Επετειακό έτος, για τον Giorgio de Chirico, (Τζόρτζιο ντε Κίρικο),
εκατόν τριάντα χρόνια από τη γέννησή του και σαράντα χρόνια από τον
θάνατο του Ιταλού ζωγράφου, που γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1888 στον Βόλο
και πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1978.
Ο μεγάλος ζωγράφος έγινε παγκόσμια γνωστός για τη Μεταφυσική Ζωγραφική,
ρεύμα που διαμόρφωσε με τον Carlo Cara, αλλά και για την επιρροή που
άσκησε σε καλλιτεχνικά ρεύματα του εικοστού αιώνα, όπως ο υπερρεαλισμός
και η Νέα Αντικειμενικότητα. Τα θεμέλια της μεταφυσικής οπτικής και του
προσωπικού ύφους του Ντε Κίρικο τέθηκαν χωρίς αμφιβολία κατά τη διάρκεια
της παραμονής του στο Μόναχο, όπου ήρθε σε επαφή με τον μαγικό ρεαλισμό
του Arnold Boecklin, τον συμβολισμό του Max Klinger, τη φιλοσοφία του
Arthur Schopenhauer και τις ψυχολογικές θεωρίες του Otto Weiniger. Οι
πίνακες του διέπονται από οραματικά και ποιητικά στοιχεία, ενώ
χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερη έμφαση του Ντε Κίρικο σε αινιγματικές
συνθέσεις και στην αμφισημία των αντικειμένων. Το νεοκλασικό ύφος που
υιοθέτησε μετά το 1919, όπως και σχεδόν το σύνολο των έργων του μετά την
περίοδο της Μεταφυσικής Ζωγραφικής του, θεωρήθηκε από πολλούς κριτικούς
υποδεέστερο, ωστόσο η παραγωγή του κατά την περίοδο 1911-19
αναγνωρίζεται από την πλειοψηφία τους ως σημαντική και ξεχωριστή στην
ιστορία της μοντέρνας τέχνης. Πώς όμως και γεννήθηκε στον Βόλο ο Ντε Κίρικο;
Toν Σεπτέμβριο του 1881 υπογράφηκε μεταξύ της κυβέρνησης Κουμουνδούρου
και του Evaristo De Chirico (Εβαρίστο ντε Κίρικο), μηχανικού, εκπροσώπου
του τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης Θεοδ. Μαυρογορδάτου, σύμβαση
κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής από Βόλο στη Λάρισα. Ο Evaristo De
Chirico ήταν ο πατέρας του μεγάλου ζωγράφου Giorgio De Chirico και μαζί
με άλλους μηχανικούς ίδρυσε κατασκευαστική εταιρεία και ανέλαβε την
κατασκευή των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων.
Στις 22 Απριλίου του 1884 έγιναν στον Βόλο τα εγκαίνια του Σιδηροδρόμου, με την παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α’.
Στα εγκαίνια έγιναν τα αποκαλυπτήρια του καλλιτεχνικού μνημείου της
Αθηνάς με την προτομή του Γεωργίου Α’, έργα και τα δύο του Ιταλού γλύπτη
Previsan. Και τα δύο αυτά αγάλματα υπάρχουν σήμερα στον χώρο μπροστά
στον σιδηροδρομικό σταθμό του Βόλου.
Έτσι δημιουργήθηκε ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, ο οποίος, όπως μας
πληροφορεί ο Μιχ. Γρηγορόπουλος, στο βιβλίο του «Περιήγησις εν Ελλάδι»,
«εν μέσω των περιβαλλόντων αυτόν αμφιλαφών δένδρων προσομοιάζει ωραία
εξοχική επαύλει».
Στη συνέχεια το 1893 άρχισε η κατασκευή του της σιδηροδρομικής γραμμής
Βόλου – Λεχωνίων – Μηλεών, η οποία αποπερατώθηκε τον Ιούλιο 1903.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής στον Βόλο, του Εβαρίστο ντε Κίρικο με τη
σύζυγό του επίσης Iταλίδα Τζέμα ντε Κίρικο, γεννιέται στην πόλη μας ο
μεγάλος ζωγράφος.
Τόσο για το ζωγράφο Ντε Κίρικο, όσο και για τους Θεσσαλικούς
Σιδηροδρόμους έχουν γίνει επανειλημμένα εκδηλώσεις και το 1995
διοργανώσαμε ως ΔΗΚΙ (Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας του Δήμου Βόλου),
ημερίδα*, επί Δημαρχίας Δημ. Πιτσιώρη.
«Αρχαιολόγο»,
«Έκτωρ και Ανδρομάχη» από την πρώτη βόλτα στην Corso Mazzini, τον
κεντρικότερο δρόμο της Κοζέντσα. Η πόλη της Ν. Ιταλίας βρίσκεται στην
Καλαβρία, όπου και τα ελληνόφωνα χωριάΠόσο όμως ως πόλη έχουμε αξιοποιήσει τους Ντε Κίρικο;
Αν κάποιος ξένος επισκεφθεί την πόλη πού θα δει τους Ντε Κίρικο;
Α. Τρενάκι. Επαναλειτουργία στη γραμμή Βόλος – Λεχώνια- Μηλιές.
Μεγάλη η κληρονομιά που μας άφησε ο πατέρας Ντε Κίρικο, το τρενάκι του
Πηλίου, το οποίο αφού η χούντα το κατήργησε το 1971, επανήλθε σε
λειτουργία με τις προσπάθειες του συλλόγου «Φίλοι του Τραίνου»,
(Δαμίγος, Καραθάνου, Σκυργιάννης κ.ά.) που συνέβαλαν και ανέστησαν το
τρενάκι.
Ο «πολιτισμός» και πάλι δεν άντεξε το τρενάκι να περνά μέσα από την πόλη
και την οδό Δημητριάδος και έτσι το εξοβελίσαμε στα βουνά, ώστε να μην
ενοχλεί και να κάνει την «ουδέτερη» διαδρομή Λεχώνια – Μηλιές.
Ήταν λάθος μας που επικαλύψαμε τις γραμμές της Δημητριάδος και δεν
αξιοποιήσαμε το τρενάκι, ώστε αυτό να περνά μέσα από την πόλη, ακόμη και
ως τραμ, που λειτουργούσε παλιότερα.
Σήμερα, όπου βλέπουμε στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις κεντρικά τμήματα να
πεζοδρομούνται, και το αυτοκίνητο να εκδιώκεται από το κέντρο των
πόλεων, ακόμη και η Πανεπιστημίου στην Αθήνα πρόκειται να πεζοδρομηθεί,
είναι η ώρα να δούμε με άλλη ματιά το τρενάκι, το οποίο έχει
χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο μνημείο τέχνης.
Από μόνο του το τρενάκι θα μπορούσε να κάνει παγκοσμίως γνωστό το Βόλο,
διότι η πολιτιστική κληρονομιά που λέγεται τρενάκι Πηλίου έχει ήδη
προκαλέσει το παγκόσμιο ενδιαφέρον, απλά εμείς δεν φροντίσαμε να το
αξιοποιήσουμε όσο του αξίζει, μια και στην ιστορία των σιδηροδρόμων το
τρενάκι κατέχει πρωτεύουσα θέση.
Είναι βέβαιο ότι τα επόμενα χρόνια το τρενάκι θα καθιερωθεί ως ζωντανό
στοιχείο της πόλης αν θέλουμε να ονομάζεται η πόλη μας ευρωπαϊκή και όχι
οπισθοδρομική, μία πόλη που πρέπει να στηριχθεί στο τετράπτυχο Βόλος –
Πήλιο – Ντε Κίρικο – Αργώ.
Β. Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Βόλου.
Είναι γεγονός ότι όταν δημιουργήθηκε το κτίριο του Σιδηροδρομικού
Σταθμού έμοιαζε με έπαυλη και η αρχιτεκτονική του αξία αναγνωρίζεται και
σήμερα. Πού είναι όμως οι Ντε Κίρικο;
Όταν έρχεται ένας ταξιδιώτης ή φεύγει από το σιδηροδρομικό σταθμό δεν αντιλαμβάνεται καμία παρουσία των Ντε Κίρικο.
Το στρογγυλό ρολόι «σήμα κατατεθέν» των απανταχού σιδηροδρομικών σταθμών του κόσμου στην πόλη μας δεν υπάρχει.
Είναι το ρολόι που έχει αποτυπώσει σε πολλούς πίνακες ο ζωγράφος Ντε Κίρικο, όπως αποτύπωσε και το τρενάκι.
Ούτε επίσης μία αφίσα με ένα έργο του Ντε Κίρικο θα δει κανείς στην αίθουσα αναμονής ή στα γραφεία των υπαλλήλων.
Αυτό που άμεσα και χωρίς κόστος μπορεί να γίνει είναι να τοποθετηθούν
στην αίθουσα αναμονής του σιδηροδρομικού σταθμού (τώρα επισκευάζεται),
αλλά και στα γραφεία αφίσες με έργα του Τζόρτζιο ντε Κίρικο και μάλιστα
αυτά που να αποτυπώνουν το τρενάκι. Επίσης δύο φωτογραφίες μία του
Εβαρίστο Ντε Κίρικο και μία του Τζόρτζιο ντε Κίρικο σε κορνίζες και λίγα
λόγια βιογραφικά (δίγλωσσο) για τον καθένα και τη σύνδεσή τους με την
πόλη.
Επίσης θα μπορούσαμε να φιλοτεχνήσουμε δύο προτομές για τους Ντε Κίρικο και να τοποθετηθούν σε περίοπτη θέση του σταθμού.
Το
στρογγυλό ρολόι «σήμα κατατεθέν» των σιδηροδρομικών σταθμών του κόσμου
στην πόλη μας δεν υπάρχει. Το ρολόι έχει αποτυπώσει σε πολλούς πίνακες ο
ζωγράφος Ντε Κίρικο, όπως αποτύπωσε και το τρενάκιCozenza, κι… όμως δεν είναι Βόλος.
Με τύχη αγαθή και φιλοξενία των αγαπητών Ντάριο και Ελένης βρέθηκα, το
περασμένο καλοκαίρι, στη Κοζέντσα, μία πόλη στη Νότιο Ιταλία, στην
Καλαβρία, όπου και τα ελληνόφωνα χωριά.
Με την πρώτη βόλτα στον κεντρικότερο δρόμο της, στην Corso Mazzini,
εντυπωσιάζεται κανείς από τα μεγάλα και ψηλά μπρούντζινα αγάλματα,
αντίγραφα έργων του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Αναρωτήθηκα αν είχε σχέση ο Ντε
Κίρικο με την Κοζέντσα. Καμία, απλώς εκτίμησαν το έργο του και
διακόσμησαν το κεντρικότερο δρόμο τους με τους Αρχαιολόγους, Έκτωρ και
Ανδρομάχη, Μεγάλο Μεταφυσικό.
Και μάλιστα έκαναν και κάτι πιο ευρηματικό ανέβασαν στο You Tube βίντεο
με την Corso Mazzini, την κεντρική αγορά δηλαδή και τα αγάλματα του Ντε
Κίρικο, το οποίο μπορεί να δει κανείς.
Αυτό που δεν έκανε ο Βόλος το πραγματοποίησε η Κοζέντσα, κι ας μην είναι η γενέτειρα του Ντε Κίρικο.
Τέσσερα – πέντε μεγάλα αγάλματα του Ντε Κίρικο είναι επιβεβλημένο να
τοποθετηθούν στο πιο πολυσύχναστο σημείο της πόλης στην παραλία του
Βόλου, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, θα έπρεπε να αποκτήσει χαρακτήρα
πεζόδρομου και όχι εν δυνάμει οδού.
Είναι γεγονός ότι η πόλη τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιάσει μία
πολιτιστική κάμψη (λόγω οικονομικής κρίσης και Δημοτικής Αρχής) μέχρι
και τα μπρούντζινα αγάλματα αφαιρέθηκαν μπροστά από το Δημαρχείο για να
πωληθούν ως μέταλλο!, χωρίς φυσικά να αντικατασταθούν. Η πόλη χρειάζεται
ένα πολιτισμικό σοκ για να αρχίσει η πολιτιστική ανάκαμψη, και πάντως
αν και η σημερινή συγκυρία δεν βοηθά στα επόμενα χρόνια αυτό θα συμβεί. *βλ. σχετική έκδοση πρακτικών, Χρ. Φώτου, Ο Βόλος και οι Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι 1882 – 1906
Μια ζωή ολόκληρη, 72
συνεχόμενα χρόνια, συμπλήρωσε αισίως στην τοπική αγορά ο Ιωσήφ
Χριστοφορίδης, ο παλαιότερος παντοπώλης του Βόλου, ο οποίος βρίσκεται
πάντα στις επάλξεις, δεκαεννέα χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του. Ο
γνωστός επαγγελματίας του Βόλου, ο οποίος εργάζεται από την ηλικία των
12 ετών, δημιούργησε με πολύ δουλειά και διαρκή προσπάθεια την
επιχείρησή του, με τον γιο του Πρόδρομο να συνεχίζει επάξια την
οικογενειακή παράδοση.
Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ «Η οικογένειά μου ήρθε από το Ικόνιο της Καππαδοκίας το 1924 με την
ανταλλαγή. Ο πατέρας μου, Πρόδρομος, ήταν αργυραμοιβός στην Καππαδοκία
και όταν ήρθε στον Βόλο άνοιξε κρεοπωλείο, μια παράγκα μπροστά από το
Γυμναστήριο. Η μητέρα μου, Ελένη, διατηρούσε παντοπωλείο, παράγκα
επίσης, στην οδό Χατζηαργύρη», αρχίζει η αφήγηση του συνταξιούχου
παντοπώλη. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και η εικόνα του Βόλου τελείως διαφορετική, σε
σύγκριση με τη σημερινή εποχή. Ο Πρόδρομος και η Ελένη Χριστοφορίδη,
απέκτησαν πέντε παιδιά, τον Χριστόφορο, τον Πέτρο, πατέρα του γνωστού
Βολιώτη γιατρού Πρόδρομου Χριστοφορίδη, τον Ιωσήφ, την Ελισάβετ και την
Ευλαμπία. Η πατρική οικία βρισκόταν στην οδό Χατζηαργύρη με Αχιλλοπούλου, στην
περιοχή του Αγίου Βασιλείου, κι όπως θυμάται ο Βολιώτης παντοπώλης,
δίπλα υπήρχαν παράγκες και πίσω από το σπίτι, χωράφια. «Ο Βόλος ήταν μια
μικρή πόλη, με πολλά χωράφια. Μετά από το δικό μας σπίτι υπήρχαν πολλά
χωράφια, όπου βοσκούσαν πρόβατα και γίδια. Τώρα έγιναν μεγάλες
πολυκατοικίες στο ποτάμι, ενώ παλιά φοβόσουν να πας εκεί το βράδυ». Σε κάθε γειτονιά υπήρχαν μικρά μαγαζάκια, παντοπωλεία και
ψιλικατζίδικα, μικρές παράγκες που πουλούσαν τα αναγκαία της κάθε μέρας,
μακαρόνια, όσπρια, ζάχαρη, λάδι, πατάτες, κρεμμύδια, όλα χύμα. Ο κόσμος
ψώνιζε με φειδώ, όπως και σήμερα, με τα όσπρια να βρίσκονται τακτικά
στο τραπέζι των περισσότερων οικογενειών που μοχθούσαν για το
μεροκάματο. Ο κόσμος ψώνιζε βερεσέ και το θρυλικό τεφτέρι, που επανήλθε
στο προσκήνιο λόγω ύφεσης, βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη. «Πουλούσαμε
και βερεσέ. Δούλευε τότε ο κόσμος στα εργοστάσια, άλλοι σε οικοδομικές
εργασίες και μας πλήρωναν το Σάββατο. Εμείς τους βοηθούσαμε, γιατί τους
γνωρίζαμε χρόνια και υπήρχε εκτίμηση και εμπιστοσύνη με τους πελάτες»
συνεχίζεται η αφήγηση. Ηταν άλλες εποχέςΟ Βολιώτης παντοπώλης θυμάται με συγκίνηση και νοσταλγία το παλιό
μπακάλικο της οικογένειας, μια παραγκούλα γεμάτη από την καλή αύρα των
ανθρώπων που της έδωσαν ζωή. «Βάζαμε κρεμμύδια στα ψηλά ράφια, για να τα
πουλήσουμε τον χειμώνα, και θυμάμαι σαν τώρα τα κρεμμυδόφυλα πάνω στη
ζυγαριά», αναφέρει. Οι μνήμες των παιδικών χρόνων και μιας άλλης εποχής, που φαντάζει
μακρινή, ζωντανεύουν μέσα από την παραστατική αφήγηση του παλιού
παντοπώλη, ο οποίος υπογραμμίζει: «Μόλις τελείωσα το δημοτικό, ήμουν στο
μπακάλικο, άρχισα να βοηθάω και σιγά - σιγά αγόραζα μόνος μου το
εμπόρευμα, συνεχίζοντας μέχρι σήμερα να έρχομαι στο κατάστημα τα πρωινά,
γιατί δεν θέλω να κάθομαι στο σπίτι». Πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό, ο Ιωσήφ Χριστοφορίδης έδειξε από
μικρή ηλικία το εμπορικό του ταλέντο, το οποίο εξελίχθηκε σταδιακά. Δεν
είναι τυχαίο το γεγονός ότι πρόκοψε, ανελίχθηκε επαγγελματικά και
κατέλαβε μια από τις κορυφαίες θέσεις στον κλάδο των παντοπωλών. «Μετά
το δημοτικό, ακόμη κι όταν πήγαινα στο σχολείο, ήμουν στο μαγαζί και
ασχολούμουνα με διάφορες δουλειές. Για παράδειγμα, έφτιαχνα τυχερά και
καθόμουν την Κυριακή το απόγευμα έξω από την πόρτα του μαγαζιού και τα
πουλούσα. Τα παιδιά κέρδιζαν μια τόπα, ένα μικρό παιχνίδι, και για να
πουλήσω περισσότερα τυχερά, έδινα το μεγαλύτερο δώρο σε κάποιον που είχε
μεγάλη παρέα και τρέχαν όλα τα παιδιά, για να αγοράσουν τυχερά λαχεία»
θυμάται. Η δουλειά τον συντροφεύει μια ζωή, από τα παιδικά του χρόνια, κι όταν
άλλα παιδιά της ηλικίας του έπαιζαν τις Κυριακές, εκείνος πήγαινε με το
κασελάκι του λούστρου έξω από τον ναό του Αγίου Γεωργίου στην Αγριά κι
έβαφε παπούτσια. «Πήγαινα κάθε Κυριακή στην Αγριά με το λεωφορείο και
άφηνα το κασελάκι μου σε μια ταβέρνα της Αγριάς, το οποίο έπαιρνα κάθε
Κυριακή» αναφέρει με νοσταλγία. Σιγά - σιγά, δημιούργησε κεφάλαιο, δημιούργησε τη δική του οικοδομή
και παντοπωλείο, Χατζηαργύρη με Αχιλλοπούλου, απέναντι από το πατρικό
του σπίτι, και «σιγά – σιγά, αφού δυνάμωσα οικονομικά, πήρα μετά από
πολλά χρόνια το μαγαζί του Καρύδη, το μεγαλύτερο μπακάλικο του Βόλου,
που βρισκόταν Ιωλκού με Τάκη Οικονομάκη», υπογραμμίζει. Ο Ιωσήφ Χριστοφορίδης (δεξιά) με συγγενείς και γείτονες έξω από το παλιό μπακάλικο της οικογένειαςΕπιτυχημένος επαγγελματίαςΟι κόποι μιας ζωής απέδωσαν καρπούς κι ο νεαρός βιοπαλαιστής
αναδείχθηκε σε οικονομική δύναμη για την πόλη, με πολύ μεγάλη
επαγγελματική δράση. Δημιούργησε μια ευτυχισμένη οικογένεια με την
αξιαγάπητη σύζυγό του Βαγγελίτσα, κι απέκτησαν δύο παιδιά, τον Πρόδρομο
και τον Χρήστο, εκλεκτά μέλη, αμφότεροι, της τοπικής κοινωνίας. Μέσα από την αφήγηση του Ιωσήφ Χριστοφορίδη, ζωντανεύουν εικόνες του
παλιού Βόλου, με τα όμορφα σπίτια, τις αυλές, τις γειτονιές με τα μικρά
μαγαζάκια, τα εμπορικά της Ερμού, τη συμπαράσταση μεταξύ των γειτόνων. Ο
ίδιος συνέχισε, στο μεταξύ, την ανοδική του εμπορική πορεία, και το
1978 δημιούργησε μίνι μάρκετ στο ιδιόκτητο κατάστημα που διατηρεί μέχρι
σήμερα ο γιος του Πρόδρομος, που παρέλαβε τη σκυτάλη, στην οδό Γκλαβάνη
με Τάκη Οικονομάκη. Οι εποχές άλλαξαν για όλους τους επαγγελματίες, λόγω της κρίσης που
διαφοροποίησε τα δεδομένα στην τοπική αγορά. «Δεν υπάρχει σύγκριση
ανάμεσα στο τότε και το σήμερα. Υπάρχει μεγάλη διαφορά, γιατί και σήμερα
η κατάσταση είναι σφιχτή, αλλά δεν υπάρχουν δουλειές κι όλος ο κόσμος
έχει οικονομική δυσκολία. Ο κόσμος ψωνίζει τα απαραίτητα, περιορίζοντας
τις δαπάνες του, διότι κάνει περικοπές σε πολλά είδη. Οι περισσότεροι
περιορίζονται στο κυρίως φαγητό και αποφεύγουν τα ακριβά πράγματα»,
τονίζει. Νοσταλγεί τις παλιές, καλές εποχές, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι: «Και
τώρα καλά είμαι, δεν έχω παράπονο. Υγεία να έχουμε, κι ας βγάζουμε
λιγότερα. Αρκεί να μπορούμε να ζούμε και να κρατάμε το μαγαζί». Δηλώνει
ικανοποιημένος από τη ζωή του, κι όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πάλεψα
από παιδί για να κάνω προκοπή, να δημιουργήσω κεφάλαιο, για να μπορέσω
να κάνω κάτι καλύτερο στη ζωή μου και είμαι ικανοποιημένος».
Ορατό και στον ουρανό του Βόλου και μάλιστα πολύ καθαρά, λόγω της καλοκαιρίας, που αναμένεται, θα είναι αύριο το φεγγάρι, που θα κάνει κάτι ασυνήθιστο, καθώς τρία ξεχωριστά ουράνια φαινόμενα σχεδόν θα συμπέσουν: Η πανσέληνος, το πλησίασμα του δορυφόρου μας στη Γη (περίγειο), ώστε να υπάρχει σούπερ-Σελήνη και ταυτόχρονα η ολική έκλειψη της Σελήνης. Συνοπτικά, το φαινόμενο θα μπορούσε να αποκληθεί ολική έκλειψη υπερ-Σελήνης. Θα είναι η δεύτερη πανσέληνος του Ιανουαρίου, καθώς είχε προηγηθεί η πανσέληνος και η σούπερ-Σελήνη της φετινής Πρωτοχρονιάς, αλλά τότε δεν υπήρχε έκλειψη του φεγγαριού. Παρεμπιπτόντως, επειδή ο Ιανουάριος έχει δύο πανσελήνους και ακολουθεί ένας «κολοβός» μήνας με 28 μέρες, ο φετινός Φεβρουάριος δεν θα έχει καθόλου πανσέληνο και αυτό έχει να συμβεί από το 1999. Η επόμενη πανσέληνος θα είναι την 1η Μαρτίου. Η προηγούμενη ολική έκλειψη υπερ-Σελήνης είχε συμβεί το Σεπτέμβριο του 2015. Η προηγούμενη όμως φορά που είχε γίνει κάτι παρόμοιο κατά τη δεύτερη πανσέληνο του ίδιου μήνα, ήταν στις 31 Μαρτίου 1866, δηλαδή πριν σχεδόν 152 χρόνια, αλλά τότε το φεγγάρι βρισκόταν στο απόγειό του, δηλαδή στο πιο απομακρυσμένο σημείο του από τη Γη. Οι δύο επόμενες φορές που η ολική έκλειψη Σελήνης θα συμπέσει με τη δεύτερη πανσέληνο του ίδιου μήνα, θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2028 (αλλά τότε δεν θα υπάρχει υπέρ-Σελήνη, δηλαδή το φεγγάρι δεν θα βρίσκεται στο περίγειό του) και στις 31 Ιανουαρίου 2037 (τότε θα υπάρχει υπερ-Σελήνη). Η τροχιά της Σελήνης δεν είναι τέλειος κύκλος γύρω από τη Γη, με αποτέλεσμα η απόσταση ανάμεσα στο κέντρο του φεγγαριού και στο κέντρο της Γης να αυξομειώνεται από τα περίπου 363.400 χιλιόμετρα (περίγειο) έως τα 405.550 χιλιόμετρα (απόγειο). Έτσι σε μια πανσέληνο που θα συμβεί στο περίγειο (υπερ-Σελήνη), το φεγγάρι φαίνεται περίπου 14% μεγαλύτερο και 30% φωτεινότερο από μια πανσέληνο που θα συμβεί στο απόγειο. Ο μη επιστημονικός όρος «υπερ-Σελήνη» ή «σούπερ-Σελήνη» είναι δημιούργημα του αστρολόγου Ρίτσαρντ Νόλαν από το 1979. Οι ολικές εκλείψεις είναι ορατές από κάθε σημείο της Γης που έχει νύχτα και η διάρκεια της ορατής έκλειψης διαφέρει από τόπο σε τόπο. Στη διάρκεια των εκλείψεων το φεγγάρι αποκτά ένα σκούρο κοκκινωπό χρώμα σαν να είναι σκουριασμένο ή ματωμένο, καθώς ο δορυφόρος του πλανήτη μας εισέρχεται στη σκιά της Γης και η γήινη ατμόσφαιρα φιλτράρει το σεληνιακό φως. Η αυριανή έκλειψη θα είναι ορατή κυρίως από την κεντρική και ανατολική Ασία, την Ινδονησία και την Αυστραλία, που θα έχουν βράδυ στη διάρκεια της έκλειψης. Η έκλειψη θα φθάσει στο μέγιστο σημείο της (δηλαδή η Σελήνη θα βρίσκεται στο σημείο εγγύτερα στο κέντρο της σκιάς της Γης) περίπου στις 15:30, όταν το φεγγάρι -που θα ανατείλει λίγο πριν τις 18:00- θα είναι ακόμη κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, το φαινόμενο να μην είναι άμεσα ορατό στη χώρα μας. Ευτυχώς θα υπάρχει φέτος μια δεύτερη ολική έκλειψη του φεγγαριού, που θα συμβεί στις 27 Ιουλίου, η οποία θα είναι ορατή και στην Ελλάδα. Αλλά τότε δεν θα υπάρχει υπερ-Σελήνη!
