είναι επιβεβλημένο να
τοποθετηθούν στο πιο πολυσύχναστο σημείο της πόλης στην παραλία του
Βόλου, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, θα έπρεπε να αποκτήσει χαρακτήρα
πεζόδρομου και όχι εν δυνάμει οδού.
Είναι γεγονός ότι η πόλη τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιάσει μία
πολιτιστική κάμψη (λόγω οικονομικής κρίσης και Δημοτικής Αρχής) μέχρι
και τα μπρούντζινα αγάλματα αφαιρέθηκαν μπροστά από το Δημαρχείο για να
πωληθούν ως μέταλλο!, χωρίς φυσικά να αντικατασταθούν. Η πόλη χρειάζεται
ένα πολιτισμικό σοκ για να αρχίσει η πολιτιστική ανάκαμψη, και πάντως
αν και η σημερινή συγκυρία δεν βοηθά στα επόμενα χρόνια αυτό θα συμβεί. *βλ. σχετική έκδοση πρακτικών, Χρ. Φώτου, Ο Βόλος και οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι 1882 – 1906
Μια ζωή ολόκληρη, 72
συνεχόμενα χρόνια, συμπλήρωσε αισίως στην τοπική αγορά ο Ιωσήφ
Χριστοφορίδης, ο παλαιότερος παντοπώλης του Βόλου, ο οποίος βρίσκεται
πάντα στις επάλξεις, δεκαεννέα χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του. Ο
γνωστός επαγγελματίας του Βόλου, ο οποίος εργάζεται από την ηλικία των
12 ετών, δημιούργησε με πολύ δουλειά και διαρκή προσπάθεια την
επιχείρησή του, με τον γιο του Πρόδρομο να συνεχίζει επάξια την
οικογενειακή παράδοση.
Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ «Η οικογένειά μου ήρθε από το Ικόνιο της Καππαδοκίας το 1924 με την
ανταλλαγή. Ο πατέρας μου, Πρόδρομος, ήταν αργυραμοιβός στην Καππαδοκία
και όταν ήρθε στον Βόλο άνοιξε κρεοπωλείο, μια παράγκα μπροστά από το
Γυμναστήριο. Η μητέρα μου, Ελένη, διατηρούσε παντοπωλείο, παράγκα
επίσης, στην οδό Χατζηαργύρη», αρχίζει η αφήγηση του συνταξιούχου
παντοπώλη. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και η εικόνα του Βόλου τελείως διαφορετική, σε
σύγκριση με τη σημερινή εποχή. Ο Πρόδρομος και η Ελένη Χριστοφορίδη,
απέκτησαν πέντε παιδιά, τον Χριστόφορο, τον Πέτρο, πατέρα του γνωστού
Βολιώτη γιατρού Πρόδρομου Χριστοφορίδη, τον Ιωσήφ, την Ελισάβετ και την
Ευλαμπία. Η πατρική οικία βρισκόταν στην οδό Χατζηαργύρη με Αχιλλοπούλου, στην
περιοχή του Αγίου Βασιλείου, κι όπως θυμάται ο Βολιώτης παντοπώλης,
δίπλα υπήρχαν παράγκες και πίσω από το σπίτι, χωράφια. «Ο Βόλος ήταν μια
μικρή πόλη, με πολλά χωράφια. Μετά από το δικό μας σπίτι υπήρχαν πολλά
χωράφια, όπου βοσκούσαν πρόβατα και γίδια. Τώρα έγιναν μεγάλες
πολυκατοικίες στο ποτάμι, ενώ παλιά φοβόσουν να πας εκεί το βράδυ». Σε κάθε γειτονιά υπήρχαν μικρά μαγαζάκια, παντοπωλεία και
ψιλικατζίδικα, μικρές παράγκες που πουλούσαν τα αναγκαία της κάθε μέρας,
μακαρόνια, όσπρια, ζάχαρη, λάδι, πατάτες, κρεμμύδια, όλα χύμα. Ο κόσμος
ψώνιζε με φειδώ, όπως και σήμερα, με τα όσπρια να βρίσκονται τακτικά
στο τραπέζι των περισσότερων οικογενειών που μοχθούσαν για το
μεροκάματο. Ο κόσμος ψώνιζε βερεσέ και το θρυλικό τεφτέρι, που επανήλθε
στο προσκήνιο λόγω ύφεσης, βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη. «Πουλούσαμε
και βερεσέ. Δούλευε τότε ο κόσμος στα εργοστάσια, άλλοι σε οικοδομικές
εργασίες και μας πλήρωναν το Σάββατο. Εμείς τους βοηθούσαμε, γιατί τους
γνωρίζαμε χρόνια και υπήρχε εκτίμηση και εμπιστοσύνη με τους πελάτες»
συνεχίζεται η αφήγηση. Ηταν άλλες εποχέςΟ Βολιώτης παντοπώλης θυμάται με συγκίνηση και νοσταλγία το παλιό
μπακάλικο της οικογένειας, μια παραγκούλα γεμάτη από την καλή αύρα των
ανθρώπων που της έδωσαν ζωή. «Βάζαμε κρεμμύδια στα ψηλά ράφια, για να τα
πουλήσουμε τον χειμώνα, και θυμάμαι σαν τώρα τα κρεμμυδόφυλα πάνω στη
ζυγαριά», αναφέρει. Οι μνήμες των παιδικών χρόνων και μιας άλλης εποχής, που φαντάζει
μακρινή, ζωντανεύουν μέσα από την παραστατική αφήγηση του παλιού