Από τα Άνω Λεχώνια ξεκινάει τη φετινή χρονιά ο νέος κύκλος εκδηλώσεων και δράσεων της «Μαγνήτων Κιβωτού, για τη διάσωση του Πολιτιστικού Αποθέματος», που διοργανώνει έκθεση ντοκουμέντων και παλιάς φωτογραφίας με θέμα «Τα Λεχώνια στο πέρασμα των χρόνων», από την συλλογή του Νίκου Μαστρογιάννη. Διπλός ο συμβολισμός, τόσο σε ότι αφορά την επιλογή του τόπου, αλλά και τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της εκδήλωσης.
Η επιλογή των Λεχωνίων θέλει να σηματοδοτήσει την πρόθεση του φορέα να πραγματοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερες εκδηλώσεις στην περιφέρεια και η έκθεση ντοκουμέντων και φωτογραφιών παλαιότερων εποχών να καταδείξει την προσπάθεια που θα γίνει και φέτος για την ανάδειξη του πολιτιστικού αποθέματος της Μαγνησίας.
Την Πέμπτη 18 Ιανουαρίου, στις 6.00 το βράδυ στο Πνευματικό Κέντρο του Ι.Ν. Αγίου Αθανασίου, στα πάνω Λεχώνια, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος & Αλμυρού κ. Ιγνάτιος και πρόεδρος της «Μαγνήτων Κιβωτού» θα εγκαινιάσει την έκθεση, που θα διαρκέσει μέχρι την Κυριακή 21 Ιανουαρίου. Η εκδήλωση θα ξεκινήσει με ομιλία του κ. Άρη Παπαδόπουλου ο οποίος θα αναπτύξει το θέμα «Τα Λεχώνια και οι Ναοί τους», ενώ στη συνέχεια θα παρουσιάσει την Συλλογή του ο ίδιος ο Συλλέκτης, Νίκος Μαστρογιάννης.
Η έκθεση αποτελείται από 460 φωτογραφίες, αρκετά ντοκουμέντα και πειστήρια, και είναι κατανεμημένη στις παρακάτω ενότητες: 1. Ιστορία. Αρχαία Μεθώνη (λόφος Νεβεστίκι). Παλαιοχριστιανικές Εκκλησίες στα Πλατανίδια και Βυζαντινό Παλιόκαστρο. 2. Εγκαίνια γραμμής ΒΟΛΟΥ – ΛΕΧΩΝΙΩΝ, στις 11 Οκτωβρίου του 1895, και ο ρόλος που έπαιξε στη ζωή του χωριού το τραίνο. 3. Μεταξουργεία ΚΟΚΩΣΛΗ και ΚΟΥΤΟΥΠΗ 4. Συνεταιρισμός Παραγωγών (ΣΠΟΛΚ) 1917, με κονσερβοποίηση προϊόντων. 5. ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Οι λειτουργοί (Ιερείς, ψαλτάδες), οι υπηρετούντες αυτή (Εκκλησιαστικοί Επίτροποι, νεωκόροι), Μυστήρια (Γάμοι , Βαφτίσεις), θρησκευτικές εξορμήσεις και προσκυνήματα στην ευρύτερη περιοχή. 6. Εκπαίδευση. Δημοτικό Σχολείο, εξέλιξη των παιδιών. 7. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ. Εμπορικά καταστήματα, παντοπωλεία, φούρνοι, ταβέρνες. Όλο αυτό το φωτογραφικό υλικό, συμπληρώνεται και από πολλά έντυπα ντοκουμέντα όπως: • Φ.Ε.Κ. 1892. Ίδρυση Δημοτικού Σχολείου. • Φ.Ε.Κ. 1917. Έγκριση του καταστατικού του Συλλόγου Παραγωγών (ΣΠΟΛΚ). • Πρωτότυπες ετικέτες προϊόντων κονσερβοποίησης. • Εντυπώσεις της Καλιρρόης Παρρέν (Εφημερίδα των κυριών), από την επίσκεψή της στο Δημοτικό Σχολείο, το 1895.
Παραμύθι βγαλμένο από την αχλή του χρόνου θυμίζουν οι αφηγήσεις παλιών Βολιωτών για τα θρυλικά ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς που άφησαν εποχή. Χώροι διασκέδασης που σήμερα δεν υπάρχουν, όπως το φημισμένο κέντρο διασκέδασης «Χατζηνικολάου», σφράγισαν ανεξίτηλα το γιορτινό κλίμα της προσμονής του καινούργιου χρόνου, με τους Βολιώτες να γλεντούν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, φορώντας επίσημο ένδυμα, ειδικά ραμμένο πολλές φορές για την περίσταση. Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει με οδηγό δύο παράλληλες αφηγήσεις, του Τάσσου Μητρογώγου και του Κώστα Αβτζή, δύο γνωστών Βολιωτών που βίωσαν το κλίμα εκείνης της εποχής, και μεταφέρουν μέσω στου ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ αφηγήσεις και στιγμιότυπα που γεννούν νοσταλγία. Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ Εχοντας ως αφετηρία το ερμηνευτικό του ξεκίνημα στην πίστα του περίφημου κέντρου «Χατζηνικολάου», ο Τάσσος Μητρογώγος θυμάται: «Λες και ήταν χθες και ας πέρασαν τόσα χρόνια, πώς άλλωστε να ξεχάσω, μαθητής ακόμη στο Γυμνάσιο, πριν από τη δίνη της Κατοχής και του εμφυλίου, βρέθηκα εν έτει 1950 να τραγουδώ σε μια θαυμάσια αίθουσα (Χατζηνικολάου) παραμονή Πρωτοχρονιάς, όταν οι εκατοντάδες Βολιώτες, ξεχνώντας τα δεινά που πέρασαν, τα δύσκολα χρόνια, ντυμένοι με τα καλά τους, που τα έβγαλαν από τα μπαούλα τους όπου τα είχαν κρυμμένα τόσα χρόνια, ξεφάντωναν περιμένοντας τον καινούργιο χρόνο». Την εποχή εκείνη, ο Τάσσος Μητρογώγος συμμετείχε στη χορωδία Ποτούμνη και οι πρόβες γίνονταν στο οίκημα επί των οδών Τοπάλη και Ιάσονος, που βρισκόταν διαγώνια από το μεγαλοπρεπές και επιβλητικό κτίριο «Χατζηνικολάου», ένα από τα δύο λαμπρότερα κέντρα διασκέδασης του Βόλου. «Ο θείος μου, Γ. Χατζηνικολάου, ξάδελφος του πατέρα μου και ιδιοκτήτης του κέντρου, αναζητώντας νέα ταλέντα και ψάχνοντας να επουλώσει τις πρόσφατες «μεταγραφές» τραγουδιστών που υπέστη, ήρθε ν’ ακούσει τις πρόβες της χορωδίας μας. Εκείνες τις μέρες μόλις είχαν αποχωρήσει από το κέντρο δύο σπουδαίοι τραγουδιστές, ο Σώτος Παναγόπουλος και ο Γιάννης Γκανίλας, οι οποίοι ξεκινούσαν άμεσα συνεργασία με την «Εξωραϊστική» θυμάται. Φυσικά δεν ήταν μόνο το ρεβεγιόν στου Χατζηνικολάου που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των Βολιωτών. Υπήρχε η «Εξωραϊστική», το κέντρο του «Καλιντζέου», τα κέντρα του Αναύρου, της Ν. Ιωνίας, του Ανω Βόλου (Τζάκι) και άλλα όπου γλεντούσαν οι Βολιώτες υπό τους ήχους των ορχηστρών των: Ν. Τσαχτίρη, Κ. Βακαλόπουλου, Τ. Τσουκάτου, Τ. Θεοδωρόπουλου, Χ. Τσόχα, και εμφανίζονταν οι Βολιώτες τραγουδιστές Γ. Γκανίλας, Τ. Βαβάτσικος, Γ. Τενόπουλος, Ν. Καπάτος, Τ. Μουζάς και άλλοι. «Στην αίθουσα Χατζηνικολάου είχα την ευκαιρία να τραγουδώ υπό τους ήχους σπουδαίων μουσικών μια τέτοια βραδιά Πρωτοχρονιάς, όπως οι Γ. Μαυραντώνης και Κ. Μάστορης (βιολιά), ο συμμαθητής μου Δ. Μαχαιρίτσας (πιάνο), ο Γ. Φασούλας (ακορντεόν), ο Μ. Βιτς (ντραμς) και ο Σ. Πετεινάρης (σαξόφωνο). Ηταν θαυμάσια η αίθουσα του Χατζηνικολάου και ήταν, χωρίς υπερβολή, μια από τις ωραιότερες της Ελλάδος, διότι είχα την ευκαιρία να βρεθώ σε δύο από τις μεγαλύτερες αίθουσες της Αθήνας, της «Μεγάλης Βρετανίας» και του «King George» σαν μέλος του Συλλόγου εκφωνητών Ελλάδος, στους ετήσιους μεγάλους χορούς του, και να τις συγκρίνω με του Χατζηνικολάου» επισημαίνει ο κ. Μητρογώγος. Το κέντρο «Χατζηνικολάου» ήταν ένα διώροφο κτίριο στην παραλία, στη συμβολή των οδών Σπυρίδη και Αργοναυτών. Ο κάτω όροφος, όπως θυμούνται ο Τάσσος Μητρογώγος και οι παλιοί Βολιώτες, ήταν καφέ – ζαχαροπλαστείο και δίπλα βρισκόταν η αίθουσα μπιλιάρδου. Στον άνω όροφο βρισκόταν η μεγάλη αίθουσα χορού, η οποία χωριζόταν σε δύο μικρότερες, που λειτουργούσαν τις γιορτές για να καλύπτουν τη μεγάλη συμμετοχή του κόσμου. Η ξύλινη πίστα χορού φωτιζόταν με πολύχρωμα φωτάκια, που ήταν καλυμμένα με κρύσταλλα, και οι χορευτές χόρευαν πάνω από τον φωτισμό, ενώ ένας μεγάλος στρογγυλός πολυέλαιος έκανε κύκλους με πολύχρωμα φωτάκια. Στο ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς, η οροφή καλυπτόταν από εκατοντάδες μπαλόνια, τα οποία έπεφταν στην πίστα με τον ερχομό του νέου χρόνου. Η τεράστια πίστα τελείωνε με ένα υπερυψωμένο επίπεδο, δύο σκαλοπάτια πλάτους 3 – 4 μέτρων, που επέτρεπε να υπάρχουν τραπέζια και ένας μικρός διάδρομος που οδηγούσε σε δύο σκάλες, και στον εξώστη που φιλοξενούσε επίσης τους θαμώνες, οι οποίοι κατέβαιναν να χορέψουν στην πίστα. «Η ώρα πλησίαζε για τον ερχομό του νέου χρόνου. Τα ταγκό της «Κομπαρσίτας», της «Ζήλειας» και του «Αντιός πάμπα μία» και τα τραγούδια «Βίρα της άγκυρες», «Αντίο», «C’ est si bon», «Βegin the Beguine» και άλλα, έδιναν τη θέση τους στο παρά πέντε, σ’ ένα όμορφο, επίκαιρο ερωτικό τραγούδι του Χαιρόπουλου, που το χόρευαν σφιχταγκαλιασμένα τα ζευγάρια. «Αγαπημένη μου, χρόνια πολλά. Νάναι χαρούμενος ο νέος χρόνος, η σκέψη μου ξάγρυπνη να σε κρατά, και νάναι άγνωστος για σένα ο πόνος». Λίγα δευτερόλεπτα από την είσοδο του νέου χρόνου, ο ντραμίστας Μίμης Βιτς κτυπούσε τα