παντοπώλη, ο οποίος υπογραμμίζει: «Μόλις τελείωσα το δημοτικό, ήμουν στο
μπακάλικο, άρχισα να βοηθάω και σιγά - σιγά αγόραζα μόνος μου το
εμπόρευμα, συνεχίζοντας μέχρι σήμερα να έρχομαι στο κατάστημα τα πρωινά,
γιατί δεν θέλω να κάθομαι στο σπίτι». Πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό, ο Ιωσήφ Χριστοφορίδης έδειξε από
μικρή ηλικία το εμπορικό του ταλέντο, το οποίο εξελίχθηκε σταδιακά. Δεν
είναι τυχαίο το γεγονός ότι πρόκοψε, ανελίχθηκε επαγγελματικά και
κατέλαβε μια από τις κορυφαίες θέσεις στον κλάδο των παντοπωλών. «Μετά
το δημοτικό, ακόμη κι όταν πήγαινα στο σχολείο, ήμουν στο μαγαζί και
ασχολούμουνα με διάφορες δουλειές. Για παράδειγμα, έφτιαχνα τυχερά και
καθόμουν την Κυριακή το απόγευμα έξω από την πόρτα του μαγαζιού και τα
πουλούσα. Τα παιδιά κέρδιζαν μια τόπα, ένα μικρό παιχνίδι, και για να
πουλήσω περισσότερα τυχερά, έδινα το μεγαλύτερο δώρο σε κάποιον που είχε
μεγάλη παρέα και τρέχαν όλα τα παιδιά, για να αγοράσουν τυχερά λαχεία»
θυμάται. Η δουλειά τον συντροφεύει μια ζωή, από τα παιδικά του χρόνια, κι όταν
άλλα παιδιά της ηλικίας του έπαιζαν τις Κυριακές, εκείνος πήγαινε με το
κασελάκι του λούστρου έξω από τον ναό του Αγίου Γεωργίου στην Αγριά κι
έβαφε παπούτσια. «Πήγαινα κάθε Κυριακή στην Αγριά με το λεωφορείο και
άφηνα το κασελάκι μου σε μια ταβέρνα της Αγριάς, το οποίο έπαιρνα κάθε
Κυριακή» αναφέρει με νοσταλγία. Σιγά - σιγά, δημιούργησε κεφάλαιο, δημιούργησε τη δική του οικοδομή
και παντοπωλείο, Χατζηαργύρη με Αχιλλοπούλου, απέναντι από το πατρικό
του σπίτι, και «σιγά – σιγά, αφού δυνάμωσα οικονομικά, πήρα μετά από
πολλά χρόνια το μαγαζί του Καρύδη, το μεγαλύτερο μπακάλικο του Βόλου,
που βρισκόταν Ιωλκού με Τάκη Οικονομάκη», υπογραμμίζει. Ο Ιωσήφ Χριστοφορίδης (δεξιά) με συγγενείς και γείτονες έξω από το παλιό μπακάλικο της οικογένειαςΕπιτυχημένος επαγγελματίαςΟι κόποι μιας ζωής απέδωσαν καρπούς κι ο νεαρός βιοπαλαιστής
αναδείχθηκε σε οικονομική δύναμη για την πόλη, με πολύ μεγάλη
επαγγελματική δράση. Δημιούργησε μια ευτυχισμένη οικογένεια με την
αξιαγάπητη σύζυγό του Βαγγελίτσα, κι απέκτησαν δύο παιδιά, τον Πρόδρομο
και τον Χρήστο, εκλεκτά μέλη, αμφότεροι, της τοπικής κοινωνίας. Μέσα από την αφήγηση του Ιωσήφ Χριστοφορίδη, ζωντανεύουν εικόνες του
παλιού Βόλου, με τα όμορφα σπίτια, τις αυλές, τις γειτονιές με τα μικρά
μαγαζάκια, τα εμπορικά της Ερμού, τη συμπαράσταση μεταξύ των γειτόνων. Ο
ίδιος συνέχισε, στο μεταξύ, την ανοδική του εμπορική πορεία, και το
1978 δημιούργησε μίνι μάρκετ στο ιδιόκτητο κατάστημα που διατηρεί μέχρι
σήμερα ο γιος του Πρόδρομος, που παρέλαβε τη σκυτάλη, στην οδό Γκλαβάνη
με Τάκη Οικονομάκη. Οι εποχές άλλαξαν για όλους τους επαγγελματίες, λόγω της κρίσης που
διαφοροποίησε τα δεδομένα στην τοπική αγορά. «Δεν υπάρχει σύγκριση
ανάμεσα στο τότε και το σήμερα. Υπάρχει μεγάλη διαφορά, γιατί και σήμερα
η κατάσταση είναι σφιχτή, αλλά δεν υπάρχουν δουλειές κι όλος ο κόσμος
έχει οικονομική δυσκολία. Ο κόσμος ψωνίζει τα απαραίτητα, περιορίζοντας
τις δαπάνες του, διότι κάνει περικοπές σε πολλά είδη. Οι περισσότεροι
περιορίζονται στο κυρίως φαγητό και αποφεύγουν τα ακριβά πράγματα»,
τονίζει. Νοσταλγεί τις παλιές, καλές εποχές, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι: «Και
τώρα καλά είμαι, δεν έχω παράπονο. Υγεία να έχουμε, κι ας βγάζουμε
λιγότερα. Αρκεί να μπορούμε να ζούμε και να κρατάμε το μαγαζί». Δηλώνει
ικανοποιημένος από τη ζωή του, κι όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πάλεψα
από παιδί για να κάνω προκοπή, να δημιουργήσω κεφάλαιο, για να μπορέσω
να κάνω κάτι καλύτερο στη ζωή μου και είμαι ικανοποιημένος».