πιατίνια του, όλη η ορχήστρα, μετρούσαμε αντίστροφα, 10…9…8…7… και στο 0 έσβηναν τα φώτα, έπεφταν τα μπαλόνια και γινόταν χαλασμός στην πίστα και στα τραπέζια. Ολοι αντάλλασσαν ευχές και φιλιά, τραγουδώντας μαζί μας: «Εφυγε ο παληός ο χρόνος, ας γλεντήσουμε παιδιά, καλή χρονιά, καλή χαρούμενη Πρωτοχρονιά». Η αφήγηση – περιήγηση στο μακρινό παρελθόν, δια στόματος του Τάσσου Μητρογώγου, συνεχίζεται με το γιορτινό κλίμα που επικρατούσε στα σπίτια γνωστών Βολιωτών. «Εκτός των πρωτοχρονιάτικων ρεβεγιόν στα κέντρα διασκεδάσεως του Βόλου, υπήρχαν και τα ρεβεγιόν των συμπολιτών μας που είχαν μουσική παιδεία στις κατοικίες τους. Φίλοι και συγγενείς, την παραμονή σε συγκεντρώσεις τους, είχαν την ευκαιρία να παίξουν το καθιερωμένο 31 ή πόκερ, να διασκεδάσουν και να χορέψουν υπό τους ήχους πιάνου, ακορντεόν, βιολιού, κιθάρας. Τα μέλη της γνωστής οικογένειας Σαμσαρέλου, ο Φίλιππος και ο Αλέκος στο βιολί, η Κατίνα, η Ελένη και η Μαίρη στο πιάνο, οι οικογένειες του γιατρού Ζώνζηλου, όπου οι δύο κόρες του, η Τζένη και η Καίτη έπαιζαν πιάνο, ή της οικογένειας Ψιώτα: η Καίτη, η Νίτσα, ο Θανάσης, το ίδιο και η οικογένεια Κεχαΐδη, όπου ο πατέρας Μπάμπης και τα παιδιά Κώστας και Βάσω, πρωτοστατούσαν. Αλλά και αργότερα όταν παρέες μουσικών, όπως οι «4 Ασσοι», το «Βολιώτικο τρίο» και άλλοι, περνούσαν την τελευταία μέρα του χρόνου διασκεδάζοντας με συγγενείς και φίλους στα σπίτια τους ή και στα ταβερνάκια του Βόλου» θυμάται ο κ. Μητρογώγος. Εντονες είναι οι μνήμες του Κώστα Αβτζή από τα πρωτοχρονιάτικα ρεβεγιόν του παρελθόντος που άφησαν εποχή και ταυτόχρονα μια γλυκιά αίσθηση νοσταλγίας για όσα πέρασαν, αλλά ευτυχώς δεν ξεχάστηκαν. «Πηγαίναμε στην αίθουσα του Χατζηνικολάου όταν είχε ρεβεγιόν, όπου κλείναμε τραπέζι» αναφέρει ο κ. Αβτζής. «Είχε μουσική, είχε πίστα όπου χόρευε ο κόσμος και μάλιστα υπήρχε και μια ωραία ατραξιόν. Ο γιος του Χατζηνικολάου χόρευε τρομερό σουίνγκ, και τον σηκώναμε επάνω και χόρευε. Το γιορτινό κλίμα πλαισίωναν οι σερπαντίνες, τα γνωστά» συνεχίζεται η αφήγηση. Η εικόνα του περίφημου κέντρου παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένη στη σκέψη του κ. Αβτζή, ο οποίος αναφέρει ότι το διώροφο κτίριο βρισκόταν στη συμβολή των οδών Σπυρίδη και Αργοναυτών, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον πολλών Βολιωτών. «Ο κόσμος ήταν καλοντυμένος, εννοείται. Δεν υπήρχε περίπτωση να πήγαινες πρόχειρα ντυμένος στα κέντρα της εποχής. Οι πιο διάσημες αίθουσες της πόλης για το ρεβεγιόν, ήταν η «Εξωραϊστική» και του «Χατζηνικολάου» αναφέρει ο ίδιος, ανακαλώντας μνήμες από τις μεγάλες χοροεσπερίδες της «Εξωραϊστικής» με την ορχήστρα του Μαυραντώνη στο ισόγειο, τη δεκαετία του ’50. Στην πάνω αίθουσα τα μέλη ανέπτυσσαν συζητήσεις, ενώ στον τρίτο όροφο «υπήρχαν σουΐτες και γινόταν μπακαρά την πρωτοχρονιά» σημειώνει ο κ. Αβτζής, αναφερόμενος στην περίοδο πριν από τους σεισμούς, ενώ χαρακτηρίζει «φαντασμαγορικά τα ρεβεγιόν στην «Εξωραϊστική», με τους αστούς του παλιού Βόλου να συζητούν καθισμένοι στη βεράντα, ντυμένοι με επίσημο ένδυμα. Οι παλιότερες εποχές παραμένουν αξέχαστες και το γιορτινό κλίμα στον παλιό Βόλο «ήταν διαφορετικό, όπως το βιώνουμε εμείς σήμερα» θυμάται ο παλιός Βολιώτης, καθώς ανατρέχει στις εποχές των ρομαντικών χορών, του ταγκό, του βαλς. «Η αίθουσα του «Χατζηνικολάου» είχε πάνω εξώστη, όπου κάθονταν αρκετοί θαμώνες, ενώ πολλοί κάθονταν στην κάτω αίθουσα. Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές για διασκέδαση τότε στον παλιό Βόλο. Υπήρχαν τα σινεμά, οι βόλτες στην παραλία και τα καφενεία. Όταν άλλαζε ο χρόνος, γινόταν πανζουρλισμός στην Ερμού με σερπαντίνες και κομφετί. Αυτή ήταν η διασκέδαση. Διασκεδάζαμε με απλά πράγματα, δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο τότε κι ορισμένες φορές τα θυμάμαι με νοσταλγία» αναφέρει ο Κώστας Αβτζής. Ο ίδιος ανακαλεί εικόνες της νιότης, πριν από τους σεισμούς, που άλλαξαν άρδην το προφίλ της πόλης. Θυμάται τις ωραίες ορχήστρες του παλιού Βόλου, τους ερμηνευτές με τις ωραίες φωνές, το Γιάννη Γκανίλα, τον Τάσσο Μητρογώγο, τον Σώτο Παναγόπουλο, ο οποίος διέπρεψε στην Αθήνα, τις χορωδίες, τους τροβαδούρους της εποχής που γύριζαν στα ταβερνάκια με τις κιθάρες τους. «Όλα ήταν όμορφα, η ατέλειωτη βόλτα στην παραλία, τα λιγοστά καφενεία, του Χατζηνικολάου, το «Πανελλήνιο» και η «Μινέρβα», μικρά ζαχαροπλαστεία και μικρά ταβερνάκια, που έδιναν διαφορετικό χρώμα στην πόλη. Οι παλιοί Βολιώτες διασκέδαζαν με την καρδιά τους, ειδικά μετά τον πόλεμο και τις δύσκολες καταστάσεις που βίωσαν, ατενίζοντας με αισιοδοξία τον ερχομό του νέου χρόνου. «Όλα ήταν πολύ όμορφα και πολύ διαφορετικά», αναφέρει ο Κώστας Αβτζής, καθώς ανατρέχει σε μια εποχή που άφησε γλυκιά νοσταλγία στο πέρασμά της.
Τα ξημερώματα της 13ης Δεκεμβρίου 2017 άφησε την τελευταία του πνοή στο Αχιλλοπούλειο Γενικό Νοσοκομείο «ο Φώτης του Βόλου» (κατά κόσμο Λαδόπουλος), η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα της πόλης, που τον περασμένο Απρίλιο υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και, έκτοτε, μετά την απαραίτητη παραμονή του στο Νοσοκομείο, φιλοξενούνταν στο Ίδρυμα «Γηροκομείον Βόλου». Η εξόδιος ακολουθία θα τελεσθεί στον Ιερό Ναό Αγίων Πάντων του Γηροκομείου αύριο στις 9:00 π.μ. και θα ακολουθήσει η ταφή στο Δημοτικό Κοιμητήριο Βόλου με δαπάνη του Ιδρύματος. Η σορός θα βρίσκεται από τις 8.15 π.μ. εντός του Ιερού Ναού ώστε όλοι οι φίλοι του Φώτη να προσέλθουν και να του αποδώσουν τον τελευταίο χαιρετισμό. Μέσα από τα μάτια του Φώτη Λαδόπουλου, η ζωή δείχνει να αποκτά ένα ξεχωριστό νόημα. Ο Φώτης, τον οποίον όλοι στο Βόλο γνωρίζουν με το μικρό του όνομα, αποτελεί μία από τις πλέον οικείες φιγούρες αυτής της πόλης. Πλανιέται στους δρόμους πολλές δεκαετίες τώρα, αλλά πάντοτε με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του κι έναν καλό λόγο για όλους. Ο 86χρονος γέροντας έχοντας μεγάλη πίστη στο Θεό και με τη βαθιά ανθρωπιά που τον διακρίνει, μοιράστηκε το απόσταγμα της εμπειρίας και της σκέψης του κι έδωσε πολύτιμες συμβουλές για το πώς μπορεί ο άνθρωπος να γίνει καλύτερος. Επέλεξε να ζει ασκητικά και μακριά από τους ανθρώπους. Στην αρχή τον χλεύασαν, αλλά στη συνέχεια τον αποδέχθηκαν και πλέον όλοι όσοι τον συναναστρέφονται, έχουν να πουν μόνο καλά λόγια για εκείνον. Το μονοπάτι που ακολουθεί για τη σωτηρία της ψυχής του στους περισσότερους φαντάζει δύσβατο, αλλά ο Φώτης παραμένει αφοσιωμένος στα «πιστεύω» του και καθημερινά μοχθεί να βρίσκει λύσεις, προκειμένου να ξεφεύγει από τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής. Ο Φώτης καθισμένοςσε ένα παγκάκι στην παραλία άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί στη θάλασσα και γαλήνευε, καθώς αντίκριζε τα γαλάζια νερά του Παγασητικού. Ωστόσο, η σκέψη του ταξίδεψε πολλά χρόνια πίσω στο παρελθόν, όταν ο ίδιος παιδί ακόμη έκανε περιπάτους στην παραλία του Βόλου: «Θυμάμαι τον παππού μου, ο οποίος με έπαιρνε από το χέρι, με κατέβαζε στην παραλία και με την παρουσία του μού έδινε την ευκαιρία από τότε να δω κάτι καλύτερο. Φώτιος κι εκείνος, το όνομά του έχω. Είχε έρθει πρόσφυγας από την Κωνσταντινούπολη. Από την Πόλη ήταν η καταγωγή της οικογένειάς μου. Τότε μέναμε στην Ανάληψη. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Στην εκκλησία της Ανάληψης έγινε και η βάπτισή μου. Επτά μηνών μωρό ήμουν, όταν με βάπτισε ο παπα-Λάμπρος, ο ιερέας που είχαμε τότε στην Ανάληψη». Οι ιστορίες που συνοδεύουν τον Φώτη είναι πάμπολλες, αλλά γνώριμες στους περισσότερους Βολιώτες, πολλοί εκ των οποίων τον χαρακτηρίζουν ως έναν από τους «διά Χριστόν σαλούς». Η εποχή που επέλεξε να αφήσει το τσαγκάρικο που εργαζόταν όταν ήταν νέος, για τον ίδιον φαντάζει πολύ μακρινή πλέον. Ωστόσο, δεν φαίνεται μετανιωμένος για το δρόμο που επέλεξε να χαράξει: «Όσοι με ρωτούν εάν έχω παράπονα από τη ζωή, τους απαντώ: «Κανένα απολύτως». Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να έχω κάνει και δεν το έπραξα. Αντίθετα, προσπαθούσα πάντοτε να μην πικραίνω τους άλλους. Κρατούσα μέσα μου τα λάθη και προσπαθούσα, όπως και τώρα, να λύνω τα προβλήματά μου και να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος». Ο 86χρονος ερημίτης, ο οποίος για πολλά χρόνια διαβίωσε σε μία σπηλιά στο λόφο της Γορίτσας και πλέον βρήκε καταφύγιο σε μία καλύβα που του προσφέρθηκε σε ένα κτήμα στα Κογιάτικα της Νέας Ιωνίας, μπορεί να έχει όψη πένητα, αλλά ο πλούτος της ψυχής του είναι μοναδικός. «Τα βράδια που πέφτω για ύπνο, πάντοτε προσεύχομαι στο Θεό. Λέω το «Πατέρ ημών», μία ολοκληρωμένη προσευχή για κάθε Έλληνα και Ελληνοπούλα. Πόσοι προσεύχονται πλέον καθώς πλαγιάζουν στο κρεβάτι τους; Ελάχιστοι πια», σημείωσε με νόημα ο Φώτης, για να συμπληρώσει με την ταπεινότητα που τον διακρίνει: «Ένας άνθρωπος που αγαπάει τον Θεό και έχει σεβασμό απέναντί του, κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Όταν προσπαθείς να μην κάνεις λάθη, δεν περπατάς στη γη, αλλά πετάς και μοιάζεις σαν να έχεις αποκτήσει δύο φτερά αγγελικά». Στις κουβέντες του στάθηκε ιδιαίτερα στην αποφυγή των λαθών από τους ανθρώπους, «Όλοι κάνουμε σφάλματα, τα οποία βέβαια είναι συγχωρητέα. Έχουμε όμως ιερό καθήκον να μάθουμε να τα περιορίζουμε. Γίνεται; Ναι…», είπε αρχικά και κατέληξε: «Είμαστε αδικαιολόγητοι με τα τόσα λάθη που κάνουμε. Όμως, οφείλουμε να κάνουμε όσο το δυνατόν πιο λίγα, μέχρι να τα μηδενίσουμε. Δεν πρέπει να στεκόμαστε στο ποιοι κάνουν λάθη στη ζωή, αλλά πώς θα διορθώνουμε τις καταστάσεις. Χάσαμε τον έλεγχο, γιατί ζητάμε πράγματα που δεν τα έχουμε πραγματικά ανάγκη. Μας αγκαλιάζουν τα άχρηστα, μπερδεύονται μες στη ζωή μας. Γι’ αυτό υποπίπτουμε σε λάθη. Θέλει αυτοσυγκέντρωση για να μένουμε σωστοί καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αν ο άνθρωπος ψαχθεί καλύτερα, θα καταλάβει ότι πρέπει να φροντίζει να μένει σωστός. Ακόμη και μια πεταλούδα έχει ανάγκη από τη δική μας παρουσία, για να την κρατήσουμε στη ζωή. Ή ας θυμηθούμε τι κάνει ένας αγρότης όταν θέλει να σπείρει. Πασχίζει πάνω απ’ όλα να έχει καλό σπόρο. Αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να πορευόμαστε έχοντας να πούμε έναν καλό λόγο. Χρειάζεται αγωγή στο λόγο μας». Άνθρωπος που απεκδύθηκε τα υλικά αγαθά, έδωσε τη δική του διάσταση για το πώς μπορεί κάποιος να νιώθει ευτυχισμένος: «Μόλις ξυπνάμε το πρωί, ας μην είναι η πρώτη σκέψη μας πόσα χρήματα θα βγάλουμε. Να κοιτάζουμε τη ζωή με αγάπη, χωρίς απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις τον άνθρωπο τον αποπροσανατολίζουν και δεν μπορεί να αναγνωρίσει εύκολα την αποστολή που έχει. Η εξέλιξη κούρασε τον άνθρωπο. Κι εφόσον συνέβη αυτό, είναι λογικό να κάνουμε λάθη. Ο καθένας μας πρέπει να πάρει μία ευθύνη για την παρουσία του και το έργο που θα επιτελεί πάνω σ’ αυτή τη γη που περπατάμε. Έτσι θα ξεφύγουμε και από όλα εκείνα που μας κρατούν φυλακισμένους». Σκέψεις καθάριες, αλλά απόλυτα φιλοσοφημένες, με τον Φώτη να υπογραμμίζει: «Τα προβλήματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν για όλους. Όμως και πάλι μπορούμε να καλυτερέψουμε τις ζωές μας. Το πιστεύω ακράδαντα αυτό. Αρκεί ο καθένας να βάζει το δικό του λιθαράκι. Μόνο εάν γνωρίσεις καλύτερα τον εαυτό σου, μπορείς να ελπίζεις. Όταν σηκώνεσαι το πρωί και βγαίνεις έξω στην κοινωνία, να προσπαθείς να δώσεις εκείνο που δεν έδωσε ο άλλος. Κάθε μέρα που αντικρίζουμε το φως του ήλιου, να είμαστε χαρούμενοι και να αντιλαμβανόμαστε την ευλογία που κρύβει η ζωή». Όσο για το πού κρύβεται η πραγματική ευτυχία των ανθρώπων; Ο ευσεβής γέροντας απάντησε με τρόπο αφοπλιστικό: «Κάθε άνθρωπος είναι ένα τέλειο δώρο από τον Θεό, ο οποίος μας χαρίζει άπειρα πράγματα από την πρώτη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο ετούτον. Πιστεύοντας στο Θεό, μπορούμε να βρούμε λύσεις και να νιώσουμε ευτυχισμένοι. Η πίστη είναι το παν. Όταν αγαπάμε τον Θεό και δεν κάνουμε λάθη, έχουμε τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε την ομορφιά της ζωής».
Παρουσίαση βιβλίου από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Θεσσαλίας, Στερεάς και Εύβοιας
Μια ενδιαφέρουσα μονογραφία με τίτλο «Βήματα στο χρόνο: Μακρινίτσα, Δημήτρης και Λύδια Τσιμπούκη» της ιστορικής ερευνήτριας Μαρίας Σπανού, παρουσιάζεται την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017 και ώρα 7.30 μ.μ. στην Εξωραϊστική Λέσχη Βόλου. Την εκδήλωση οργανώνουν από κοινού η Εταιρεία Θεσσαλικών Ερευνών και το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Θεσσαλίας, Στερεάς και Εύβοιας με την ευγενική υποστήριξη του Κέντρου Βιβλίου Μαγνησιωτών Συγγραφέων (ΚΕΒΙΜΑΣΥ). Για το βιβλίο (έκδοση ΗΡΑ εκδοτική) το οποίο αποτελεί μια ψηφίδα της τοπικής μας ιστορίας, εκτός από τους σύντομους χαιρετισμούς των εκπροσώπων των συνδιοργανωτών φορέων και του απογόνου της ιστορούμενης οικογένειας, Δημητρίου Γ. Τσιμπούκη, θα μιλήσουν οι: Δημήτρης Μπενέκος, αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Γιώργος Γκέκος, ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Ζυρίχης. Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η Κατερίνα Αντωνακάκη. Συντονίζει η Ροσσάνα Πώποτα. Λίγα λόγια για το βιβλίο: Η μελέτη παρουσιάζει τη διαδρομή μιας παλιάς μακρινιτσιώτικης οικογένειας, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας ανασύνθεσης της τοπικής ιστορίας της Μακρινίτσας. Η οικογένεια Τσιμπούκη, όπως και πλείστοι άλλοι συντοπίτες τους, άγνωστο από πού ακριβώς μετοίκησαν στη Μακρινίτσα, συγκαταλέγονται στους πρώτους συνοικιστές της αρχαιότερης συνοικίας του χωριού, της Παναγίας. Από εκεί, συμμετέχουν δυναμικά στην προβιομηχανική ανάπτυξη της Μακρινίτσας. Ορισμένοι από αυτούς, όντες «φιλαπόδημοι» και επιχειρηματικοί, δραστηριοποιήθηκαν σε μια πιο διευρυμένη ακτίνα που καλύπτει ένα σημαντικό μέρος της μεσογειακής λεκάνης και τα μεγάλα κέντρα του παροικιακού ελληνισμού: τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο, τη Βλαχία και αλλού. Aργότερα, η οικογένεια Τσιμπούκη συγκαταλέγεται στους πρώτους οικιστές της νέας πόλης του Βόλου και της δυναμικής επέκτασής του. Η δράση ορισμένων εξ’ αυτών είναι αξιοσημείωτη. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η δραστηριότητα του εμπόρου Γεωργίου Τσιμπούκη, που με τη βοήθεια του Δ. Τοπάλη, ιδρύει το πρώτο σαραφικό εταιρικό κατάστημα (1863) του Βόλου. Αργότερα, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ένας άλλος ευπατρίδης της οικογένειας, ο Δημήτρης Α. Τσιμπούκης αποτελεί μια σημαίνουσα προσωπικότητα στην τοπική εκδοτική και δημοσιογραφική δράση, η οποία εξακτινώνεται στην Ευρώπη με μια διάσταση που σχεδόν αγγίζει την πολιτική. Ο προσωπικός, επαγγελματικός και ιδεολογικός του βίος ακουμπά στα μεγάλα εθνικά γεγονότα και τις πολιτικές μεταστροφές των εποχών (Εθνικός Διχασμός, Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος με τα επακόλουθά του, υπόθεση «Görlitz» και η ιδιότυπη αιχμαλωσία του Δ΄ Ελληνικού Σώματος Στρατού στο διάστημα 1916-1919, Μεσοπόλεμος, Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, Κατοχή). Ο Δ. Τσιμπούκης ζώντας, επί αρκετά χρόνια στην Ελβετία, βιώνει ο ίδιος τη διεθνή απήχησή τους. Στη συνέχεια επιστρέφει στο Βόλο. Στο πλευρό του είναι πάντα η γυναίκα της ζωής του, Λύδια Κλάους, που διαδραματίζει και εκείνη ένα σπουδαίο ρόλο, ιδιαίτερα στη Μακρινίτσα όπου έμελλε να ζήσει όλη της τη ζωή.