Ορατό και στον ουρανό του Βόλου και μάλιστα πολύ καθαρά, λόγω της καλοκαιρίας, που αναμένεται, θα είναι αύριο το φεγγάρι, που θα κάνει κάτι ασυνήθιστο, καθώς τρία ξεχωριστά ουράνια φαινόμενα σχεδόν θα συμπέσουν: Η πανσέληνος, το πλησίασμα του δορυφόρου μας στη Γη (περίγειο), ώστε να υπάρχει σούπερ-Σελήνη και ταυτόχρονα η ολική έκλειψη της Σελήνης. Συνοπτικά, το φαινόμενο θα μπορούσε να αποκληθεί ολική έκλειψη υπερ-Σελήνης. Θα είναι η δεύτερη πανσέληνος του Ιανουαρίου, καθώς είχε προηγηθεί η πανσέληνος και η σούπερ-Σελήνη της φετινής Πρωτοχρονιάς, αλλά τότε δεν υπήρχε έκλειψη του φεγγαριού. Παρεμπιπτόντως, επειδή ο Ιανουάριος έχει δύο πανσελήνους και ακολουθεί ένας «κολοβός» μήνας με 28 μέρες, ο φετινός Φεβρουάριος δεν θα έχει καθόλου πανσέληνο και αυτό έχει να συμβεί από το 1999. Η επόμενη πανσέληνος θα είναι την 1η Μαρτίου. Η προηγούμενη ολική έκλειψη υπερ-Σελήνης είχε συμβεί το Σεπτέμβριο του 2015. Η προηγούμενη όμως φορά που είχε γίνει κάτι παρόμοιο κατά τη δεύτερη πανσέληνο του ίδιου μήνα, ήταν στις 31 Μαρτίου 1866, δηλαδή πριν σχεδόν 152 χρόνια, αλλά τότε το φεγγάρι βρισκόταν στο απόγειό του, δηλαδή στο πιο απομακρυσμένο σημείο του από τη Γη. Οι δύο επόμενες φορές που η ολική έκλειψη Σελήνης θα συμπέσει με τη δεύτερη πανσέληνο του ίδιου μήνα, θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2028 (αλλά τότε δεν θα υπάρχει υπέρ-Σελήνη, δηλαδή το φεγγάρι δεν θα βρίσκεται στο περίγειό του) και στις 31 Ιανουαρίου 2037 (τότε θα υπάρχει υπερ-Σελήνη). Η τροχιά της Σελήνης δεν είναι τέλειος κύκλος γύρω από τη Γη, με αποτέλεσμα η απόσταση ανάμεσα στο κέντρο του φεγγαριού και στο κέντρο της Γης να αυξομειώνεται από τα περίπου 363.400 χιλιόμετρα (περίγειο) έως τα 405.550 χιλιόμετρα (απόγειο). Έτσι σε μια πανσέληνο που θα συμβεί στο περίγειο (υπερ-Σελήνη), το φεγγάρι φαίνεται περίπου 14% μεγαλύτερο και 30% φωτεινότερο από μια πανσέληνο που θα συμβεί στο απόγειο. Ο μη επιστημονικός όρος «υπερ-Σελήνη» ή «σούπερ-Σελήνη» είναι δημιούργημα του αστρολόγου Ρίτσαρντ Νόλαν από το 1979. Οι ολικές εκλείψεις είναι ορατές από κάθε σημείο της Γης που έχει νύχτα και η διάρκεια της ορατής έκλειψης διαφέρει από τόπο σε τόπο. Στη διάρκεια των εκλείψεων το φεγγάρι αποκτά ένα σκούρο κοκκινωπό χρώμα σαν να είναι σκουριασμένο ή ματωμένο, καθώς ο δορυφόρος του πλανήτη μας εισέρχεται στη σκιά της Γης και η γήινη ατμόσφαιρα φιλτράρει το σεληνιακό φως. Η αυριανή έκλειψη θα είναι ορατή κυρίως από την κεντρική και ανατολική Ασία, την Ινδονησία και την Αυστραλία, που θα έχουν βράδυ στη διάρκεια της έκλειψης. Η έκλειψη θα φθάσει στο μέγιστο σημείο της (δηλαδή η Σελήνη θα βρίσκεται στο σημείο εγγύτερα στο κέντρο της σκιάς της Γης) περίπου στις 15:30, όταν το φεγγάρι -που θα ανατείλει λίγο πριν τις 18:00- θα είναι ακόμη κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, το φαινόμενο να μην είναι άμεσα ορατό στη χώρα μας. Ευτυχώς θα υπάρχει φέτος μια δεύτερη ολική έκλειψη του φεγγαριού, που θα συμβεί στις 27 Ιουλίου, η οποία θα είναι ορατή και στην Ελλάδα. Αλλά τότε δεν θα υπάρχει υπερ-Σελήνη!
Από τα Άνω Λεχώνια ξεκινάει τη φετινή χρονιά ο νέος κύκλος εκδηλώσεων και δράσεων της «Μαγνήτων Κιβωτού, για τη διάσωση του Πολιτιστικού Αποθέματος», που διοργανώνει έκθεση ντοκουμέντων και παλιάς φωτογραφίας με θέμα «Τα Λεχώνια στο πέρασμα των χρόνων», από την συλλογή του Νίκου Μαστρογιάννη. Διπλός ο συμβολισμός, τόσο σε ότι αφορά την επιλογή του τόπου, αλλά και τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της εκδήλωσης.
Η επιλογή των Λεχωνίων θέλει να σηματοδοτήσει την πρόθεση του φορέα να πραγματοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερες εκδηλώσεις στην περιφέρεια και η έκθεση ντοκουμέντων και φωτογραφιών παλαιότερων εποχών να καταδείξει την προσπάθεια που θα γίνει και φέτος για την ανάδειξη του πολιτιστικού αποθέματος της Μαγνησίας.
Την Πέμπτη 18 Ιανουαρίου, στις 6.00 το βράδυ στο Πνευματικό Κέντρο του Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου, στα πάνω Λεχώνια, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος & Αλμυρού κ. Ιγνάτιος και πρόεδρος της «Μαγνήτων Κιβωτού» θα εγκαινιάσει την έκθεση, που θα διαρκέσει μέχρι την Κυριακή 21 Ιανουαρίου. Η εκδήλωση θα ξεκινήσει με ομιλία του κ. Άρη Παπαδόπουλου ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα «Τα Λεχώνια και οι Ναοί τους», ενώ στη συνέχεια θα παρουσιάσει την Συλλογή του ο ίδιος ο Συλλέκτης, Νίκος Μαστρογιάννης.