Συνεχίζεται και φέτος για δεύτερη χρονιά η θέσπιση του βραβείου «Μαρίας Μαύρου-Γκέκου» που αποφάσισε πέρυσι το διοικητικό συμβούλιο του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου, αποδεχόμενο σχετική πρόταση του επίτιμου μέλους του, του Γιώργου Γκέκου, ομότιμου καθηγητή του Πολυτεχνείου Ζυρίχης και έγκριτου μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας της Ελβετίας. Η απονομή του ετήσιου συμβολικού βραβείου επιδίδεται σε μαθήτρια Γενικού ή Επαγγελματικού Λυκείου της περιοχής μας που αρίστευσε ή εισήχθη διακρινόμενη σε πανεπιστημιακή σχολή στην Ελλάδα και συμμετέχει στις δραστηριότητες του σωματείου μας. Το βραβείο της ονομαστικής εύφημης μνείας, επιδίδεται σε δημόσια τελετή, κάθε φθινόπωρο, συνοδευόμενο από χρηματικό έπαθλο ύψους 1.000 ευρώ, το οποίο χορηγεί για το σκοπό αυτό ο βολιώτης Γιώργος Γκέκος στη μνήμη της μητέρας του, Μαρίας Μαύρου-Γκέκου, πολύτιμης συνεργάτιδος του Λ.Ε.Β. στη διάρκεια του 1948-1963. Κύριος σκοπός της αθλοθέτησης αυτού του βραβείου είναι η προαγωγή της μόρφωσης και της έρευνας καθώς επίσης και η προσήλωση των νέων στις αξίες της νεότερης ελληνικής κληρονομιάς, που το Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου με σεβασμό και προσήλωση υπηρετεί από το 1920. Το βραβείο αυτό είναι αφιερωμένο στα παιδιά που αφοσιώνονται σε υψηλούς σκοπούς και πετυχαίνουν σημαντικές επιδόσεις με οργανωμένη προσπάθεια, συστηματική και επίμονη προετοιμασία. Εντός δε του περιβάλλοντος του Λυκείου τους χαρακτηρίζει η καλή συμπεριφορά, η ευγενής άμιλλα, η σοβαρότητα και όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη διάκρισή τους. Η φετινή τελετή θα πραγματοποιηθεί, το προσεχές Σάββατο 11 Νοεμβρίου και ώρα 7.30 μ.μ. στο μουσειακό χώρο του ΛΕΒ (Κοραή 79), κατά την οποία εκτός από την επίδοση της εύφημης μνείας από το ΛΕΒ στη βραβευόμενη μαθήτρια, θα είναι παρών ο χορηγός του βραβείου, Γιώργος Γκέκος, ο οποίος και στο πλαίσιο σχετικής ομιλίας του θα επιδώσει το παραπάνω χρηματικό έπαθλο. Με το βραβείο αυτό τιμάται ετησίως η μνήμη της Μαρίας Γκέκου. Μιας γενναιόδωρης και γεμάτη ευαισθησίες γυναίκας, που εκτός από την ιδιότητα της αφοσιωμένης συζύγου, μητέρας και νοικοκυράς, εκτός από την πλούσια σε εμπειρίες εθελοντική προσφορά της ευτύχησε να έχει και μια άλλη διαδρομή: Aυτή της έντονης κοινωνικοποίησής της με σημαντική αλτρουιστική δράση και με κορωνίδα το πλούσιο έργο της στο Λύκειο των Ελληνίδων Βόλου, σε μια εποχή που η δημιουργική σύμπραξη μεταξύ των γυναικών, η άγρυπνη φροντίδα για τα παιδιά και το ελληνικό τους μέλλον αποτελούσαν τις ακάματες δράσεις του ιστορικού σωματείου, συμπορευόμενο με τις ανακτημένες, για πρώτη φορά τότε, αξίες της ελληνικής παράδοσης. Βιογραφικό Γιώργου Γκέκου: Ο κ. Γ. Γκέκος γεννήθηκε στον Βόλο από γονείς Βολιώτες, με ρίζες στο Πήλιο. Σπούδασε στη Λωζάννη και τη Ζυρίχη, όπου έλαβε από το Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της πόλης το πτυχίο του ηλεκτρολόγου μηχανικού με κατεύθυνση την ηλεκτρονική. Στο διδακτορικό του ασχολήθηκε με τη φυσική των ημιαγωγών και τις κβαντικές ιδιότητες των ακτίνων λέιζερ. Μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας στην Ελλάδα αφοσιώθηκε σε επιστημονικές συνεργασίες με ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια και βιομηχανίες για θέματα εφαρμοσμένης φυσικής των λέιζερ. Ίδρυσε την πρώτη ερευνητική ομάδα τεχνολογίας ημιαγωγών λέιζερ του Πολυτεχνείου Ζυρίχης, γεγονός που αναγνωρίστηκε από το ελβετικό κράτος, το οποίο τον τίμησε με το αργυρό μετάλλιο για την επιστημονική του έρευνα. Με την ιδιότητα του υφηγητή από το 1973 και του καθηγητή από το 1984 δίδαξε στο Πολυτεχνείο Ζυρίχης και σε πανεπιστήμια Ευρώπης και Αμερικής επί σειρά ετών οπτική-ηλεκτρονική, φυσική και εφαρμογές ημιαγωγών στοιχείων. Με την ομάδα του εργάστηκε σε διεθνή προγράμματα έρευνας για την ανάπτυξη, μέσω της μικρο- και νανοτεχνολογίας, και την εφαρμογή ολοκληρωμένων οπτικο-ηλεκτρονικών κυκλωμάτων στις τηλεπικοινωνίες μεγάλου εύρους φάσματος. Σχεδίασε και εγκατέστησε στην Ελβετία το 1979 σε συνεργασία με την ελβετική βιομηχανία την πρώτη ευρωπαϊκή ζεύξη με οπτικές ίνες για την μεταφορά προγραμμάτων τηλεοράσεως. Από το 1985 ως το 1995 επικεντρώθηκε και σε προγράμματα διδασκαλίας και έρευνας σε χώρες υπό ανάπτυξη σε Ασία, Αφρική και Νότιο Αμερική, όπου συνέβαλε στην δημιουργία εργαστηρίων για εφαρμογές ακτίνων λέιζερ. Μετά τη συνταξιοδότησή του το 2005 επικεντρώθηκε σε ερευνητικές συνεργασίες στο πλαίσιο ευρωπαϊκών προγραμμάτων στον τομέα των φωτονικών κυκλωμάτων. Προσκαλείται συχνά στην Ελλάδα για συνεργασίες με ελληνικά πανεπιστήμια. Έχει συγγράψει 150 επιστημονικά άρθρα, για τα οποία έγιναν ως σήμερα 2500 αναφορές. Είναι ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Ζυρίχης (ΕΤΗ), μέλος και επίτιμο μέλος διαφόρων συλλόγων και διοικητικών συμβουλίων. Εκτός από αυτές τις επιστημονικές του δραστηριότητες, χόμπι του είναι θέματα ιστορίας, ελληνισμού της διασποράς, αρχαιολογίας και φιλολογίας. Στο πλαίσιο αυτού, σχετικά πρόσφατα είχε την επιμέλεια του βιβλίου «Έλληνες στη Ζυρίχη: Πτυχές της ελληνικής παρουσίας από το 1950» (εκδ. Παρισιάνου, 2014) και είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Griechische Präsenz an der ETH Zürich», που αφορά στη διαδρομή του παγκοσμίου φήμης ελβετικού Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου (ΕΤΗ) στη Ζυρίχη, (εκδ. Παρισιάνου, 2016). Στην έκδοση αυτή αποτυπώνεται η ελληνική φοιτητική παρουσία καθώς και το ερευνητικό και διδακτικό έργο των Ελληνίδων και Ελλήνων, που έδρασαν ή δρουν στο ΕΤΗ. ΠΗΓΗ:MAGNESIANEWS
Ο Βόλος είναι πόλη της Θεσσαλίας, έχει πληθυσμό 86.046 κατοίκους και βρίσκεται κτισμένος στον μυχό του Παγασητικού κόλπου, κοντά στην θέση της αρχαίας Ιωλκού, στους πρόποδες του Πηλίου. Είναι επίσης, μία από τις πιο μεγάλες πόλεις και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Ελλάδας. Ο μόνιμος πληθυσμός του διευρυμένου Δήμου Βόλου, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ανέρχεται σε 144.449 κατοίκους, ενώ του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Βόλου σε 125.248 κατοίκους Η προέλευση του ονόματος Βόλος δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένη. Κατά ορισμένους, η λέξη Βόλος αποδίδεται σε παραφθορά του αρχαίου ονόματος Ιωλκός (Ιωλκός > Γιωλκός > Γώλος > Βώλος ή Βόλος). Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι η ονομασία Βόλος προήλθε από το όνομα Φόλος, που κατά την μυθολογία ήταν πλούσιος γαιοκτήμονας της περιοχής. Κατά μία τρίτη εκδοχή (βλ. Η επανάσταση της Θετταλομαγνησίας, του Γ. Κορδάτου), η λέξη Βώλος ή Βόλος προέρχεται από την σλαβική θεότητα "Βόλος" ή "Βέλες" και είναι αντίστοιχη της ελληνικής αρχαίας θεότητας Δήμητρα, όπως και λεγόταν η πόλη παλιότερα "Δημητριάδα". Τέλος, κατά μία τέταρτη εκδοχή, η ονομασία Βόλος είναι παραφθορά της ιταλικής λέξης golfo, που σημαίνει κόλπος. Γεγονός πάντως είναι ότι το τοπωνύμιο Βόλος εμφανίστηκε γύρω στον 14ο αι. και χρησιμοποιήθηκε πρώτα για το χωριό που είναι χτισμένο στους πρόποδες του Πηλίου και που σήμερα αποκαλείται Άνω Βόλος. Ιστορία Η περιοχή του Βόλου, η αρχαία Μαγνησία, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πρώτες περιοχές που κατοικήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Οι οικισμοί που ανακαλύφθηκαν στα κοντινά χωριά Σέσκλο και Διμήνι χρονολογούνται από την 7η χιλιετία π.Χ., ενώ η πολιτισμική παρουσία στον χώρο συνεχίζεται αδιάκοπη μέχρι σήμερα. Στα αρχαία χρόνια Η ευρύτερη περιοχή του Βόλου συγκεντρώνει μερικές από τις σημαντικότερες νεολιθικές θέσεις ολόκληρης της Βαλκανικής χερσονήσου. Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή έχουν φέρει στο φως σαράντα περίπου νεολιθικούς οικισμούς (7η–8η χιλιετία π.Χ.), αρκετοί από τους οποίους εξακολούθησαν τις δραστηριότητές τους και κατά την διάρκεια της Εποχής του Ορείχαλκου (3000–1500 π.Χ.) Οι σημαντικότεροι νεολιθικοί οικισμοί ανακαλύφθηκαν από τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα στις αρχές του 20ου αι. στο Σέσκλο και το Διμήνι. Στους χώρους αυτούς, οι έρευνες ανέδειξαν χαρακτηριστικά γραπτά κεραμικά, κοκάλινα και λίθινα εργαλεία, καθώς και αντικείμενα από οψιδιανό που προερχόταν από την Μήλο. Σημαντικές μυκηναϊκές θέσεις έχουν ανακαλυφθεί στον λόφο των Αγίων Θεοδώρων, στην σημερινή συνοικία του Βόλου Παλιά, και στα Πευκάκια. Στην μυκηναϊκή περίοδο χρονολογείται η ίδρυση της Ιωλκού, σημαντικού οικονομικού και πνευματικού κέντρου της περιοχής, που συνδέεται άμεσα με τον ξακουστό μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας. Παλαιότεροι ερευνητές εκτιμούσαν ότι η θέση της Ιωλκού ήταν στα Παλιά. Ωστόσο, νεότερα αρχαιολογικά ευρήματα τεκμηριώνουν την άποψη ότι η έδρα των βασιλιάδων της Ιωλκού δεν ήταν στα Παλιά, αλλά στο Διμήνι. Εκεί βρισκόταν το κέντρο των οικονομικών δραστηριοτήτων που βασίζονταν στην γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ οι εμπορικές δραστηριότητες γίνονταν από το λιμάνι στα Πευκάκια. Στην κλασική περίοδο (6ος αι. π.Χ.) ήκμασαν οι Παγασές, οι οποίες υπήρξαν επίνειο των Φερών. Το 293/292 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Δημήτριος ο Πολιορκητής ίδρυσε στην χερσόνησο που σήμερα αποκαλείται Πευκάκια την πόλη Δημητριάδα, συνενώνοντας τις Παγασές με διάφορες γειτονικές κώμες. Η Δημητριάδα αποτέλεσε ισχυρό στρατιωτικό σταθμό και ορμητήριο των Μακεδόνων. Παράλληλα εξελίχτηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο κατά την περίοδο από το 217 έως το 168 π.Χ. Η πόλη ήταν χτισμένη σύμφωνα με το ιπποδάμειο σύστημα και περιβαλλόταν από ισχυρό τείχος. Στο ανατολικό τμήμα της πόλης βρίσκονταν το ανάκτορο, νότια η αγορά και δυτικά το θέατρο. Στην περιοχή έχουν βρεθεί πολλές επιτύμβιες στήλες που δίνουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την οικονομία, την κοινωνία και την τέχνη της εποχής. Το 197 π.Χ. η Δημητριάδα έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων. Από τα πρωτοχριστιανικά έως τα μεταβυζαντινά χρόνια Η Δημητριάδα εξακολούθησε να ακμάζει και κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης. Μαζί με τις Φθιώτιδες Θήβες, που βρίσκονταν στην σημερινή Νέα Αγχίαλο, ήταν τα σημαντικότερα κέντρα της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής Θεσσαλίας, αποτελώντας την διέξοδο της ενδοχώρας προς την θάλασσα. Μάλιστα, από τον 5ο αι. μ.Χ., η Δημητριάδα έγινε έδρα επισκόπου. Στα τέλη του 6ου αι., εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών, οι Φθιώτιδες Θήβες εγκαταλείφθηκαν, ενώ οι κάτοικοι της Δημητριάδας κατέφυγαν για προστασία στο λόφο των Αγίων Θεοδώρων στα Παλιά, όπου προϋπήρχε οικισμός οχυρωμένος από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (551 μ.Χ.). Τους επόμενους αιώνες η πόλη έχασε την σημασία της, καθώς ήταν επισφαλής στις επιθέσεις Σαρακηνών πειρατών. Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, η Δημητριάδα δόθηκε στους Μελισσηνούς, ονομαστή βυζαντινή οικογένεια. Τον 14ο αιώνα, συναντάται για πρώτη φορά το τοπωνύμιο Βόλος. Το 1423 το κάστρο των Παλαιών έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Τότε οι χριστιανοί κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τις παραλιακές περιοχές και να μεταναστεύουν στα υψώματα του Πηλίου. Προς το τέλος του 16ου αι., η έδρα του επισκόπου Δημητριάδος μεταφέρθηκε στον Άνω Βόλο. Η Τουρκοκρατία Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η οικονομική και πνευματική δραστηριότητα της περιοχής μεταφέρθηκε στο Πήλιο, το οποίο ευνοήθηκε από το καθεστώς προνομίων που του είχαν παραχωρήσει οι Οθωμανοί κατακτητές. Από τον 17ο αι. και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το Πήλιο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πρωτοβιομηχανικά και πνευματικά κέντρα του ελλαδικού χώρου. Κατά την ίδια περίοδο, το κάστρο του Βόλου ήταν αποκλειστικός χώρος των Οθωμανών, όπου απαγορεύονταν ή αποφεύγονταν η εγκατάσταση χριστιανών. Κατά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης του 1821, τα χωριά του Πηλίου πήραν το μέρος των επαναστατών, αλλά οι Τούρκοι κατόρθωσαν, με την βία, να καταστείλουν την εξέγερση μέσα σε έναν χρόνο (1822). Το κάστρο του Βόλου πολιορκήθηκε από σπετσιώτικα καράβια χωρίς επιτυχία. Η σημερινή πόλη του Βόλου άρχισε να κτίζεται έξω από το παλιό κάστρο λίγο μετά το 1830. Η ευνοϊκή γεωγραφική της θέση, λόγω του λιμανιού, συνέβαλε στην εξέλιξή της σε οικονομικό κέντρο της Θεσσαλίας. Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877 και την διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (1881), η Θεσσαλία παραχωρήθηκε στο νεοελληνικό κράτος, και στις 2 Νοεμβρίου του 1881, ο Ελληνικός Στρατός Ξηράς εισήλθε στην πόλη του Βόλου. Κατά τον «άτυχο» Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ο Βόλος έπεσε ξανά στα χέρια των Τούρκων. Οι κάτοικοι της περιοχής αναγκάστηκαν να ζητήσουν καταφύγιο σε γειτονικά νησιά, αλλά μετά από λίγους μήνες οι Τούρκοι αποχώρησαν και έτσι Βολιώτες και Πηλιορείτες επέστρεψαν στα σπίτια τους. Δύο χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, με βασιλικό διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1883 (ΦΕΚ 126), ιδρύθηκε ο Δήμος Παγασών, ο προκάτοχος του σημερινού Δήμου Βόλου. Η ανάπτυξη της νέας πόλης ήταν ραγδαία. Η βιοτεχνική και γεωργική παράδοση του Πηλίου, το λιμάνι του καθώς και τα παροικιακά κεφάλαια που εισέρρευσαν στην περιοχή ήταν μερικοί από τους παράγοντες που ευνόησαν την οικονομική εξέλιξη της πόλης με κύριες κατευθύνσεις το εμπόριο και την βιομηχανία. Η ευνοϊκή θέση και η αλματώδης οικονομική εξέλιξη της πόλης προσέλκυσαν κατοίκους και επενδυτές από άλλες περιοχές. Η σύντομη κατάληψη του Βόλου κατά την διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 δεν είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανάπτυξή του. Το 1886, ολοκληρώθηκε η σιδηροδρομική σύνδεση του Βόλου με τη Λάρισα και την Καλαμπάκα. Το 1895 επίσης, άρχισε την λειτουργία της η σιδηροδρομική γραμμή Βόλου–Λεχωνίων, που επεκτάθηκε έως τις Μηλιές το 1904. Παράλληλα, το 1892, ξεκίνησαν τα έργα διαμόρφωσης του λιμανιού που συνεχίστηκαν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, για να καλυφθούν οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες διακίνησης εμπορευμάτων. Το 1919, το λιμάνι του Βόλου ήταν το πρώτο σε εξαγωγές καπνών στην Ελλάδα, με ποσοστό εξαγωγών 30%. Συγκεντρώνοντας όλες τις προϋποθέσεις — κεφάλαια, εργατική δύναμη, διευρυμένη εσωτερική αγορά, πρόσβαση στις πρώτες ύλες — ο Βόλος εξελίχθηκε προπολεμικά σε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο. Οι κυριότεροι κλάδοι της βιομηχανίας ήταν τα τρόφιμα, το μέταλλο, ο καπνός, η υφαντουργία και η βυρσοδεψία. Ένα από τα λιγοστά μεγαλοπρεπή κτίρια της πόλης που δεν καταστάφηκε από τους σεισμούς του 1955 και τη λαίλαπα της αντιπαροχής. Χρησιμοποιήθηκε ως εμπορική αποθήκη και ως σταθμός των υπεραστικών λεωφορείων. Σήμερα στεγάζει την Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Παράλληλα με την οικονομική άνθηση, αναπτύχθηκε σημαντική πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα. Το 1894 θεμελιώθηκε το Δημοτικό Θέατρο, ενώ το 1896 ιδρύθηκε ο Γυμναστικός Σύλλογος Βόλου. Το 1908, άρχισε να λειτουργεί το Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο, το οποίο διηύθυνε ο πρωτοπόρος παιδαγωγός Αλέξανδρος Δελμούζος και που έμελλε να κλείσει βιαίως μόνον τρία χρόνια αργότερα. Το 1908 επίσης ιδρύθηκε το Εργατικό Κέντρο Βόλου, το πρώτο στην Ελλάδα. Η οικονομική άνθιση της νέας πόλης του Βόλου προσέλκυσε και άτομα άλλων εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Βόλο υπάρχει εβραϊκή συναγωγή και καθολική εκκλησία, οι οποίες φτιάχτηκαν στις αρχές του 20ού αι. Στον Βόλο γεννήθηκε και ο διάσημος Ιταλός ζωγράφος Τζόρτζιο ντε Κίρικο, γιος του μηχανικού Εβαρίστο ντε Κίρικο, που σχεδίασε την σιδηροδρομική γραμμή Βόλου–Μηλεών. Η Μικρασιατική καταστροφή έφερε νέο αίμα στην αναπτυσσόμενη πόλη του Βόλου, που παρά την μεγάλη ανάγκη από εργατικά χέρια, έπεσε θύμα εκτεταμένου ρατσισμού. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία αρχικά εγκαταστάθηκαν στους άδειους χώρους της πόλης. Γύρω από την Πλατεία Ρήγα Φεραίου, έστησαν ολόκληρη παραγκούπολη, η οποία καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1930. Σιγά-σιγά, οι νέοι κάτοικοι του Βόλου μετακινήθηκαν προς τα ΒΔ προάστια της πόλης, στα «Προσφυγικά», που αργότερα αποτέλεσαν τον πυρήνα της Νέας Ιωνίας Βόλου. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε προσωρινά την εξέλιξη της πόλης. Την περίοδο 1941–1944 ο Βόλος δοκιμάστηκε σκληρά από την Ιταλική και αργότερα τη γερμανική κατοχή. Η περίοδος αυτή είναι η μόνη κατά την οποία, ο πληθυσμός της πόλης παρουσίασε μείωση. Πολλά μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και απλοί άμαχοι πολίτες βρήκαν τραγικό θάνατο στους δρόμους της πόλης (ιδιαίτερα από τους δωσίλογους της ΕΑΣΑΔ), στους χώρους εκτέλεσης (όπως η πλατεία Ελευθερίας) και στη διαβόητη «Κίτρινη Αποθήκη», που οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους χρησιμοποιούσαν ως φυλακή. Η εβραϊκή κοινότητα του Βόλου, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας είχε τις λιγότερες απώλειες από κάθε άλλη εβραϊκή κοινότητα στην Ελλάδα, χάρη στην έγκαιρη και δυναμική παρέμβαση και κινητοποίηση του ΕΑΜ–ΕΛΑΣ, αλλά και την επιτυχή συνεννόηση του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιωακείμ και του Αρχιραββίνου Βόλου Μωϋσή Πέσαχ για την εκκένωση του Βόλου από τους εβραϊκής καταγωγής πολίτες, έπειτα και από τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης (εκτοπισμός των εβραίων της πόλης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης). (Σήμερα, η εβραϊκή παροικία του Βόλου αριθμεί μόνον εκατό περίπου ψυχές, επειδή οι περισσότεροι Εβραίοι εγκατέλειψαν τον Βόλο μετά τον πόλεμο για να εγκατασταθούν στο Ισραήλ ή αλλού.) Μεταπολεμικά ο Βόλος εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πολεοδομικά συγκροτήματα της Ελλάδας, από οικονομική και δημογραφική άποψη. Τον Μάιο του 1947, με βασιλικό διάταγμα ιδρύθηκε ο Δήμος Νέας Ιωνίας Βόλου. Στις 26 Φεβρουαρίου του 1954, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Παγασών, αποφάσισε την μετονομασία της δημοτικής Αρχής σε «Δήμος Βόλου». Την επόμενη χρονιά, δύο σεισμοί, στις 19 Απριλίου και στις 21 Απριλίου 1955, κατέστρεψαν σχεδόν το ένα τέταρτο των κτισμάτων και η πόλη άλλαξε φυσιογνωμία. Ορισμένα από τα νεοκλασικά κτίρια του προπολεμικού Βόλου χάθηκαν για πάντα και στην θέση τους εμφανίστηκαν τα μικρά μετασεισμικά σπίτια. Αυτές οι όμορφες μετασεισμικές μονοκατοικίες αντικατάστάθηκαν στην εποχή της αντιπαροχής (1970–2000) από πολυκατοικίες. Σύγχρονη εποχή Η πληθυσμιακή έκρηξη του πολεοδομικού συγκροτήματος του Βόλου (σημερινοί δήμοι Βόλου, Νέας Ιωνίας και Ιωλκού) από το 1881 έως το 2001. Αξιοσημείωτη είναι η σημαντική αύξηση του πληθυσμού μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Η βιομηχανική ανάπτυξη που γνώρισε ο Βόλος έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δεν είχε ανάλογη συνέχεια κατά το δεύτερο μισό του 20ού αι. Μεγάλα εργοστάσια όπως η καπνοβιομηχανία Ματσάγγου, οι σιδηρουργίες Γκλαβάνη και Σταματελόπουλου, και η υφαντουργία Παπαγεωργίου έπαψαν να λειτουργούν. Η λειτουργία της Βιομηχανικής Ζώνης από το 1969 οδήγησε σε μία προσωρινή βιομηχανική άνθιση με την εγκατάσταση νέων βιομηχανιών. Όμως στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η αποβιομηχάνιση του Βόλου άρχισε να γίνεται πλέον γεγονός. Σήμερα, στην περιοχή εξακολουθούν να λειτουργούν ορισμένες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, όπως το εργοστάσιο «Όλυμπος» της ΑΓΕΤ «Ηρακλής», η «Χαλυβουργία Ελλάδος» (πρώην Χαλυβουργία Θεσσαλίας), το εργοστάσιο ρητίνης PET της VPI, το εργοστάσιο χαλυβδόφυλλων της Κόντι, η COCA COLA Τρία Έψιλον (3Ε), το εμφιαλωτήριο της ΕΨΑ, η ΕΥΡΗΚΑ με τα απορρυπαντικά, το εργοστάσιο βαριάς συντήρησης-ανακατασκευής του Ο.Σ.Ε., τα μπισκότα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.ά. Ωστόσο, η οικονομία του Βόλου στηρίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στο εμπόριο, τις υπηρεσίες και τον τουρισμό, και κατά δεύτερο λόγο στην βιοτεχνία και την βιομηχανία. Το 1984 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με έδρα τον Βόλο και σχολές ή τμήματα σε όλες τις θεσσαλικές πόλεις. Το Πανεπιστήμιο, το οποίο δέχτηκε τους πρώτους φοιτητές το 1989, έδωσε μία νέα πνοή στην πνευματική ζωή του Βόλου. Εστίες καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων είναι το Δημοτικό Θέατρο, το Ωδείο, καθώς και η Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης. Το 2004, ο Βόλος έγινε «ολυμπιακή πόλη», αφού φιλοξένησε ορισμένους αγώνες ποδοσφαίρου στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αγώνες έγιναν στο νέο υπερσύγχρονο Πανθεσσαλικό Στάδιο, το οποίο κατασκευάστηκε για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων. Αξιοποιώντας την παράδοση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ο Βόλος διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Γυμναστικής και τμήμα του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Μπιλιάρδου το 2006. Δήμοι Πολεοδομικού Συγκροτήματος Βόλου Η πόλη μέχρι το 1946 αποτελούσε μετά των πέριξ αυτής συνοικισμών ενιαίο δήμο, τον Δήμο Παγασών. Το 1946, μετά τον διαχωρισμό της Νέας Ιωνίας, αναγνωρίστηκε ως ιδιαίτερος δήμος ο Δήμος Βόλου (ακόμη μέχρι και το 1950 αναφέρεται ως Δήμος Παγασών), με πληθυσμό 13.950 κατοίκους. Η ονομασία Βόλος μπορεί να αναφέρεται στο Δήμο Βόλου είτε στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα που περιλαμβάνει τους Δήμους Βόλου, Νέας Ιωνίας, Αισωνίας και Ιωλκού. Σύμφωνα με το σχέδιο διοικητικής αναδιάρθρωσης "Καλλικράτης", το Πολεοδομικό Συγκρότημα και ορισμένοι γειτονικοί δήμοι και κοινότητες συνενώθηκαν στο νέο διευρυμένο Δήμο Βόλου. Πληθυσμιακά και Γεωγραφικά στοιχεία Ο Δήμος Βόλου, έχοντας μόνιμο πληθυσμό 144.420 κατοίκους[2], ανήκει στους επτά μεγαλύτερους δήμους του ελληνικού χώρου (έβδομος στη σειρά), μετά από το Δήμο Αθηναίων (655.780 κ.), το Δήμο Θεσσαλονίκης (322.240 κ.), το Δήμο Πατρέων (214.580 κ.), το Δήμο Ηρακλείου (173.450 κ.), το Δήμο Πειραιώς (163.910 κ.) και το Δήμο Λαρισαίων (163.380 κ.). Αποτελεί την πρωτεύουσα του Νομού Μαγνησίας και τοποθετείται γεωγραφικά στην περιοχή της κεντρικής Ελλάδας, και ειδικότερα στο πεδινό τμήμα του νομού. Χαρακτηρίζεται από έντονες αστικές λειτουργίες, μια σημαντική παρουσία της βιομηχανίας και του τουρισμού αλλά και από ένα αξιοσημείωτο αριθμό νέων ανθρώπων, κυρίως λόγω της ύπαρξης της πλειονότητας των τμημάτων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα διαμορφώνουν την ταυτότητα της πόλης, το κάθε ένα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, ενώ με τον κατάλληλο σχεδιασμό και πολιτικές, μπορούν να συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη και ευημερία της πόλης. Σε τοπικό επίπεδο, το Π.Σ. Βόλου βρίσκεται στο μυχό του Παγασητικού κόλπου, σε μικρή απόσταση από τον κύριο οδικό άξονα της χώρας (ΠΑΘΕ) με τον οποίο συνδέεται σε δύο σημεία, στις Μικροθήβες και στο Βελεστίνο και σε απόσταση 330 χλμ. από την πρωτεύουσα Αθήνα και 214 χλμ. από τη συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη. Η περιοχή που καταλαμβάνει ο οικιστικός ιστός περιβάλλεται βορειοανατολικά από τον ορεινό όγκο του Πηλίου, νότια από το υγρό στοιχείο της θάλασσας και δυτικά από τις πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας. Είναι κτισμένη με μέτωπο κυρίως στον Παγασητικό κόλπο και εκτείνεται ως τις παρυφές του Πηλίου. Η σχέση της πόλης με το βουνό και τη θάλασσα έχει επιδράσει διαχρονικά δραστικά στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή των κατοίκων και έχει διαμορφώσει καθοριστικά την εξέλιξη του επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης του Βόλου. Όσον αφορά στην ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού του Π.Σ. Βόλου και των Δήμων στους οποίους συνίσταται, διαπιστώνεται ότι το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται μεταξύ 0 και 24 είναι το 31% του πληθυσμού της πόλης, μεταξύ 25 και 54 το 43% και μεταξύ 55 και πάνω από 85 το 26%. Δηλαδή, τα νέα άτομα που βρίσκονται περίπου στις δύο πρώτες δεκαετίες της ζωής τους υπολείπονται των ατόμων που αποτελούν το παραγωγικότερο δυναμικό της περιοχής (25 έως 54) κατά 12%. Διαφαίνεται, κατά συνέπεια, ένας κίνδυνος γήρανσης του πληθυσμού και υστέρησης στο ανθρώπινο δυναμικό.