Η έκθεση αποτελείται από 460 φωτογραφίες, αρκετά ντοκουμέντα και πειστήρια, και είναι κατανεμημένη στις παρακάτω ενότητες: 1. Ιστορία. Αρχαία Μεθώνη (λόφος Νεβεστίκι). Παλαιοχριστιανικές Εκκλησίες στα Πλατανίδια και Βυζαντινό Παλιόκαστρο. 2. Εγκαίνια γραμμής ΒΟΛΟΥ – ΛΕΧΩΝΙΩΝ, στις 11 Οκτωβρίου του 1895, και ο ρόλος που έπαιξε στη ζωή του χωριού το τραίνο. 3. Μεταξουργεία ΚΟΚΩΣΛΗ και ΚΟΥΤΟΥΠΗ 4. Συνεταιρισμός Παραγωγών (ΣΠΟΛΚ) 1917, με κονσερβοποίηση προϊόντων. 5. ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Οι λειτουργοί (Ιερείς, ψαλτάδες), οι υπηρετούντες αυτή (Εκκλησιαστικοί Επίτροποι, νεωκόροι), Μυστήρια (Γάμοι , Βαφτίσεις), θρησκευτικές εξορμήσεις και προσκυνήματα στην ευρύτερη περιοχή. 6. Εκπαίδευση. Δημοτικό Σχολείο, εξέλιξη των παιδιών. 7. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ. Εμπορικά καταστήματα, παντοπωλεία, φούρνοι, ταβέρνες. Όλο αυτό το φωτογραφικό υλικό, συμπληρώνεται και από πολλά έντυπα ντοκουμέντα όπως: • Φ.Ε.Κ. 1892. Ίδρυση Δημοτικού Σχολείου. • Φ.Ε.Κ. 1917. Έγκριση του καταστατικού του Συλλόγου Παραγωγών (ΣΠΟΛΚ). • Πρωτότυπες ετικέτες προϊόντων κονσερβοποίησης. • Εντυπώσεις της Καλιρρόης Παρρέν (Εφημερίδα των κυριών), από την επίσκεψή της στο Δημοτικό Σχολείο, το 1895.
Παραμύθι βγαλμένο από την αχλή του χρόνου θυμίζουν οι αφηγήσεις παλιών Βολιωτών για τα θρυλικά ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς που άφησαν εποχή. Χώροι διασκέδασης που σήμερα δεν υπάρχουν, όπως το φημισμένο κέντρο διασκέδασης «Χατζηνικολάου», σφράγισαν ανεξίτηλα το γιορτινό κλίμα της προσμονής του καινούργιου χρόνου, με τους Βολιώτες να γλεντούν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, φορώντας επίσημο ένδυμα, ειδικά ραμμένο πολλές φορές για την περίσταση. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει με οδηγό δύο παράλληλες αφηγήσεις, του Τάσσου Μητρογώγου και του Κώστα Αβτζή, δύο γνωστών Βολιωτών που βίωσαν το κλίμα εκείνης της εποχής, και μεταφέρουν μέσω στου ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ αφηγήσεις και στιγμιότυπα που γεννούν νοσταλγία. Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ Εχοντας ως αφετηρία το ερμηνευτικό του ξεκίνημα στην πίστα του περίφημου κέντρου «Χατζηνικολάου», ο Τάσσος Μητρογώγος θυμάται: «Λες και ήταν χθες και ας πέρασαν τόσα χρόνια, πώς άλλωστε να ξεχάσω, μαθητής ακόμη στο Γυμνάσιο, πριν από τη δίνη της Κατοχής και του εμφυλίου, βρέθηκα εν έτει 1950 να τραγουδώ σε μια θαυμάσια αίθουσα (Χατζηνικολάου) παραμονή Πρωτοχρονιάς, όταν οι εκατοντάδες Βολιώτες, ξεχνώντας τα δεινά που πέρασαν, τα δύσκολα χρόνια, ντυμένοι με τα καλά τους, που τα έβγαλαν από τα μπαούλα τους όπου τα είχαν κρυμμένα τόσα χρόνια, ξεφάντωναν περιμένοντας τον καινούργιο χρόνο». Την εποχή εκείνη, ο Τάσσος Μητρογώγος συμμετείχε στη χορωδία Ποτούμνη και οι πρόβες γίνονταν στο οίκημα επί των οδών Τοπάλη και Ιάσονος, που βρισκόταν διαγώνια από το μεγαλοπρεπές και επιβλητικό κτίριο «Χατζηνικολάου», ένα από τα δύο λαμπρότερα κέντρα διασκέδασης του Βόλου. «Ο θείος μου, Γ. Χατζηνικολάου, ξάδελφος του πατέρα μου και ιδιοκτήτης του κέντρου, αναζητώντας νέα ταλέντα και ψάχνοντας να επουλώσει τις πρόσφατες «μεταγραφές» τραγουδιστών που υπέστη, ήρθε ν’ ακούσει τις πρόβες της χορωδίας μας. Εκείνες τις μέρες μόλις είχαν αποχωρήσει από το κέντρο δύο σπουδαίοι τραγουδιστές, ο Σώτος Παναγόπουλος και ο Γιάννης Γκανίλας, οι οποίοι ξεκινούσαν άμεσα συνεργασία με την «Εξωραϊστική» θυμάται. Φυσικά δεν ήταν μόνο το ρεβεγιόν στου Χατζηνικολάου που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των Βολιωτών. Υπήρχε η «Εξωραϊστική», το κέντρο του «Καλιντζέου», τα κέντρα του Αναύρου, της Ν. Ιωνίας, του Ανω Βόλου (Τζάκι) και άλλα όπου γλεντούσαν οι Βολιώτες υπό τους ήχους των ορχηστρών των: Ν. Τσαχτίρη, Κ. Βακαλόπουλου, Τ. Τσουκάτου, Τ. Θεοδωρόπουλου, Χ. Τσόχα, και εμφανίζονταν οι Βολιώτες τραγουδιστές Γ. Γκανίλας, Τ. Βαβάτσικος, Γ. Τενόπουλος, Ν. Καπάτος, Τ. Μουζάς και άλλοι. «Στην αίθουσα Χατζηνικολάου είχα την ευκαιρία να τραγουδώ υπό τους ήχους σπουδαίων μουσικών μια τέτοια βραδιά Πρωτοχρονιάς, όπως οι Γ. Μαυραντώνης και Κ. Μάστορης (βιολιά), ο συμμαθητής μου Δ. Μαχαιρίτσας (πιάνο), ο Γ. Φασούλας (ακορντεόν), ο Μ. Βιτς (ντραμς) και ο Σ. Πετεινάρης (σαξόφωνο). Ηταν θαυμάσια η αίθουσα του Χατζηνικολάου και ήταν, χωρίς υπερβολή, μια από τις ωραιότερες της Ελλάδος, διότι είχα την ευκαιρία να βρεθώ σε δύο από τις μεγαλύτερες αίθουσες της Αθήνας, της «Μεγάλης Βρετανίας» και του «King George» σαν μέλος του Συλλόγου εκφωνητών Ελλάδος, στους ετήσιους μεγάλους χορούς