Έφυγε από τη ζωή ο γνωστός ντράμερ Γιώργος Ροϊλός, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο.
Ξεκίνησε τη μουσική του πορεία το 1967, ως αυτοδίδακτος ντράμερ και έκτοτε κατέκτησε την ελληνική μουσική σκηνή μέσα από ένα πλήθος αξιόλογων συνεργασιών με ολόκληρο το ελληνικό μουσικό στερέωμα. Έχει παίξει σε κάθε γωνιά του κόσμου για την ομογένεια, συνοδεύοντας μεγάλους καλλιτέχνες και έχει λάβει μέρος σε πολλά φεστιβάλ, παίζοντας ελληνική μουσική και Jazz. Το πάθος του για τη μουσική και το φυσικό του ταλέντο, σε συνδυασμό με τις μετέπειτα μουσικές του σπουδές, δίπλα στον Αλέξανδρο Αινιάν και στο Απολλώνιο Ωδείο με καθηγητή τον Αλέκο Λασκαρίδη, του εξασφάλισαν μια λαμπρή καλλιτεχνική πορεία. Τις πρώτες του εμφανίσεις με διάφορα συγκροτήματα στα Αθηναϊκά clubs, διαδέχθηκε η συνεργασία του με το Γιώργο Μυρογιάννη στο Jazz club της Κηφισιάς και αργότερα ακολούθησαν εμφανίσεις στα μεγαλύτερα νυχτερινά κέντρα της εποχής («Χάραμα», «Όμορφη νύχτα», «Διογένης», «Ρεξ», «Αστέρια», «Φαντασία», «Δειλινά»), οπού συνεργάστηκε με εξαιρετικούς καλλιτέχνες όπως: Βασίλη Τσιτσάνη, Τζένη Βάνου, Δούκισσα, Ρίτα Σακελαρίου, Μητροπάνο, Πάριο, Καρρά, Σαββόπουλο, Νταλάρα, Βανδή, Άντζελα, Μοσχολιού, Γλυκερία κ.ά. Καταξιώθηκε ως ένας session μουσικός, με ανεξάντλητη ενέργεια για τη δουλειά του, μπαίνοντας πολλές φορές στο studio για ολόκληρα 24ωρα χωρίς να κουράζεται. Η επαγγελματική του ενασχόληση, από το 1985, με όλα τα είδη κρουστών, είχε ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του σε πάνω από 12.000 τραγούδια της εγχώριας δισκογραφίας. Έχει συνοδεύσει μεγάλους Έλληνες τραγουδιστές όπως Γλυκερία, Μητροπάνο, Κανελλίδου, Νταλάρα, Πάριο, Καζαντζίδη, Μαρινέλα, Τερζή, Ρουβά, Βανδή, Καρρά, Σαββόπουλο, Βοσκόπουλο, Διονυσίου, και πλήθος άλλων. Ως μουσικός κρουστών έχει συνεργαστεί με πολλούς καταξιωμένους, σε διεθνές επίπεδο, συνθέτες όπως Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Νικολόπουλο, Μαρκόπουλο, Πλέσσα, Ζαμπέτα, Παπαθανασίου, Σπανό, Μικρούτσικο, Θεοφάνους, Νίκο Τερζή, Γιάννη Καραλή, Στέλιο Φωτιάδη, Μουσαφίρη, Χρυσοβέργη, Φοίβο, Χατζηνάσιο, Παπαδημητρίου, Βαρδή, Bregovic.
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016
Μαρτυρίες για εξορκισμούς στην Παναγία Τρύπα που συγκλονίζουν και σοκάρουν
Με μεγάλη, όπως αναμένεται, συγκέντρωση διαμαρτυρίας κατά της Μητρόπολης θα αποχαιρετήσουν αύριο Κυριακή οι πιστοί τον ιερέα Γεώργιο Δεληκώστα, ενώ στην εκκλησία της Παναγίας Τρύπας στη Γορίτσαέχουν συγκεντρωθεί περίπου 4000 υπογραφές μέσω των οποίων πολίτες στηρίζουν την παραμονή του στην εκκλησία. Για τη δραστηριότητα του πατέρα Γεώργιου έρχονται κάθε μέρα στο φως νέες αποκαλύψεις που αφορούν τους εξορκισμούς, οι οποίοι κάθε Σάββατο πραγματοποιούνταν στην Παναγία Τρύπα. Η Μητρόπολη σιωπά και δεν αρνείται ανεπίσημα ότι οι εξορκισμοί ήταν μια από τις αιτίες της αποπομπής του ιερέα, ωστόσο η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος αποδέχεται τη μέθοδο. Στον πατέρα Γεώργιο πήγαιναν και άνθρωποι «συστημένοι» από γέροντα του Αγίου Όρους και οι μαρτυρίες είναι συγκλονιστικές. Μια από αυτές παραθέτουμε όπως καταγράφηκε από φιλικό πρόσωπο ενός καθηγητή που έσπευσε να συναντήσει τον πατέρα Γεώργιο για να βρεθεί μπροστά στον εξορκισμό μιας νεαρής γυναίκας. «Ο καθηγητής ένα κυριακάτικο πρωινό, πήγε στην Παναγία Τρύπα και εκεί βρήκε αυτόν που του είχε πει ο Γέροντας (Από το Άγιο Όρος) . Από την πρώτη στιγμή που τον άκουσε να ψέλνει θυμήθηκε τα λόγια του Αγιορείτη Γέροντα Ο καθηγητής συνάντησε τον τέλειο πνευματικό για να αναπαύει την ψυχή του. Λίγους μήνες αργότερα ο καθηγητής επισκέφτηκε ένα Σαββατόβραδο την εκκλησία. Ο Παπα Γιώργης είναι μυστήριος και ξεχωριστός άλλωστε και δεν περιορίζεται ποτέ στα τετριμμένα. Αυτό είναι άλλωστε που ελκύει χιλιάδες άτομα σε αυτόν και στην εκκλησία παράλληλα. Άνθρωποι που υπό άλλες συνθήκες δεν θα πατούσαν ποτέ το πόδι τους μέσα σε αυτήν. Είχε λοιπόν καθιερώσει την Σαββατιάτικη λειτουργία που εμπεριέχει εξορκισμούς. Κάτι το μοναδικό στα χρονικά της πόλης και όχι μόνο. Μια λειτουργία που βοήθησε πάρα μα πάρα πολύ κόσμο. Εκείνο το βράδυ ο παπάς άργησε να βγει για τον καφέ του. Ο καθηγητής ρώτησε την κ. Φιλίτσα γιατί αργεί και αυτή του απάντησε ότι κάτι τρέχει με μια κοπέλα, η οποία και είχε έρθει για πρώτη φορά με τον αδερφό της, ειδικά για τη συγκεκριμένη λειτουργία, αλλά με το που μπήκε στην εκκλησία και άκουσε τον παπά να ψέλνει εξορκισμούς έκανε εμετό. Ο καθηγητής αντιλήφθηκε άμεσα τι είχε συμβεί και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό της εκκλησίας. Μέσα στο εξομολογητήριο, είδε τη νεαρή κοπέλα να σφαδάζει στο πάτωμα και να βρίζει τον παπα Γιώργη, που είχε ιδρώσει, στην προσπάθειά του να βγάλει από μέσα της τον δαίμονα που είχε κυριαρχήσει μέσα στο κορμί της. Ο αδερφός της προσπαθούσε να την κρατήσει σταθερή και ο παπάς είχε τον σταυρό του πάνω στο κεφάλι της και διάβαζε εξορκισμούς. Ξάφνου μια βαριά ανδρική φωνή ακούστηκε. «Παπά άστην αυτήν….είναι δικιά μου….» . Η φωνη βγήκε μέσα απο το ταλαιπωρημένο κορμί της δαιμονισμένης κοπέλας. Ο παπάς όμως δεν την άφησε. Πάλεψε όσο μπορούσε μαζί με τον αδερφό της. Ο καθηγητής δεν άντεξε το αποτρόπαιο θέαμα και βγήκε έξω συγκλονισμένος, αλλά συνάμα έχοντας ευγνωμοσύνη στην πολυαγαπημένη Παναγιά, για τον πνευματικό στον οποίο τον είχε οδηγήσει». Η Ιερά Σύνοδος για τους εξορκισμούς
Εγκύκλιο σχετική με τους εξορκισμούς απέστειλε η Ιερά Σύνοδος τις 15/9/2006 προς του Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία αναλύει τις θέσεις και τη διδασκαλία της Εκκλησίας επί αυτού του ζητήματος και περιγράφει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι σχετικές ευχές πρέπει να αναγιγνώσκονται. Σύμφωνα με την εγκύκλιο, οι προϋποθέσεις είναι οι παρακάτω: «Α) Η ύπαρξη διαπιστωμένης ανάγκης. Όπως διά να λειτουργήσουμε πρέπει να έχουμε πιστούς, διά να βαπτίσουμε πρέπει να έχουμε άνθρωπο προς Βάπτισμα, διά να στεφανώσουμε πρέπει να έχουμε μελλονύμφους, διά να εξομολογήσουμε πρέπει να έχουμε μετανοούντα, διά να τελέσουμε κηδεία και μνημόσυνο πρέπει να έχουμε κεκοιμημένο, ούτως διά να αναγνώσουμε τις ευχές των εξορκισμών πρέπει να έχουμε δαιμονισμένο ή υπό ισχυρή δαιμονική επήρεια τελούντα… Β) Η σύμφωνος γνώμη του Επισκόπου. Ουδείς Πρεσβύτερος είναι ακέφαλος και, επομένως, ανεξάρτητος. Έκαστος Πρεσβύτερος έχει ως κεφαλήν αυτού την Εκκλησιαστική Αρχή του τόπου, δηλ. τον Επίσκοπον αυτού και ενεργεί τα της ιερωσύνης αυτού, με την άδεια και σύμφωνη γνώμη του Επισκόπου του. Η αντίληψη ότι ο Πρεσβύτερος, από τη στιγμή που χειροτονήθηκε, δύναται να ιερατεύει ανεξέλεγκτος κατά το δοκούν, καταδικάζεται υπό των Ιερών Κανόνων, ως διαιρούσα την Εκκλησίαν και βλάπτουσα ή ανατρέπουσα την ευταξίαν Της…»