του, και να τις συγκρίνω με του Χατζηνικολάου» επισημαίνει ο κ. Μητρογώγος. Το κέντρο «Χατζηνικολάου» ήταν ένα διώροφο κτίριο στην παραλία, στη συμβολή των οδών Σπυρίδη και Αργοναυτών. Ο κάτω όροφος, όπως θυμούνται ο Τάσσος Μητρογώγος και οι παλιοί Βολιώτες, ήταν καφέ – ζαχαροπλαστείο και δίπλα βρισκόταν η αίθουσα μπιλιάρδου. Στον άνω όροφο βρισκόταν η μεγάλη αίθουσα χορού, η οποία χωριζόταν σε δύο μικρότερες, που λειτουργούσαν τις γιορτές για να καλύπτουν τη μεγάλη συμμετοχή του κόσμου. Η ξύλινη πίστα χορού φωτιζόταν με πολύχρωμα φωτάκια, που ήταν καλυμμένα με κρύσταλλα, και οι χορευτές χόρευαν πάνω από τον φωτισμό, ενώ ένας μεγάλος στρογγυλός πολυέλαιος έκανε κύκλους με πολύχρωμα φωτάκια. Στο ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς, η οροφή καλυπτόταν από εκατοντάδες μπαλόνια, τα οποία έπεφταν στην πίστα με τον ερχομό του νέου χρόνου. Η τεράστια πίστα τελείωνε με ένα υπερυψωμένο επίπεδο, δύο σκαλοπάτια πλάτους 3 – 4 μέτρων, που επέτρεπε να υπάρχουν τραπέζια και ένας μικρός διάδρομος που οδηγούσε σε δύο σκάλες, και στον εξώστη που φιλοξενούσε επίσης τους θαμώνες, οι οποίοι κατέβαιναν να χορέψουν στην πίστα. «Η ώρα πλησίαζε για τον ερχομό του νέου χρόνου. Τα ταγκό της «Κομπαρσίτας», της «Ζήλειας» και του «Αντιός πάμπα μία» και τα τραγούδια «Βίρα της άγκυρες», «Αντίο», «C’ est si bon», «Βegin the Beguine» και άλλα, έδιναν τη θέση τους στο παρά πέντε, σ’ ένα όμορφο, επίκαιρο ερωτικό τραγούδι του Χαιρόπουλου, που το χόρευαν σφιχταγκαλιασμένα τα ζευγάρια. «Αγαπημένη μου, χρόνια πολλά. Νάναι χαρούμενος ο νέος χρόνος, η σκέψη μου ξάγρυπνη να σε κρατά, και νάναι άγνωστος για σένα ο πόνος». Λίγα δευτερόλεπτα από την είσοδο του νέου χρόνου, ο ντραμίστας Μίμης Βιτς κτυπούσε τα πιατίνια του, όλη η ορχήστρα, μετρούσαμε αντίστροφα, 10…9…8…7… και στο 0 έσβηναν τα φώτα, έπεφταν τα μπαλόνια και γινόταν χαλασμός στην πίστα και στα τραπέζια. Ολοι αντάλλασσαν ευχές και φιλιά, τραγουδώντας μαζί μας: «Εφυγε ο παληός ο χρόνος, ας γλεντήσουμε παιδιά, καλή χρονιά, καλή χαρούμενη Πρωτοχρονιά». Η αφήγηση – περιήγηση στο μακρινό παρελθόν, δια στόματος του Τάσσου Μητρογώγου, συνεχίζεται με το γιορτινό κλίμα που επικρατούσε στα σπίτια γνωστών Βολιωτών. «Εκτός των πρωτοχρονιάτικων ρεβεγιόν στα κέντρα διασκεδάσεως του Βόλου, υπήρχαν και τα ρεβεγιόν των συμπολιτών μας που είχαν μουσική παιδεία στις κατοικίες τους. Φίλοι και συγγενείς, την παραμονή σε συγκεντρώσεις τους, είχαν την ευκαιρία να παίξουν το καθιερωμένο 31 ή πόκερ, να διασκεδάσουν και να χορέψουν υπό τους ήχους πιάνου, ακορντεόν, βιολιού, κιθάρας. Τα μέλη της γνωστής οικογένειας Σαμσαρέλου, ο Φίλιππος και ο Αλέκος στο βιολί, η Κατίνα, η Ελένη και η Μαίρη στο πιάνο, οι οικογένειες του γιατρού Ζώνζηλου, όπου οι δύο κόρες του, η Τζένη και η Καίτη έπαιζαν πιάνο, ή της οικογένειας Ψιώτα: η Καίτη, η Νίτσα, ο Θανάσης, το ίδιο και η οικογένεια Κεχαΐδη, όπου ο πατέρας Μπάμπης και τα παιδιά Κώστας και Βάσω, πρωτοστατούσαν. Αλλά και αργότερα όταν παρέες μουσικών, όπως οι «4 Ασσοι», το «Βολιώτικο τρίο» και άλλοι, περνούσαν την τελευταία μέρα του χρόνου διασκεδάζοντας με συγγενείς και φίλους στα σπίτια τους ή και στα ταβερνάκια του Βόλου» θυμάται ο κ. Μητρογώγος. Εντονες είναι οι μνήμες του Κώστα Αβτζή από τα πρωτοχρονιάτικα ρεβεγιόν του παρελθόντος που άφησαν εποχή και ταυτόχρονα μια γλυκιά αίσθηση νοσταλγίας για όσα πέρασαν, αλλά ευτυχώς δεν ξεχάστηκαν. «Πηγαίναμε στην αίθουσα του Χατζηνικολάου όταν είχε ρεβεγιόν, όπου κλείναμε τραπέζι» αναφέρει ο κ. Αβτζής. «Είχε μουσική, είχε πίστα όπου χόρευε ο κόσμος και μάλιστα υπήρχε και μια ωραία ατραξιόν. Ο γιος του Χατζηνικολάου χόρευε τρομερό σουίνγκ, και τον σηκώναμε επάνω και χόρευε. Το γιορτινό κλίμα πλαισίωναν οι σερπαντίνες, τα γνωστά» συνεχίζεται η αφήγηση. Η εικόνα του περίφημου κέντρου παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένη στη σκέψη του κ. Αβτζή, ο οποίος αναφέρει ότι το διώροφο κτίριο βρισκόταν στη συμβολή των οδών Σπυρίδη και Αργοναυτών, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον πολλών Βολιωτών. «Ο κόσμος ήταν καλοντυμένος, εννοείται. Δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινες πρόχειρα ντυμένος στα κέντρα της εποχής. Οι πιο διάσημες αίθουσες της πόλης για το ρεβεγιόν, ήταν η «Εξωραϊστική» και του «Χατζηνικολάου» αναφέρει ο ίδιος, ανακαλώντας μνήμες από τις μεγάλες χοροεσπερίδες της «Εξωραϊστικής» με την ορχήστρα του Μαυραντώνη στο ισόγειο, τη δεκαετία του ’50. Στην πάνω αίθουσα τα μέλη ανέπτυσσαν συζητήσεις, ενώ στον τρίτο όροφο «υπήρχαν σουΐτες και γινόταν μπακαρά την πρωτοχρονιά» σημειώνει ο κ. Αβτζής, αναφερόμενος στην περίοδο πριν από τους σεισμούς, ενώ χαρακτηρίζει «φαντασμαγορικά τα ρεβεγιόν στην «Εξωραϊστική», με τους αστούς του παλιού Βόλου να συζητούν καθισμένοι στη βεράντα, ντυμένοι με επίσημο ένδυμα. Οι παλιότερες εποχές παραμένουν αξέχαστες και το γιορτινό κλίμα στον παλιό Βόλο «ήταν διαφορετικό, όπως το βιώνουμε εμείς σήμερα» θυμάται ο παλιός Βολιώτης, καθώς ανατρέχει στις εποχές των ρομαντικών χορών, του ταγκό, του βαλς. «Η αίθουσα του «Χατζηνικολάου» είχε πάνω εξώστη, όπου κάθονταν αρκετοί θαμώνες, ενώ πολλοί κάθονταν στην κάτω αίθουσα. Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές για διασκέδαση τότε στον παλιό Βόλο. Υπήρχαν τα σινεμά, οι βόλτες στην παραλία και τα καφενεία. Όταν άλλαζε ο χρόνος, γινόταν πανζουρλισμός στην Ερμού με σερπαντίνες και κομφετί. Αυτή ήταν η διασκέδαση. Διασκεδάζαμε με απλά πράγματα, δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο τότε κι ορισμένες φορές τα θυμάμαι με νοσταλγία» αναφέρει ο Κώστας Αβτζής. Ο ίδιος ανακαλεί εικόνες της νιότης, πριν από τους σεισμούς, που άλλαξαν άρδην το προφίλ της πόλης. Θυμάται τις ωραίες ορχήστρες του παλιού Βόλου, τους ερμηνευτές με τις ωραίες φωνές, το Γιάννη Γκανίλα, τον Τάσσο Μητρογώγο, τον Σώτο Παναγόπουλο, ο οποίος διέπρεψε στην Αθήνα, τις χορωδίες, τους τροβαδούρους της εποχής που γύριζαν στα ταβερνάκια με τις κιθάρες τους. «Όλα ήταν όμορφα, η ατέλειωτη βόλτα στην παραλία, τα λιγοστά καφενεία, του Χατζηνικολάου, το «Πανελλήνιο» και η «Μινέρβα», μικρά ζαχαροπλαστεία και μικρά ταβερνάκια, που έδιναν διαφορετικό χρώμα στην πόλη. Οι παλιοί Βολιώτες διασκέδαζαν με την καρδιά τους, ειδικά μετά τον πόλεμο και τις δύσκολες καταστάσεις που βίωσαν, ατενίζοντας με αισιοδοξία τον ερχομό του νέου χρόνου. «Όλα ήταν πολύ όμορφα και πολύ διαφορετικά», αναφέρει ο Κώστας Αβτζής, καθώς ανατρέχει σε μια εποχή που άφησε γλυκιά νοσταλγία στο πέρασμά της.
Τα ξημερώματα της 13ης Δεκεμβρίου 2017 άφησε την τελευταία του πνοή στο Αχιλλοπούλειο Γενικό Νοσοκομείο «ο Φώτης του Βόλου» (κατά κόσμο Λαδόπουλος), η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα της πόλης, που τον περασμένο Απρίλιο υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και, έκτοτε, μετά την απαραίτητη παραμονή του στο Νοσοκομείο, φιλοξενούνταν στο Ίδρυμα «Γηροκομείον Βόλου». Η εξόδιος ακολουθία θα τελεσθεί στον Ιερό Ναό Αγίων Πάντων του Γηροκομείου αύριο στις 9:00 π.μ. και θα ακολουθήσει η ταφή στο Δημοτικό Κοιμητήριο Βόλου με δαπάνη του Ιδρύματος. Η σορός θα βρίσκεται από τις 8.15 π.μ. εντός του Ιερού Ναού ώστε όλοι οι φίλοι του Φώτη να προσέλθουν και να του αποδώσουν τον τελευταίο χαιρετισμό. Μέσα από τα μάτια του Φώτη Λαδόπουλου, η ζωή δείχνει να αποκτά ένα ξεχωριστό νόημα. Ο Φώτης, τον οποίον όλοι στο Βόλο γνωρίζουν με το μικρό του όνομα, αποτελεί μία από τις πλέον οικείες φιγούρες αυτής της πόλης. Πλανιέται στους δρόμους πολλές δεκαετίες τώρα, αλλά πάντοτε με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του κι έναν καλό λόγο για όλους. Ο 86χρονος γέροντας έχοντας μεγάλη πίστη στο Θεό και με τη βαθιά ανθρωπιά που τον διακρίνει, μοιράστηκε το απόσταγμα της εμπειρίας και της σκέψης του κι έδωσε πολύτιμες συμβουλές για το πώς μπορεί ο άνθρωπος να γίνει καλύτερος. Επέλεξε να ζει ασκητικά και μακριά από τους ανθρώπους. Στην αρχή τον χλεύασαν, αλλά στη συνέχεια τον αποδέχθηκαν και πλέον όλοι όσοι τον συναναστρέφονται, έχουν να πουν μόνο καλά λόγια για εκείνον. Το μονοπάτι που ακολουθεί για τη σωτηρία της ψυχής του στους περισσότερους φαντάζει δύσβατο, αλλά ο Φώτης παραμένει αφοσιωμένος στα «πιστεύω» του και καθημερινά μοχθεί να βρίσκει λύσεις, προκειμένου να ξεφεύγει από τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής. Ο Φώτης καθισμένοςσε ένα παγκάκι στην παραλία άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί στη θάλασσα και γαλήνευε, καθώς αντίκριζε τα γαλάζια νερά του Παγασητικού. Ωστόσο, η σκέψη του ταξίδεψε πολλά χρόνια πίσω στο παρελθόν, όταν ο ίδιος παιδί ακόμη έκανε περιπάτους στην παραλία του Βόλου: «Θυμάμαι τον παππού μου, ο οποίος με έπαιρνε από το χέρι, με κατέβαζε στην παραλία και με την παρουσία του μού έδινε την ευκαιρία από τότε να δω κάτι καλύτερο. Φώτιος κι εκείνος, το όνομά του έχω. Είχε έρθει πρόσφυγας από την Κωνσταντινούπολη. Από την Πόλη ήταν η καταγωγή της οικογένειάς μου. Τότε μέναμε στην Ανάληψη. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Στην εκκλησία της Ανάληψης έγινε και η βάπτισή μου. Επτά μηνών μωρό ήμουν, όταν με βάπτισε ο παπα-Λάμπρος, ο ιερέας που είχαμε τότε στην Ανάληψη». Οι ιστορίες που συνοδεύουν τον Φώτη είναι πάμπολλες, αλλά γνώριμες στους περισσότερους Βολιώτες, πολλοί εκ των οποίων τον χαρακτηρίζουν ως έναν από τους «διά Χριστόν σαλούς». Η εποχή που επέλεξε να αφήσει το τσαγκάρικο που εργαζόταν όταν ήταν νέος, για τον ίδιον φαντάζει πολύ μακρινή πλέον. Ωστόσο, δεν φαίνεται μετανιωμένος για το δρόμο που επέλεξε να χαράξει: «Όσοι με ρωτούν εάν έχω παράπονα από τη ζωή, τους απαντώ: «Κανένα απολύτως». Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να έχω κάνει και δεν το έπραξα. Αντίθετα, προσπαθούσα πάντοτε να μην πικραίνω τους άλλους. Κρατούσα μέσα μου τα λάθη και προσπαθούσα, όπως και τώρα, να λύνω τα προβλήματά μου και να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος». Ο 86χρονος ερημίτης, ο οποίος για πολλά χρόνια διαβίωσε σε μία σπηλιά στο λόφο της Γορίτσας και πλέον βρήκε καταφύγιο σε μία καλύβα που του προσφέρθηκε σε ένα κτήμα στα Κογιάτικα της Νέας Ιωνίας, μπορεί να έχει όψη πένητα, αλλά ο πλούτος της ψυχής του είναι μοναδικός. «Τα βράδια που πέφτω για ύπνο, πάντοτε προσεύχομαι στο Θεό. Λέω το «Πατέρ ημών», μία ολοκληρωμένη προσευχή για κάθε Έλληνα και Ελληνοπούλα. Πόσοι προσεύχονται πλέον καθώς πλαγιάζουν στο κρεβάτι τους; Ελάχιστοι πια», σημείωσε με νόημα ο Φώτης, για να συμπληρώσει με την ταπεινότητα που τον διακρίνει: «Ένας άνθρωπος που αγαπάει τον Θεό και έχει σεβασμό απέναντί του, κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Όταν προσπαθείς να μην κάνεις λάθη, δεν περπατάς στη γη, αλλά πετάς και μοιάζεις σαν να έχεις αποκτήσει δύο φτερά αγγελικά». Στις κουβέντες του στάθηκε ιδιαίτερα στην αποφυγή των λαθών από τους ανθρώπους, «Όλοι κάνουμε σφάλματα, τα οποία βέβαια είναι συγχωρητέα. Έχουμε όμως ιερό καθήκον να μάθουμε να τα περιορίζουμε. Γίνεται; Ναι…», είπε αρχικά και κατέληξε: «Είμαστε αδικαιολόγητοι με τα τόσα λάθη που κάνουμε. Όμως, οφείλουμε να κάνουμε όσο το δυνατόν πιο λίγα, μέχρι να τα μηδενίσουμε. Δεν πρέπει να στεκόμαστε στο ποιοι κάνουν λάθη στη ζωή, αλλά πώς θα διορθώνουμε τις καταστάσεις. Χάσαμε τον έλεγχο, γιατί ζητάμε πράγματα που δεν τα έχουμε πραγματικά ανάγκη. Μας αγκαλιάζουν τα άχρηστα, μπερδεύονται μες στη ζωή μας. Γι’ αυτό υποπίπτουμε σε λάθη. Θέλει αυτοσυγκέντρωση για να μένουμε σωστοί καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αν ο άνθρωπος ψαχθεί καλύτερα, θα καταλάβει ότι πρέπει να φροντίζει να μένει σωστός. Ακόμη και μια πεταλούδα έχει ανάγκη από τη δική μας παρουσία, για να την κρατήσουμε στη ζωή. Ή ας θυμηθούμε τι κάνει ένας αγρότης όταν θέλει να σπείρει. Πασχίζει πάνω απ’ όλα να έχει καλό σπόρο. Αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να πορευόμαστε έχοντας να πούμε έναν καλό λόγο. Χρειάζεται αγωγή στο λόγο μας». Άνθρωπος που απεκδύθηκε τα υλικά αγαθά, έδωσε τη δική του διάσταση για το πώς μπορεί κάποιος να νιώθει ευτυχισμένος: «Μόλις ξυπνάμε το πρωί, ας μην είναι η πρώτη σκέψη μας πόσα χρήματα θα βγάλουμε. Να κοιτάζουμε τη ζωή με αγάπη, χωρίς απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις τον άνθρωπο τον αποπροσανατολίζουν και δεν μπορεί να αναγνωρίσει εύκολα την αποστολή που έχει. Η εξέλιξη κούρασε τον άνθρωπο. Κι εφόσον συνέβη αυτό, είναι λογικό να κάνουμε λάθη. Ο καθένας μας πρέπει να πάρει μία ευθύνη για την παρουσία του και το έργο που θα επιτελεί πάνω σ’ αυτή τη γη που περπατάμε. Έτσι θα ξεφύγουμε και από όλα εκείνα που μας κρατούν φυλακισμένους». Σκέψεις καθάριες, αλλά απόλυτα φιλοσοφημένες, με τον Φώτη να υπογραμμίζει: «Τα προβλήματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν για όλους. Όμως και πάλι μπορούμε να καλυτερέψουμε τις ζωές μας. Το πιστεύω ακράδαντα αυτό. Αρκεί ο καθένας να βάζει το δικό του λιθαράκι. Μόνο εάν γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου, μπορείς να ελπίζεις. Όταν σηκώνεσαι το πρωί και βγαίνεις έξω στην κοινωνία, να προσπαθείς να δώσεις εκείνο που δεν έδωσε ο άλλος. Κάθε μέρα που αντικρίζουμε το φως του ήλιου, να είμαστε χαρούμενοι και να αντιλαμβανόμαστε την ευλογία που κρύβει η ζωή». Όσο για το πού κρύβεται η πραγματική ευτυχία των ανθρώπων; Ο ευσεβής γέροντας απάντησε με τρόπο αφοπλιστικό: «Κάθε άνθρωπος είναι ένα τέλειο δώρο από τον Θεό, ο οποίος μας χαρίζει άπειρα πράγματα από την πρώτη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο ετούτον. Πιστεύοντας στο Θεό, μπορούμε να βρούμε λύσεις και να νιώσουμε ευτυχισμένοι. Η πίστη είναι το παν. Όταν αγαπάμε τον Θεό και δεν κάνουμε λάθη, έχουμε τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε την ομορφιά της ζωής».
Παρουσίαση βιβλίου από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Θεσσαλίας, Στερεάς και Εύβοιας
Μια ενδιαφέρουσα μονογραφία με τίτλο «Βήματα στο χρόνο: Μακρινίτσα, Δημήτρης και Λύδια Τσιμπούκη» της ιστορικής ερευνήτριας Μαρίας Σπανού, παρουσιάζεται την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017 και ώρα 7.30 μ.μ. στην Εξωραϊστική Λέσχη Βόλου. Την εκδήλωση οργανώνουν από κοινού η Εταιρεία Θεσσαλικών Ερευνών και το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Θεσσαλίας, Στερεάς και Εύβοιας με την ευγενική υποστήριξη του Κέντρου Βιβλίου Μαγνησιωτών Συγγραφέων (ΚΕΒΙΜΑΣΥ). Για το βιβλίο (έκδοση ΗΡΑ εκδοτική) το οποίο αποτελεί μια ψηφίδα της τοπικής μας ιστορίας, εκτός από τους σύντομους χαιρετισμούς των εκπροσώπων των συνδιοργανωτών φορέων και του απογόνου της ιστορούμενης οικογένειας, Δημητρίου Γ. Τσιμπούκη, θα μιλήσουν οι: Δημήτρης Μπενέκος, αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Γιώργος Γκέκος, ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Ζυρίχης. Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η Κατερίνα Αντωνακάκη. Συντονίζει η Ροσσάνα Πώποτα. Λίγα λόγια για το βιβλίο: Η μελέτη παρουσιάζει τη διαδρομή μιας παλιάς μακρινιτσιώτικης οικογένειας, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας ανασύνθεσης της τοπικής ιστορίας της Μακρινίτσας. Η οικογένεια Τσιμπούκη, όπως και πλείστοι άλλοι συντοπίτες τους, άγνωστο από πού ακριβώς μετοίκησαν στη Μακρινίτσα, συγκαταλέγονται στους πρώτους συνοικιστές της αρχαιότερης συνοικίας του χωριού, της Παναγίας. Από εκεί, συμμετέχουν δυναμικά στην προβιομηχανική ανάπτυξη της Μακρινίτσας. Ορισμένοι από αυτούς, όντες «φιλαπόδημοι» και επιχειρηματικοί, δραστηριοποιήθηκαν σε μια πιο διευρυμένη ακτίνα που καλύπτει ένα σημαντικό μέρος της μεσογειακής λεκάνης και τα μεγάλα κέντρα του παροικιακού ελληνισμού: τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο, τη Βλαχία και αλλού. Aργότερα, η οικογένεια Τσιμπούκη συγκαταλέγεται στους πρώτους οικιστές της νέας πόλης του Βόλου και της δυναμικής επέκτασής του. Η δράση ορισμένων εξ’ αυτών είναι αξιοσημείωτη. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η δραστηριότητα του εμπόρου Γεωργίου Τσιμπούκη, που με τη βοήθεια του Δ. Τοπάλη, ιδρύει το πρώτο σαραφικό εταιρικό κατάστημα (1863) του Βόλου. Αργότερα, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ένας άλλος ευπατρίδης της οικογένειας, ο Δημήτρης Α. Τσιμπούκης αποτελεί μια σημαίνουσα προσωπικότητα στην τοπική εκδοτική και δημοσιογραφική δράση, η οποία εξακτινώνεται στην Ευρώπη με μια διάσταση που σχεδόν αγγίζει την πολιτική. Ο προσωπικός, επαγγελματικός και ιδεολογικός του βίος ακουμπά στα μεγάλα εθνικά γεγονότα και τις πολιτικές μεταστροφές των εποχών (Εθνικός Διχασμός, Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος με τα επακόλουθά του, υπόθεση «Görlitz» και η ιδιότυπη αιχμαλωσία του Δ΄ Ελληνικού Σώματος Στρατού στο διάστημα 1916-1919, Μεσοπόλεμος, Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, Κατοχή). Ο Δ. Τσιμπούκης ζώντας, επί αρκετά χρόνια στην Ελβετία, βιώνει ο ίδιος τη διεθνή απήχησή τους. Στη συνέχεια επιστρέφει στο Βόλο. Στο πλευρό του είναι πάντα η γυναίκα της ζωής του, Λύδια Κλάους, που διαδραματίζει και εκείνη ένα σπουδαίο ρόλο, ιδιαίτερα στη Μακρινίτσα όπου έμελλε να ζήσει όλη της τη ζωή.